Με αφορμή την πρόσφατη επιστροφή στην Ελλάδα των ιστορικών φωτογραφιών που αποτυπώνουν την εκτέλεση των 200 πατριωτών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, ο Δήμαρχος Μινώα Πεδιάδας Βασίλης Κεγκέρογλου, απέστειλε επιστολή προς την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ζητώντας την παραχώρηση ψηφιακού αντιγράφου των φωτογραφιών που αφορούν το συγκλονιστικό αυτό γεγονός.
Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες βρισκόταν και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, μια εμβληματική και ηρωική μορφή της Αντίστασης, που έζησε στο Αρκαλοχώρι του Δήμου Μινώα Πεδιάδας. Μέσα από την επιστολή, ο Δήμαρχος ζητά να αποκτήσει το πολύτιμο αυτό ιστορικό τεκμήριο, ώστε να τιμηθεί η μνήμη των 200 εκτελεσθέντων και ιδιαίτερα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Στην επιστολή του επίσης, ο Δήμαρχος υπογραμμίζει τον βαρύ φόρο αίματος που κατέβαλε ο Δήμος Μινώα Πεδιάδας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με συνολικά 230 θύματα και τη σημασία της διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης και την απόδοση της δέουσας τιμής στον ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο ανδριάντας του οποίου «κοσμεί» ήδη το Αρκαλοχώρι.
Αναλυτικά η επιστολή του Δημάρχου Μινώα Πεδιάδας Βασίλη Κεγκέρογλου στην Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη με ημερομηνία 9 Μαρτίου 2026:
«Κύρια Υπουργέ,
Με σεβασμό παρακολουθήσαμε τις προηγούμενες εβδομάδες την προσπάθειά σας ώστε να περάσουν στα χέρια του Ελληνικού Κράτους οι φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 πατριωτών, που έγινε την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η συλλογή του εγκληματία πολέμου Υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ που βρέθηκε στην κατοχή του Βέλγου συλλέκτη Τιμ ντε Κράνε, πέρασε στα χέρια του Ελληνικού κράτους.
Ένα τεκμήριο μιας από τις πλέον εμβληματικές στιγμές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου της χώρα μας, είναι πλέον περιουσία του Ελληνικού λαού και στη διαχείριση του Υπουργείου Πολιτισμού, μετά από τις συντονισμένες και επιτυχημένες ενέργειές σας.
82 χρόνια απ’ αυτό το γεγονός, η αποκάλυψη των φωτογραφιών αποδεικνύει το ήθος, τη λεβεντιά, την ανδρεία, το θάρρος, τη θέληση για αγώνα και την απαξίωση του θανάτου, 200 ανδρών που στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και δολοφονήθηκαν από τους άνδρες της Βέρμαχτ, σε ένα από τα πολλά εγκλήματα του πολέμου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα, τα χρόνια 1941-1944.
Ανάμεσα στους 200 πατριώτες της Καισαριανής, βρέθηκε και ένα παλικάρι από τον τόπο μας, που γεννήθηκε στη Μικρά Ασία αλλά έζησε στο Αρκαλοχώρι του Δήμου Μινώα Πεδιάδας, ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης. Η ιστορία του είναι γνωστή.
Όταν ο Γερμανός αξιωματικός του είπε να βγει από την γραμμή της εκτέλεσης, ο Ναπολέοντας απάντησε ότι θα το κάνει, μόνο αν δεν προστεθεί κάποιος άλλος σύντροφος στη θέση του. Ο ανδριάντας του κοσμεί σήμερα την κεντρική πλατεία της πόλης του Αρκαλοχωρίου.
Κυρία Υπουργέ,
Το αποτύπωμα του Δήμου Μινώα Πεδιάδας στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι βαρύ. 75 θύματα στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, 15 θύματα στη Μάχη της Κρήτης και 140 θύματα στην περίοδο της κατοχής. Ένα σύνολο από 230 παλικάρια, 230 ήρωες, σύμβολα τιμής, θυσίας και οδηγός των νεότερων γενιών.
Γι’ αυτό θα θέλαμε να σας παρακαλέσουμε, εκτιμώντας τις προσπάθειες και την αγάπη σας στην ιστορία, να μας παραχωρήσετε ένα ψηφιακό αντίγραφο, όχι και των 262 φωτογραφιών που επέστρεψαν στη χώρα μας, αλλά εκείνων των φωτογραφιών που αναφέρονται και αποτυπώνουν την εκτέλεση των 200 πατριωτών και που ανάμεσά τους είναι ο δικός μας άνθρωπος, ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης».
……………………
Η κ. Μυρτώ Λαμπράκη, οδοντίατρος και μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρκαλοχωρίου, στον συλλογικό τόμο που εκδόθηκε από τον Δήμο Μινώα Πεδιάδας τον Νοέμβριο του έτους 2016 με τίτλο : Αν σ’αγαπά ο τόπος σου σε θέλει ο κόσμος όλος, στις σελίδες 223 – 230, έγραψε για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη τα εξής :
«Μια φορά κι ένα καιρό στα μέρη της Μικράς Ασίας, τότε ακόμα που ζούσαν εκεί Έλληνες, γεννήθηκε ένα παιδί που έμελλε να γίνει κάτι ξεχωριστό: ένας δίκαιος και έντιμος άνθρωπος, ένας γενναίος άνθρωπος… Ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης.
Ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης γεννήθηκε το 1909 στην Προύσα. Η οικογένεια του ξεριζώνεται βίαια όπως πολλές ελληνικές οικογένειες της Μικράς Ασίας και από την Προύσα έρχεται στην Κρήτη, στο Αρκαλοχώρι όπου περνά τα παιδικά του χρόνια.
Ο πατέρας του Φώτιος ασχολείται με την σηροτροφία, φυτεύει μουριές και παράγει μετάξι, μια τέχνη πολύ γνωστή στην Προύσα ενώ ο θείος του Φίλιππος Σουκατζίδης έχει εμπορικό κατάστημα υφασμάτων στο Αρκαλοχώρι.
Στο Αρκαλοχώρι ζει τις πιο τρυφερές προσωπικές του στιγμές: μικρό παιδί αποζητά με λαχτάρα το χαλβά της μάνας του, επισκέπτεται τους συγγενείς του και με την έμφυτη ευγένεια του ξεχωρίζει για τη φιλομάθεια του που τον οδηγεί να ζητά την συντροφιά μεγαλύτερων συγγενών και φίλων.
Μαθαίνει γράμματα και αργότερα φοιτά στην Εμπορική Σχολή Ηρακλείου την οποία τελειώνει με επιτυχία και παράλληλα διαβάζοντας μόνος του μαθαίνει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά ,Ρώσικα και Τούρκικα.
Κι ενώ ο Ναπολέοντας εργάζεται πλέον σαν λογιστής στο Ηράκλειο, στρατεύεται στο κομμουνιστικό κίνημα, ονειρεύεται ένα καλύτερο κόσμο, αγωνίζεται με όποιο τρόπο μπορεί να καλυτερέψει την ζωή των εργαζομένων και εκλέγεται Πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων του Ηρακλείου.
Παράλληλα αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο του Ηρακλείου και της Ιεράπετρας, όπου θα εργαστεί αργότερα, και όπως μας πληροφορεί ο Μανώλης Παπαδάκης, στα χέρια του οποίου βρέθηκε το αρχείο του εκδότη-πατέρα του, η αρθρογραφία του Ναπολέοντα ήταν πλούσια.
Γενικός τίτλος τριών επιφυλλίδων του στην εφημερίδα “Νέος Αγώνας” της Ιεράπετρας ήταν “Κοινωνικές και οικονομικές έρευνες”. Η πρώτη επιφυλλίδα έχει υπότιτλο “Η σπουδαιότητα των οικονομικών ζητημάτων”, ενώ οι άλλες δύο “Η εξέλιξη του ανθρώπου”.
Η εκλαϊκευτική εμβέλεια του Σουκατζίδη στην παρουσίαση αυτών των επιστημονικών θεμάτων “μαρτυρεί μια οξεία αναλυτική σκέψη και μια στέρεη για τον καιρό εκείνο γνώση της κοινωνιολογίας ως επιστήμης, όπως την καθόρισε ο Μαρξ”, επισημαίνει ο Παπαδάκης.
“Κουβεντολόι”, ήταν ο επίτιτλος του βδομαδιάτικου χρονογραφήματος του Σουκατζίδη. Ένα “κουβεντολόι”, απολαυστικό, με τη γλώσσα του λαού, με “τις αρχές της νέας, δίκαιης και ηθικής κοινωνίας που οραματιζόταν ο Σουκατζίδης”!
Παράλληλα συνάπτει στενή φιλία με την χαρισματική δασκάλα Μαρία Λιουδάκη από την Λατσίδα, φιλία που τον οδηγεί σε φιλολογικές αναζητήσεις και λαογραφικές μελέτες. Ο Ναπολέοντας ερωτεύεται την αδελφή της δασκάλας φίλης του, την Χαρά Λιουδάκη και την αρραβωνιάζεται.
Όλα αυτά όμως πολύ σύντομα ανατρέπονται και τις φωτεινές μέρες του χαρισματικού αυτού νέου τις διαδέχονται ζοφερές μέρες.
Εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης του συλλαμβάνεται από τη Δικτατορία Μεταξά και εξορίζεται κατ αρχήν στον Αϊ -Στράτη.
Από τον Αϊ -Στράτη μεταφέρεται τον Απρίλη του 1937 στις φυλακές της Ακροναυπλίας, στην Κατοχή στις φυλακές των Τρικάλων και της Λάρισας και τελικά παραδίδεται από το καθεστώς του Μεταξά μαζί με εκατοντάδες άλλους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς κατακτητές την ώρα που όλοι τους είχαν ζητήσει να σταλούν σαν στρατιώτες στο μέτωπο.
Ο Ναπολέοντας καταλήγει στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. μαζί με 200 άλλους κομμουνιστές συντρόφους του. Εκεί έμελλε να δείξει το ηθικό μεγαλείο του!
Επειδή μιλά καλά την γλώσσα των κατακτητών, τα Γερμανικά, του αναθέτουν καθήκοντα διερμηνέα του στρατοπέδου. Παρά τον ρόλο που αναλαμβάνει ο Ναπολέων δεν σταματά στιγμή να εμψυχώνει τους συγκρατουμένους του, οι οποίοι ζώντας σε απάνθρωπες συνθήκες κράτησης δοκιμάζονται σκληρά κάθε στιγμή.
Ώσπου κάποια μέρα έρχεται διαταγή να εκτελεστούν 200 κρατούμενοι σε αντίποινα για την επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών υποστράτηγου Φράντς Κρέχ (Franz Krech) στους Μολάους.
Ο διοικητής του στρατοπέδου στο Χαϊδάρι Καρλ Φίσερ (Karl Fisch) δίδει τον κατάλογο με τα ονόματα αυτών που θα πάνε για εκτέλεση κι ο Σουκατζίδης διαβάζει και το δικό του όνομα στην λίστα!
Ο Στρατοπεδάρχης κλονίζεται, ξέρει πόσο χρήσιμος είναι ο Ναπολέοντας για την λειτουργία του Στρατοπέδου και σπεύδει να ακυρώσει την εκτέλεση του:
-Όχι εσύ Ναπολέοντα!
Ο διανοούμενος αγωνιστής για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου ρωτά τον Στρατοπεδάρχη:
-Αν εξαιρεθώ εγώ, πόσους θα εκτελέσεις; 199;
-Όχι, 200 λέει η διαταγή!
-Τότε δεν δέχομαι να μπει άλλος στη θέση μου ! Μια μάνα μας περιμένει όλους! Δεν δέχομαι! απαντά στον εμβρόντητο Ναζί.
Στο τελευταίο γράμμα προς τον πατέρα του ο Σουκατζίδης έγραψε:
Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδερφούλα μου, κι οι δυο τους μεγάλοι άνθρωποι. Γεια, γεια πατερούλη! (λέγοντας ‘’κορούλα εννοεί την αρραβωνιαστικιά του Χαρά και αδελφούλα την δασκάλα Μαρία Λιουδάκη).
Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών κρατουμένων ορίστηκε την 1η Μάη του 1944.
Η Ρίτα Μπούμη- Παπά σ’ ένα κείμενο της αφηγείται την συγκλονιστική μαρτυρία της αφού «έζησε» η ίδια τη θυσία των παλληκαριών από το σπίτι της, που βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από το Σκοπευτήριο.
Γράφει η ποιήτρια:
“Η Πρωτομαγιά είχε ξημερώσει ολόστιλπνη σα να είχε βγει μόλις απ’ το λουτρό της και μοσχοβολούσε. Βαθυγάλανος ο ουρανός πάνω απ’ τον Υμηττό.
Η ανοιξιάτικη φύση, σ’ όλη της την έκρηξη, αύξαινε τη δίψα μας για ειρήνη και για ευτυχία. Κάτω από τις ταπεινές στέγες ξυπνούσαν οι εργατικοί πληθυσμοί, ανύποπτοι για την τραγωδία που σε λίγες ώρες θα παίζονταν στη συνοικία τους.
Ώρα επτά. Τα πρώτα γερμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα κυκλώνουν τη συνοικία μας. Δεν ήταν η πρώτη φορά…
Η είδηση φτάνει σαν αέρας, και περνώντας απ’ τις χαραμάδες διαδίδεται από σπίτι σε σπίτι. Θα εκτελεστούν 200 κρατούμενοι σε αντίποινα για το φόνο ενός Γερμανού στρατηγού.
Στις 8 αρχίζει η μεταφορά των κρατουμένων με κείνα τα σκοτεινά καμιόνια της Βέρμαχτ. Οι ταράτσες των γύρω σπιτιών γεμάτες θεατές που ζητούσαν να παρακολουθήσουν και να διαφυλάξουν στη μνήμη τους την πρωτοφανή τραγωδία μέχρι το τέλος.
Ύστερα από τα προκαταρκτικά, που άργησαν κι αυτά πολύ, και το τυπικό διάβασμα ενός καταλόγου, απ’ τον οποίο ο ήρωας Ναπολέων Σουκατζίδης αρνείται να εξαιρεθεί, όπως του πρότειναν οι δήμιοι, που σαν γερμανομαθή τον χρειάζονταν για διερμηνέα, οι μελλοθάνατοι χωρίζονται σε ομάδες.
Έτσι, σ’ ένα διαπασών από πατριωτικά τραγούδια, ζητωκραυγές, ηρωικές προτροπές των αμέσως επόμενων προς εκείνους που ήδη προχωρούσαν στο σφαγείο, οι ομάδες οδηγούνται προς το παμφάγο χαντάκι, που ήταν σκαμμένο στη ρίζα του ψηλού τοίχου.
Η εκτέλεση κρατά τέσσερις ολόκληρες ώρες. Όσο βαστά σ’ ένα κανονικό σφαγείο. Μια-μια ομάδα προχωρεί προς την τάφρο τραγουδώντας. Οι σφαίρες των οπλοπολυβόλων γαζώνουν με θυμό, τα σώματα λυγίζουν, πέφτουν στο χώμα, που έχει γίνει πηλός απ’ το αίμα, και οι χαριστικές βολές του ναζιστή υπαξιωματικού, δίνουν τέλος στο σφαδασμό των σωμάτων.
Ύστερα τα πτώματα σέρνονται από κει ματωμένα και φορτώνονται σε χειροκίνητα καρότσια για να οδηγηθούν έξω, όπου περιμένει η σκοτεινή φάλαγγα των φορτηγών αυτοκινήτων, για να παραλάβει και να μεταφέρει στους τάφους τα σφάγια. Η τάφρος ανασκάφτεται με τσαπιά, γρήγορα και κάθε φορά, για ν’ ανεβεί στην επιφάνεια άλλο χώμα, πιο στεγνό, και η επόμενη ομάδα προχωρεί με τις λέξεις Ελλάδα και ελευθερία στα χείλη.
Μεσημέρι. Το μακάβριο έργο των σφαγέων τελείωσε. Οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ, μπαίνουν, βολεύονται στην κούρσα τους και ξεκινούν. Πίσω τους ακολουθεί η φάλαγγα των καμιονιών με το φορτίο της.
Το αίμα των μαρτύρων της ελευθερίας, ζεστό ακόμα, στάζει από τα οχήματα για να σκορπίσει σε όλο τα μάκρος του δρόμου απίστευτα κόκκινα άνθη και ιδεογράμματα.
Το μπλόκο λύνεται κι οι πόρτες των σπιτιών ανοίγουν. Είναι δώδεκα και μισή. Στις φλέβες της συνοικίας μας, που είχαν παγώσει επί ένα ολόκληρο πρωινό, ξαναρχίζει η κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία βαριά κι αγχώδης.
Οι γυναίκες, που στη συμφορά σπεύδουνε πρώτες, μοιρολογώντας και σκούζοντας κατευθύνονται στον τόπο του Κρανίου. Και τότε μέσα στη μάντρα του Σκοπευτηρίου αρχίζει ομόφωνος ένας θρήνος οξύς, αβάσταγος, συγκλονιστικός.
Και το μνημείο που όφειλε να στήσει εδώ μέσα (εννοεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής) η Πατρίδα, δεν στήθηκε, είναι γιατί οι ισχυρές εκείνες δυνάμεις που φοβούνται το ηθικό μάθημα της ιστορικής μνήμης στις συνειδήσεις των λαών, μεσολάβησαν για να εμποδίσουν αυτό το υπέρτατο εθνικό χρέος.
Και πια όλοι ξέρουμε με ποια σκληρά και αδίστακτα μέσα οι ισχυρές αυτές δυνάμεις ισοπεδώνουν σαν μπουλντόζες τη θέληση των μικρών πατρίδων…”, καταλήγει μ’ αυτό το παράπονο χρόνια πριν η Ρίτα Μπούμη-Παπά.
Αυτό το χρέος το επιτέλεσε μια ομάδα από συντοπίτες μας στο Αρκαλοχώρι, με πρωτοβουλία των οποίων στήθηκε ο ανδριάντας του ήρωα στο τόπο που έζησε ενώ στο μεταξύ η Βουλή των Ελλήνων ανακήρυξε Εθνικό ήρωα τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη και ο Δήμος Καισαριανής τελεί κάθε Πρωτομαγιά εκδηλώσεις μνήμης στο Σκοπευτήριο για τους διακόσιους!
Παραμερίζοντας λοιπόν προκαταλήψεις και εμφυλιοπολεμικές αγκυλώσεις στήθηκε ο ήρωας στο έμπα της πόλης ώστε εμείς και οι επερχόμενες γενιές αντικρίζοντας τον κάθε μέρα σαν μια διαρκή υπενθύμιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι με ιδανικά πανανθρώπινα και να ξεπερνάμε την ιδιοτέλεια , την ιδιώτευση και την αδιαφορία που συχνά φυσάει στους δύσκολους καιρούς!
Να θυμίζει πως ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί με την αξιοπρέπεια του πάνω απ την οδύνη ακόμη και του θανάτου, έτσι όπως το αποτυπώνει ο ποιητής ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ στο ποίημα του ”1η Μαΐου 1944”:
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλικάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Σε μια περίοδο που ο ελληνικός λαός και η χώρα μας βιώνει τις οδυνηρές επιπτώσεις ενεργειών και αποφάσεων που χαρακτηρίστηκαν από ιδιοτέλεια, πλεονεξία, έλλειμμα φιλοπατρίας και σεβασμού στην αξιοπρέπεια και το μέλλον μας και δυστυχώς υποτέλειας σε ενδογενή και εξωγενή συμφέροντα, η αναφορά στον ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη, τον ήρωα της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, γίνεται φάρος που ακτινοβολεί και καταυγάζει τα σκοτάδια των καιρών μας».
Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου Πεδιάδος
