Οι μαθητές της πέμπτης Δημοτικού σε όλα τα σχολεία της πόλης του Ζόλινγκεν απέχουν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα αποτελέσματα του εγχειρήματος να περιγράφονται ήδη ως εξαιρετικά θετικά.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ARD, στο πρόγραμμα απαγόρευσης χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης συμμετέχουν περίπου 1.400 μαθητές της πέμπτης τάξης του Δημοτικού στα δώδεκα σχολεία της πόλης. «Τα παιδιά μιλάνε και παίζουν ξανά μεταξύ τους. Υπάρχει και πάλι πραγματική αλληλεπίδραση στην αυλή του σχολείου, κάτι που δεν συνέβαινε πριν. Απλώς κάθονταν σκυμμένα πάνω από τα τηλέφωνά τους στις γωνίες», δηλώνει ο Αντρέας Τέμπελ, διευθυντής του Ενιαίου Σχολείου Alexander-Coppel στο Ζόλινγκεν, και επισημαίνει ότι έχουν καταγραφεί πολλά περιστατικά εκφοβισμού μαθητών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο αποκλεισμός των μαθητών έγινε πολύ ομαλά και τονίζει ότι το σημαντικό είναι να συμμετέχουν και οι γονείς στηρίζοντας τη δράση, ενώ εκφράζει την ελπίδα σε λίγα χρόνια τα σχολεία να είναι ένας χώρος ελεύθερος από κινητά τηλέφωνα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Τα παιδιά έρχονται τις Δευτέρες στο σχολείο εξαντλημένα, επειδή πέρασαν πολύ χρόνο στα τηλέφωνά τους το Σαββατοκύριακο. Η κατάσταση είναι προβληματική», υπογραμμίζει ο εκπαιδευτικός.
Ο σχολικός ψυχολόγος του Ζόλινγκεν Μάρκους Σάρεϊ παρατηρεί στις συνεδρίες του με μαθητές ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν ιδιαίτερο βάρος για τα παιδιά και τους εφήβους και μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και εθισμό. Μιλάει επίσης για «επιδημία ψυχικής υγείας»: «Οι αγχώδεις διαταραχές και η κατάθλιψη έχουν αυξηθεί ραγδαία (…) Η αλόγιστη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι επικίνδυνη. Πολλοί μαθητές μου μιλούν για την “ανάγκη” τους να ελέγχουν συνέχεια το τηλέφωνό τους». Ο κ. Σάρεϊ αξιολογεί επίσης θετικά την απαγόρευση και σημειώνει ότι «οι μαθητές είναι σημαντικά πιο ικανοποιημένοι και οι σχολικές αυλές είναι ξανά πιο ζωντανές, με την αποχή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να εξελίσσεται σε νέα κανονικότητα, ενώ εξαλείφονται και τα περιστατικά ανταγωνισμού». Ο ίδιος μάλιστα εκτιμά ότι η συλλογική απαγόρευση αποτελεί τη σωστή προσέγγιση στο θέμα, καθώς συχνά οι γονείς μόνοι τους δυσκολεύονται να επιβάλουν περιορισμό της χρήσης των τηλεφώνων στα παιδιά τους. «Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε συλλογικά, ως κοινωνία. Αν 10 ή 20 γονείς σε μια τάξη πουν, “το παιδί μου δεν θα πάρει smartphone στην πέμπτη τάξη”, τότε αυτό το παιδί δεν θα απομονωθεί», εξηγεί ο ψυχολόγος και χαρακτηρίζει «καθυστερημένη» την τρέχουσα πολιτική συζήτηση στη Γερμανία σχετικά με πιθανούς περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Αυτή η συζήτηση θα έπρεπε να είχε γίνει πριν από δύο χρόνια», αναφέρει. Στο συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) που διεξήχθη το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι σύνεδροι τάχθηκαν υπέρ της εισαγωγής ορίου ηλικίας 14 ετών για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ανάλογη στάση τηρεί και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και ζητά την άμεση ανάληψη σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου JIM του Δικτύου Έρευνας για την Εκπαίδευση στα ΜΜΕ, στη Γερμανία σχεδόν όλοι οι έφηβοι από 12 έως 19 ετών διαθέτουν κινητό τηλέφωνο, με τα 2/3 να δηλώνουν ότι συχνά περνούν περισσότερο χρόνο στο τηλέφωνό τους από όση σκόπευαν. Ο μέσος όρος χρήσης φθάνει τα 231 λεπτά ημερησίως. Ως αποτέλεσμα, το πρωί στο σχολείο ή στην εργασία τους είναι συχνά κουρασμένοι.
Ο σχολικός ψυχολόγος Μάρκους Σάρεϊ αναδεικνύει ταυτόχρονα και το ζήτημα της ορθής χρήσης των μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης από τους γονείς. «Έχουμε παιδιά με εθισμούς και γονείς που χρησιμοποιούν τα μέσα ενημέρωσης με προβληματικό τρόπο: όταν τα παιδιά μου λένε ότι ο πατέρας τους δεν είναι διαθέσιμος στο τραπέζι και κοιτάζει επίμονα το τηλέφωνό του, είναι σαφές ότι χρειαζόμαστε μια ειλικρινή συζήτηση για το πώς μπορούμε όλοι να χρησιμοποιήσουμε τον ψηφιακό κόσμο με πιο υγιή τρόπο», τονίζει.
ΑΠΕ – ΜΠΕ
