Πάθη, Σταύρωση, Ανάσταση: Το Θείο Δράμα όπως το “είδε” η Τέχνη και υμνήθηκε από τα Εγκώμια και τους Μακαρισμούς (εικόνες)

Τα 12 Ευαγγέλια, η σταύρωση, η αποκαθήλωση, η ταφή και η Ανάσταση του Κυρίου έχουν πολλές φορές εμπνεύσει ζωγράφους και καλλιτέχνες, άλλοτε ανώνυμους και άλλοτε εκείνους που απέδωσαν στις απεικονιστικές τέχνες το πάθος και την λύτρωση με τρόπο ανθρώπινο και πραγματικό.

Τα κείμενα της Εκκλησίας αυτών των ημερών παρά την αρχαϊκή γλώσσα προκαλούν κατάνυξη ενώ οι Μελωδοί έδωσαν την τονικότητα εκείνοι που μιλάει απευθείας στο συναίσθημα των ανθρώπων ως συμπάσχοντες στα Πάθη του Χριστού.

Παρατίθενται στροφές από τους Μακαρισμούς και τα εγκώμια ενώ παρουσιάζονται εικονογραφίες και έργα τέχνης που απεικονίζουν τις τελευταίες ημέρες του Χριστού και την Ανάσταση σε ένα αφιέρωμα που υλοποιεί η εφημερίδα «Πατρίς» και το patris.gr βασισμένη σε μια ιδέα του γνωστού ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου Μανόλη Κυριάκη και της οικογένειάς του, απευθύνοντας σε όλους θερμό ευχαριστώ και πολλές ευχές για τις Άγιες Ημέρες που διάγουμε με την κορύφωση του Θείου Δράματος και την Ανάσταση του Κυρίου!

Η επί του όρους ομιλία

Όταν ο Ιησούς είδε όλους αυ- τούς τους ανθρώπους, που έρ- χονταν να τον ακούσουν, ανέ- βηκε πάνω σ’ ένα ύψωμα και αφού κάθισε εκεί, ήρθαν και οι μαθητές του.
Τότε άνοιξε το στόμα του και άρχισε να διδάσκει τον κόσμο και να λέει:

«Μακάριοι, όσοι γνωρίζουν πόσο φτωχό και ανίσχυρο είναι το πνεύμα τους, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρα- νών».
«Μακάριοι και ευτυχισμένοι, εκείνοι που τώρα λυπούνται και πενθούν για τις αμαρτίες τους, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν (από το Θεό)».

«Μακάριοι, όσοι είναι πράοι και συγκρατούν την οργή τους, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη».

«Μακάριοι, όσοι επιθυμούν σαν πεινασμένοι και διψασμέ- νοι τη δικαιοσύνη, γιατί θα χορ- ταστούν απ’ αυτήν, όταν έρθει ο Κύριος».

«Μακάριοι, αυτοί που ελεούν και βοηθούν τους συνανθρώ- πους τους, γιατί αυτοί θα ελεη- θούν από το Θεό».

«Μακάριοι, εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε αμαρτία, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό».

«Μακάριοι, όσοι αγαπούν και εργά- ζονται για την ειρήνη, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού».

«Μακάριοι, όσοι έχουν καταδιωχτεί για χάρη της δικαιοσύνης, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών».

«Μακάριοι και ευτυχισμένοι να αι- σθάνεστε, όταν σας κακολογούν και σας καταδιώκουν και πουν εναντίον σας κάθε κατηγορία ψεύτικη για χάρη δική μου. Να χαίρεστε και να αγάλλε- στε, γιατί η ανταμοιβή θα είναι με- γάλη».

«Σεις είστε το αλάτι της γης (γιατί θα εμποδίσετε την ηθική σαπίλα). Αν όμως το αλάτι χάσει την ιδιότητά του και τη δύναμή του, με τι μπορεί να αλα- τιστεί, για να αποχτήσει πάλι τη δύ- ναμη του αλατιού; Τότε, δε χρησιμο- ποιεί σε τίποτα πια και δε μένει παρά να πεταχτεί στο δρόμο και να το κατα- πατούν οι άνθρωποι».

«Σεις είστε το φως του κόσμου. Δεν μπορεί να κρυφτεί από τα μάτια του κό- σμου μια πόλη που είναι χτισμένη ψηλά».

Τα εγκώμια

Με την ονομασία εγκώμια Επιτα- φίου, φέρονται στη βυζαντινή υμνολο- γία-υμνογραφία ειδικά τροπάρια, που ψάλλονται κατά τον Όρθρο του Μεγά- λου Σαββάτου. Κατά την τελετουργία, ψάλλονται το βράδυ της Μεγάλης Πα- ρασκευής εντός των ναών, λίγο πριν την εκφορά του Επιταφίου, όπου με- ρικά εξ αυτών και επαναλαμβάνονται κατά την εκφορά.

Πρόκειται για 185 σύντομα τροπά- ρια, που παρεμβάλλονται μετά τον 118ο ψαλμό, (ψαλμό του Αμώμου), ακολουθώντας σε τρεις στάσεις.

Η πρώτη στάση σε ήχο πλάγιο α ́ αρχίζει με το εγκώμιο «Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ…».

Η δεύτερη στάση σε ήχο πλάγιο α ́ αρχίζει με το εγκώμιο «Άξιον εστί μεγα- λύνειν σε τον Ζωοδότην…» και η τρίτη στάση σε ήχο γ ́ αρχίζει με το εγκώμιο «Αι γενεαί αι πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι Χριστέ μου».

Και οι τρεις παραπάνω στάσεις κα- ταλήγουν με το ίδιο τροπάριο-εγκώμιο που ξεκινούν, ενώ ο λειτουργών ιερέας ή αρχιερέας θυμιατίζει τον Επιτάφιο και από τις τέσσερις πλευρές του. Συνέ- χεια των εγκωμίων, ακολουθούν ευλο- γητάρια και στιχηρά ιδιόμελα.

Σε όλη την έκταση των ποιητικών κειμένων, δεσπόζουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετα στοιχεία: ο δραματικός λόγος και το θριαμβευτικό στοιχείο, η θνητό- τητα και η αθανασία, η λύπη και η χαρά, ο πόνος του Σταυρού, αλλά και ο θρίαμβος της Αναστάσεως.

Στάση πρώτη – Η ζωή εν τάφω

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.
Η ζωή πώς θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς. Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου, δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς. Μέτρα γής ο στήσας,
εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον, εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών. Ιησού Χριστέ μου,
Βασιλεύ του παντός,
τι ζητών τοις εν τω άδη ελήλυθας;
ή το γένος απολύσαι των βροτών.
Ο Δεσπότης πάντων
καθοράται νεκρός,
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών. Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας και επήγασας τω κόσμω την ζωήν. Μετά των κακούργων
ως κακούργος, Χριστέ,
ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας, κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού.
Ο ωραίος κάλλει
παρά πάντας βροτούς
ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.
Πότε ίδω, Σώτερ,
σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου; η Παρθένος ανεβόα γοερώς. Ανυμνούμεν, Λόγε,
σε των πάντων Θεόν,
τω Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν. Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε Αγνή,
και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς. Η ζωή εν τάφω,
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Στάση δεύτερη – Άξιον Εστί

Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην,
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού. Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε τον πάντων κτίστην·
τοις σοις γαρ παθήμασιν, έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς. Έφριξεν η γη,
και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη,
σου του ανεσπέρου φέγγους, Χριστέ, δύναντος εν τάφω σωματικώς.

τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω και βαρέος ύπνου εξήγειρας
του της αμαρτίας το των ανθρώ- πων γένος.

Μόνη γυναικών
χωρίς πόνον έτεκόν σε, τέκνον, πόνους δε νυν φέρω πάθει τω σω αφορήτους, έλεγεν η σεμνή.
Άνω σε, Σωτήρ,
αχωρίστως τω Πατρί συνόντα, κάτω δε νεκρόν ηπλωμένον γη φρίττουσιν ορώντα τα Σεραφείμ. δε μαθητήν,
ον ηγάπησας και σην μητέρα, τέκνον, και φθογγήν δος, γλυκύ- τατον,
έκραζε δακρύουσα η Αγνή.
Συ ως ων ζωής
χορηγός, Λόγε, τους Ιουδαίους εν σταυρώ ταθείς ουκ ενέκρωσας, αλλ’ ανέστησας και τούτων τους νεκρούς.
Κάλλος, Λόγε, πριν,
ουδέ είδος εν τω πάσχειν έσχες, αλλ’ εξαναστάς υπερέλαμψας, καλλωπίσας τους βροτούς θείαις αυγαίς.
Έδυς τη σαρκί
ο ανέσπερος εις γην φωσφόρος· και μη φέρων βλέπειν ο ήλιος εσκοτίσθη μεσημβρίας εν ακμή. Ήλιος ομού
και σελήνη σκοτισθέντες, Σώτερ, δούλους ευνοούντας εικόνιζον, οι μελαίνας αμφιέννυνται στολάς.

Στάση τρίτη – Αι γενεαί πάσαι

Αι γενεαί πάσαι,

ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου. Καθελών του ξύλου
ο Αριμαθαίας

εν τάφω σε κηδεύει. Μυροφόροι ήλθον
μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως. Δεύρο πάσα κτίσις ύμνους εξοδίους προσοίσωμεν τω Κτίστη. Ιωσήφ τρισμάκαρ, κήδευσον το σώμα

του Χριστού του ζωοδότου. Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν
κατά του ευεργέτου.

Ους έθρεψε τω μάννα, φέρουσι τω Σωτήρι χολήν άμα και όξος.
Ω της παραφροσύνης και της χριστοκτονίας της των προφητοκτόνων! Ιωσήφ κηδεύει

συν τω Νικοδήμω νεκροπρεπώς τον Κτίστην. Ζωοδότα Σώτερ,
δόξα σου τω κράτει,
τον Άδην καθελόντι. Ύπτιον ορώσα
η πάναγνός σε, Λόγε, μητροπρεπώς εθρήνει.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος; Θρήνον συνεκίνει
η πάναγνός σου μήτηρ, σου Λόγε νεκρωθέντος. Γύναια συν μύροις
ήκουσι μυρίσαι
Χριστόν το θείον μύρον. Ανέκραζεν η κόρη
θερμώς δακρυρροούσα,
τα σπλάχνα κεντουμένη.
Ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη; Τον Αδάμ και Εύαν ελευθερώσαι Μήτερ,
μη θρήνει, ταύτα πάσχω. Δοξάζω σου, Υιέ μου,
την άκραν ευσπλαγχνίαν, ής χάριν ταύτα πάσχεις.
Αι μυροφόροι, Σώτερ,
τω τάφω προσελθούσαι προσέφερόν σοι μύρα. Ανάστηθι, οικτίρμον,
ημάς εκ των βαράθρων εξανιστών του Άδου. Ανάστα, ζωοδότα,
η σε τεκούσα μήτηρ δακρυρροούσα λέγει. Έρραναν τον τάφο
οι μυροφόροι μύρα
λίαν πρωί ελθούσαι.

Καλό Πάσχα!