Η γενική εισαγγελέας της Γουατεμάλας, η Μαρία Κονσουέλο Πόρας, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ για διαφθορά κι η θητεία της οποίας φθάνει στο τέλος της στα μέσα του Μαΐου, απέτυχε χθες Δευτέρα στην προσπάθειά της να διεκδικήσει νέα θητεία στο αξίωμα, ανακοίνωσε η εκλογική επιτροπή.
Η αποχώρηση της κ. Πόρας από την εισαγγελία θεωρείται από διεθνείς νομικούς στοιχείο-κλειδί στο εγχείρημα με σκοπό να εξαρθρωθεί κύκλωμα διαφθοράς βαθιά ριζωμένο στο σύστημα δικαιοσύνης της Γουατεμάλας, που υπονομεύει την εύθραυστη δημοκρατία στη χώρα της κεντρικής Αμερικής.
Η κ. Πόρας, 72 ετών, δεν θα βρίσκεται στον κατάλογο έξι υποψηφίων για τη θέση που παρουσιάστηκε από την επιτροπή ώστε ο σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος Μπερνάρντο Αρέβαλο να επιλέξει τον διάδοχό της, που θα αναλάβει τα καθήκοντά του τη 17η Μαΐου.
«Σας διαβιβάζουμε τον κατάλογο των προτεινόμενων υποψηφίων», ανέφερε η γραμματέας της επιτροπής και πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου της χώρας, η Πατρίσια Γκάμες, διαβάζοντας επιστολή που απηύθυνε στον αρχηγό του κράτους.
Η παραμονή της στο αξίωμα θα εγγυάτο στην κ. Πόρας ασυλία έναντι κατηγοριών που τη βαραίνουν για διαφθορά, καθώς και έναντι ενδεχόμενης ποινικής δίωξης για παράνομες υιοθεσίες αυτόχθονων παιδιών στο εξωτερικό τα χρόνια του 1980, στην οποία τη φέρουν να ενεπλάκη ειδικοί του ΟΗΕ, παρά τις διαψεύσεις της.
Ο κ. Αρέβαλο είχε εκ προοιμίου αποκλείσει κάθε πιθανότητα διατήρησης της κ. Πόρας στη θέση, τη θεωρεί «επικίνδυνη» για τη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της θητείας της, η Μαρία Κονσουέλο Πόρας άσκησε ποινικές διώξεις σε βάρος εισαγγελέων και δικαστών που αγωνίζονταν κατά του οργανωμένου εγκλήματος, ηγετών αυτοχθόνων, δημοσιογράφων και άλλων–πολλοί είναι σήμερα εξόριστοι–και προσπάθησε, πριν από δύο χρόνια, να εμποδίσει τον κ. Αρέβαλο να αναλάβει την προεδρία.
Οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και άλλες περίπου δέκα χώρες, της έχουν επιβάλει κυρώσεις κατηγορώντας τη πως εμπόδιζε τον αγώνα κατά της διαφθοράς κι υπονόμευε τη δημοκρατία.
Ανάμεσα στους έξι υποψήφιους που συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο, οι τέσσερις απορρίπτονται από οργανώσεις της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών, καθώς τους προσάπτουν παρανομίες ή ότι επέδειξαν εύνοια σε διεφθαρμένους.
