Τον όρο «τρομοκρατία» χρησιμοποιεί ολοένα και συχνότερα η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, από διαδηλώσεις και βανδαλισμούς έως εγκληματικές και πολιτικές πράξεις.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN η δεύτερη θητεία του Ρεπουμπλικανού προέδρου των ΗΠΑ φαίνεται να λειτουργεί σε μια κατάσταση διαρκούς -εσωτερικής και εξωτερικής – απειλής.
Δύο πολίτες – o Άλεξ Πρέτι και η Ρενέ Γκουντ – που σκοτώθηκαν αυτόν τον μήνα σε δύο χωριστά περιστατικά από ομοσπονδιακούς πράκτορες στη Μινεάπολη χαρακτηρίστηκαν δημοσίως ως «εγχώριοι τρομοκράτες» από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, μεταξύ των οποίων η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ και ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ.
Ωστόσο, βίντεο από τα περιστατικά έχουν περιπλέξει σημαντικά την εκδοχή των γεγονότων που υπερασπίζεται η κυβέρνηση Τραμπ.
Διαμαρτυρία ίσον τρομοκρατία;
Σύμφωνα με το CNN, η αντίληψη ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διαμαρτυρία ως μορφή εγχώριας τρομοκρατίας διατρέχει ολόκληρη τη δεύτερη προεδρική θητεία του Τραμπ.
Σε βίντεο από το Μέιν, μασκοφόρος πράκτορας φέρεται να λέει σε άτομο που παρακολουθεί τις κινήσεις των ανδρών της ICE ότι έχει καταγραφεί σε «βάση δεδομένων εγχώριων τρομοκρατών» – ισχυρισμό που το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας έσπευσε να διαψεύσει, χωρίς ωστόσο να καθησυχάσει πλήρως τις ανησυχίες για το ποιος και πώς χρησιμοποιεί τέτοιους χαρακτηρισμούς.
Η ίδια ρητορική είχε υιοθετηθεί ήδη από το 2024, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την αποστολή ομοσπονδιακών δυνάμεων στο Πόρτλαντ με στόχο, όπως ανέφερε ο Λευκός Οίκος, τη συντριβή της «βίαιης ριζοσπαστικής αριστερής τρομοκρατίας». Τα σχέδια αυτά τελικά απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια.
Από την Tesla στα καρτέλ ναρκωτικών
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει ως «εγχώριους τρομοκράτες» ακόμη και βανδάλους που επιτέθηκαν σε αντιπροσωπείες της Tesla, υπονοώντας – χωρίς αποδείξεις – την ύπαρξη οργανωμένων δικτύων πίσω από τις ενέργειες αυτές.
Παράλληλα, ο όρος «τρομοκρατία» χρησιμοποιείται εκτενώς και στην εξωτερική πολιτική, με την Ουάσιγκτον να μιλά για «ναρκο-τρομοκράτες» στο πλαίσιο επιχειρήσεων κατά διακινητών ναρκωτικών. Οι πρακτικές αυτές, που περιλαμβάνουν την καταστροφή σκαφών και εξωδικαστικές εκτελέσεις, έχουν προκαλέσει έντονες νομικές αντιδράσεις.
Χαρακτηριστική είναι και η υπόθεση του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος συνελήφθη από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις και κατηγορείται για συμμετοχή σε «ναρκο-τρομοκρατική συνωμοσία», ενώ την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ συνεργάζονται με πρώην στενούς συνεργάτες του.
Μια κατηγορία πανταχού παρούσα
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κόρι Μπούκερ κατηγόρησε ανοιχτά την κυβέρνηση Τραμπ ότι αποδυναμώνει την έννοια της τρομοκρατίας.
«Δεν εμπιστεύομαι τον τρόπο με τον οποίο αυτή η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον όρο ‘τρομοκράτης’», δήλωσε, κάνοντας λόγο για στοχοποίηση πολιτών που κάνουν χρήση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματός τους για ειρηνική διαμαρτυρία.
Ανάλογες ανησυχίες εκφράζει και η Ζουλιέτ Καγιέμ, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας και αναλύτρια εθνικής ασφάλειας του CNN, η οποία προειδοποιεί ότι η αλόγιστη χρήση του όρου αποδυναμώνει τόσο τη νομική όσο και την κοινωνική του σημασία. Όπως σημειώνει, η τρομοκρατία έχει σαφή ορισμό στο αμερικανικό Δίκαιο και δεν μπορεί να ταυτίζεται με κάθε πράξη πολιτικής διαφωνίας.
Πολιτική βία και επικίνδυνα όρια
Την ίδια ώρα, πραγματικές απειλές πολιτικής βίας παραμένουν υπαρκτές στις ΗΠΑ, με πρόσφατες δολοφονίες πολιτικών προσώπων και επιθέσεις σε δημόσιες εκδηλώσεις να καταδεικνύουν ένα τεταμένο πολιτικό κλίμα.
Η βουλευτής των Δημοκρατικών Ιλχάν Ομάρ κατήγγειλε «τρομοκρατικές πρακτικές» ομοσπονδιακών μεταναστευτικών υπηρεσιών στη Μινεσότα, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειές τους υπονομεύουν θεμελιώδεις αξίες της αμερικανικής δημοκρατίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, ο κίνδυνος είναι η βία –ή η απειλή της– να μετατραπεί σε προέκταση της πολιτικής αντιπαράθεσης, με σοβαρές συνέπειες για την ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στη συνάθροιση.
