Ο Χαρκιάς
Το ιστορικό χωριό Πάρτιρα Μονοφατσίου Ηρακλείου

Ο Δημήτρης Δασκαλάκης ήταν γιος του Κυριάκου από τη Μαθιά Πεδιάδος και γεννήθηκε το 1905. Οι γονείς του το 1919 μετοίκησαν στο μικρό χωριό Βιτσιλιά Μονοφατσίου, αποκτώντας κτήματα, αγοράζοντάς τα από τους Οθωμανούς Κρήτες.

Οι Οθωμανοί διέκριναν ότι οι διεθνείς καταστάσεις ήταν εναντίον τους και ξεπουλώντας τις περιουσίες τους αναχωρούσαν για την Μικρασιατική γη. Ο Δημήτρης Δασκαλάκης παντρεύτηκε τη Βασιλική Νικολάου Σμυρνάκη από το γειτονικό χωριό Πάρτιρα και κατοίκησε πλέον εκεί, δημιουργώντας εξαμελή  οικογένεια.

Ο Δημήτρης Κυριάκου Δασκαλάκης με τη σύζυγό του Βασιλική (Σμυρνάκη)

Εκτός από γεωργός, ο Δημήτρης ήταν και άριστος σιδηρουργός ή Χαρκιάς όπως αποκαλείται το επάγγελμα αυτό στην Κρήτη. Απ’αυτό πήρε και το προσωνύμιο Χαρκιάς. Δημήτρης Δασκαλάκης ή Χαρκιάς. Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και στο τέλος του κατάφερε με πολλές δυσκολίες να επιστρέψει στην Κρήτη και το χωριό του, στις 16 Ιουλίου 1941, όταν την Κρήτη την είχαν καταλάβει τα γερμανικά στρατεύματα.

Αμέσως εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση στην Οργάνωση του Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά. Πήρε μέρος και στη Μάχη της Σύμης τον Σεπτέμβριο του 1943. Η αντιστασιακή του δράση ήταν πλούσια και γρήγορα, (με τη βοήθεια συνεργατών τους) αυτή η δράση έφθασε στα αυτιά των γερμανών αξιωματούχων.

Από τότε άρχισε η καταδίωξή του. Έπεσε τελικά στα χέρια τους, τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1944, ανήμερα του Αγίου Αντωνίου. Βασανίστηκε επί πολλές ημέρες από τους αιμοβόρους κατακτητές, ώστε να αποκαλύψει τους συντρόφους του.

Αφού δεν πήραν καμιά πληροφορία από τον Δημήτρη Δασκαλάκη, οι κατακτητές τον “εξαφάνισαν”. Δεν γνωρίζει κανείς την τύχη του παρά τις τιτάνιες προσπάθειες του πατέρα αλλά και των φίλων του. Σίγουρα όμως έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα και τη λευτεριά της.

Ο Παρτιριανός δάσκαλος Ιωάννης Ν. Φαρσαράκης, (1935 – …), στο βιβλίο του «Τα Πάρτιρα Ηρακλείου μέσα στην ιστορία της Κρήτης, έκδοση του Εξωραϊστικού Συλλόγου Παρτίρων το 1985, περιγράφει στις σελίδες 169-177 τη ζωή και το τέλος του παλικαριού Δημήτρη Κυριάκου Δασκαλάκη :

Το βιβλίο του Παρτιριανού δασκάλου Ιωάννη Ν. Φαρσαράκη με τίτλο «Τα Πάρτιρα Ηρακλείου μέσα στην ιστορία της Κρήτης». Εκδόθηκε από τον Εξωραϊστικό Σύλλογο Κοινότητας Παρτίρων στην Αθήνα το έτος 1985 και στο βιβλίο περιγράφεται η διαδρομή του ήρωα Δημήτρη Κυριάκου Δασκαλάκη ή Χαρκιά

 «Ο Δημήτρης Δασκαλάκης του Κυριάκου γεννήθηκε στο χωριό Μαθιά  της επαρχίας Πεδιάδος το 1905. Εγκαταστάθηκε στον οικισμό Βιτσιλιά με τους γονείς του  και τα αδέρφια του Βαγγέλη και Γιώργη το 1919. Στη Βιτσιλιά έμεναν ακόμη λίγες τουρκικές οικογένειες και από τον Τούρκο Μουλασάνη αγόρασαν κτήματα και ασχολούνταν με τη γεωργία.

Κατοίκησε στα Πάρτιρα το 1927, διότι ήλθε σε γάμο με τη Βασιλική Νικολάου Σμυρνάκη και απόκτησε δύο γιους και δύο κόρες.

Στα Πάρτιρα εκτός από γεωργός ήταν και σιδηρουργός. Επισκεύαζε όλα τα γεωργικά εργαλεία και έτσι εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό μας, αλλά και τα γειτονικά χωριά.

Το 1940 με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, επιστρατεύτηκε σαν έφεδρος και κατατάχτηκε στην Πέμπτη Μεραρχία Κρητών στο 43ο Σύνταγμα και υπηρέτησε στην Τρεμπεσίνα της Αλβανίας με την ειδικότητα του πολυβολητή. Είχε μάλιστα γεμιστή τον Γεώργιο Χριστοδουλάκη από τον Πατσίδερο. Στον ίδιο χώρο του αλβανικού μετώπου, πολεμούσαν και οι δύο αδελφοί του Βαγγέλης και Γιώργης.

Με την κατάρρευση του μετώπου και την υποχώρηση κατέβηκε στη Ναύπακτε και από εκεί στην Κόρινθο με τους συγχωριανούς : Δασκαλάκη Βαγγέλη αδελφό του, Δασκαλάκη Γιώργη, επίσης αδελφό του, Φιλιππάκη Σταύρο, Κοκκινάκη Ιωάννη, Κοκκινάκη Γρηγόρη, Φαρσαράκη Εμμανουήλ, Κατσουλάκη Ιωάννη, Σμυρνάκη Σταύρο, Σμυρνάκη Ιωάννη του Μιχαήλ, Φαρσαράκη Κωνσταντίνο του Νικολάου, Φαρσαράκη Μηνά, Βεριγάκη Μιχαήλ, Βεριγάκη Κωνσταντίνο και Σκουλά Δημήτριο.

Στην Κόρινθο συνάντησαν και άλλους Παρτιριανούς και έγιναν 26. Τις πρώτες ημέρες τους φιλοξενούσε ο Μοιραράκης Εμμανουήλ με τη γυναίκα του τη Χρυσάνθη μέχρι που ενοικίασαν ένα σπίτι και έμειναν και οι 26. Δε σταμάτησε όμως ο Μοιραράκης να τους συμπαρίσταται. Φρόντισε και έπιασαν εργασία στους δρόμους του Λουτρακίου και με το ημερομίσθιο που έπαιρναν μπορούσαν να συντηρούνται.

Ο Μιχαήλ Βεριγάκης  και ο Κωνσταντίνος Ν. Φαρσαράκης δεν εργάζονταν για να μένουν στο σπίτι και να ετοιμάζουν το φαγητό της ημέρας για όλους.  Επίσης ο Δασκαλάκης Βαγγέλης δεν εργαζόταν γιατί ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της Κορίνθου. Είχε φέρει, όμως, ένα μουλάρι από την Αλβανία και το πούλησε στην Κόρινθο 7.000 δραχμές.

Αφού έμειναν λίγο χρονικό διάστημα στην Κόρινθο, που ήταν στην κατοχή των Ιταλών, αναχώρησαν για την Καλαμάτα.  Έμειναν 5 μόνο Παρτιριανοί οι : Βεριγάκης Μιχαήλ, Βενεράκης Κωνσταντίνος, Δασκαλάκης Γεώργιος, Φαρσαράκης Κωνσταντίνος και Φιλιππάκης Σταύρος. Στην Καλαμάτα αφού εξασφάλισε πετρέλαιο ο Δασκαλάκης Δημήτρης από τα χωριά της Μεσσηνίας , βρήκαν καΐκι με καπετάνιο ηλικίας 18 ετών, επιβιβάστηκαν 600 άτομα με κατεύθυνση τα Χανιά.

Όταν πλησίασαν να μπουν στο λιμάνι των Χανίων δεν τους επέτρεπαν οι Γερμανοί που είχαν καταλάβει στο μεταξύ την Κρήτη. Τους παρακαλούσαν, τους έλεγαν ότι δεν έχουν νερό, ψωμί, ούτε πετρέλαιο για να επιστρέψουν στην Καλαμάτα, αλλά καμιά λύπηση.

Τους έδωσαν τελικά 10 λεπτά προθεσμία να φύγουν αλλιώς θα βούλιαζαν το καΐκι.  Αναγκάστηκαν τότε και έφυγαν και αποβιβάστηκαν σ’ένα ξερονήσι που απέχει περίπου 1500 μέτρα από την ξηρά.  

Στο ξερονήσι, όμως, υπήρχε γερμανική φρουρά και ο λοχαγός ήταν Αυστριακός και ήξερε τα ελληνικά.  Εκτίμησε τη θλιβερή κατάσταση που βρίσκονταν 600 άτομα, είδε πως έπιναν νερό από τη θάλασσα και τους επέτρεψε να μπαίνουν ανά πέντε άτομα σε μια πλαστική βάρκα και να αποβιβάζονται σε μια παραλία που δεν ελεγχόταν από Γερμανούς.

Όσοι ήξεραν να κολυμπούν  προσπάθησαν να βγουν  κολυμπώντας αλλά οι περισσότεροι πνίγηκαν. Οι Παρτιριανοί κατόρθωσαν να περάσουν όλοι απέναντι. Όταν είχαν περάσει στην παραλία περίπου οι μισοί άντρες, τους αντιλήφθηκαν οι Γερμανοί και συνέλαβαν περίπου 250 τους οποίους έκλεισαν σε στρατόπεδο των Χανίων.

Οι Παρτιριανοί πήγαν  σ’ένα χωριό, όπου οι κάτοικοι τους φιλοξένησαν πρόθυμα. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, με τις οδηγίες των κατοίκων, αναχώρησαν από το χωριό και περνώντας από βουνά και λαγκάδια για να μην πέσουν σε γερμανική φρουρά, έφθασαν στο χωριό Σπήλι όπου και διανυκτέρευσαν.

Το πρωί ενοικίασαν δυο γαϊδάρους με τους αγωγιάτες και από το Σπήλι έφθασαν στα Πάρτιρα στις 16 Ιουλίου 1941. Ήταν εξαντλημένοι από τις κακουχίες, αλλά χαρούμενοι και ευτυχισμένοι διότι αξιώθηκαν  να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους, μέσα στους αγαπημένους τους μετά από τόσους κινδύνους που αντιμετώπισαν.

Δεν πέρασαν πολλές ημέρες και ο Δημήτρης Δασκαλάκης οργανώθηκε στην Εθνική Αντίσταση Κρήτης στην ομάδα του Οπλαρχηγού Μανώλη Μπαντουβά. Διορίστηκε στρατιωτικός υπεύθυνος στην περιφέρεια των Παρτίρων και ήταν αναγνωρισμένος από το Αγγλικό Στρατηγείο. Είχε σύνδεσμο με τον αδελφό του τον Βαγγέλη και το Δημήτριο Ντιγκάκη και μετέφεραν σημειώματα με διαταγές της Ε.Ο.Κ.

Κατά το χρονικό διάστημα της κατοχής εξακολουθούσε να εργάζεται στο σιδηρουργείο, στο χαρκιδιό, όπως το λέγαμε εμείς τα παιδιά τότε, που συχνά πηγαίναμε να βλέπουμε πως δουλεύει το φυσερό. Τον βλέπαμε με μουτζουρωμένα χέρια και πρόσωπο να σφυρηλατεί τα κατακόκκινα από τη φωτιά σίδερα.

Και έπρεπε να εργάζεται, όταν δεν ήταν απασχολημένος στην Ε.Ο.Κ., για να ζήσει τη εξαμελή οικογένειά του, αλλά και να μη θεωρηθεί ύποπτος από την ενδεχόμενη παρακολούθηση που έκαναν οι συνεργάτες των Γερμανών. Γι’αυτό η υπηρεσία του στην Εθνική Αντίσταση ήταν περισσότερη τη νύκτα παρά την ημέρα.

Διέτρεχε πολλούς κινδύνους όχι μόνο από τους Γερμανούς αλλά και από τους καταδότες. Πάντα όμως ακολουθούσε τη φωνή της πατρίδας και αδιαφορούσε για τη ζωή του και την οικογένειά του. Πρώτα η πατρίδα και μετά η οικογένειά του.

Νέος και ρωμαλέος παντού πρωταγωνιστεί και αλλεπάλληλα ανδραγαθήματα διαπράττει με τους συντρόφους του. Ανδραγαθήματα που δεν μπορώ να περιγράψω, αλλά ούτε η γλώσσα να εξυμνήσει.

Το λαγούμι της Βιτσιλιάς χρησιμοποιεί για καταφύγιο, όπου διατηρεί πομπό και με συχνές επαφές με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής δίδει πληροφορίες για τον εχθρό και παίρνει διαταγές τις οποίες εκτελεί με αυτοθυσία.

Η μάχη αυτή των ηρωικών πατριωτών μας, οδήγησε σε απάνθρωπη και θηριώδη αντεκδίκηση των Γερμανών, οι οποίοι στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 κατάκαψαν τα χωριά της Βιάννου και εκτέλεσαν τους κατοίκους των. Μας είναι γνωστή η κατάσταση πολλών κατοίκων από τα καμένα χωριά της Βιάννου, που ήρθαν στα Πάρτιρα καταδιωκόμενοι ζητώντας προστασία.

Υπήρξε τροφοδότης του Αγώνα που διέθετε κατά περιόδους ποσότητες τροφίμων και υλικά, δηλ. σιτηρά, λάδι, είδη ιματισμού και υπόδησης από τα δικά του για τον Αγώνα.

Η γερμανική στρατιωτική αστυνομία (Γκεστάπο) δεν άργησε να πληροφορηθεί από τους καταδότες τη συμμετοχή και τη δράση του στην Εθνική Αντίσταση, στη μάχη της Βιάννου και γενικά στους ιερούς αγώνες του για το Έθνος και αποφάσισε τη σύλληψή του. Από τότε καταδιώκεται πάντοτε ο γενναίος άνδρας και η ζωή του γίνεται επικίνδυνη. Ουδέποτε όμως παρεξέκλινε από την πορεία του, ούτε η μεγάλη του καρδιά φοβήθηκε ποτέ, ούτε κλονίστηκαν οι πεποιθήσεις του.

Το μνημείο πεσόντων μπροστά από το Κοινοτικό Κατάστημα Παρτίρων. Πάνω του, μεταξύ των ονομάτων που είναι χαραγμένα, διακρίνουμε το όνομα του Δημήτρη Δασκαλάκη και το έτος 1944 που “εξαφανίστηκε” από τα κατοχικά στρατεύματα

Συχνά πολιορκούσαν το χωριό οι Γερμανοί για να τον συλλάβουν. Πολλές φορές τη νύχτα ολόκληρο γερμανικό σώμα περικύκλωνε το χωριό και έκαναν έρευνες στα σπίτια. Μας συγκέντρωναν όλους μικρούς και μεγάλους με βρισιές και ξύλο στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας τις παγερές νύχτες του χειμώνα και έψαχναν να βρουν τον Δημήτρη Δασκαλάκη.

Αλλά και μέρα ακόμη έκαναν ξαφνικές επιθέσεις. Μου έμεινε ολοζώντανη μια σκηνή της καταδίωξής του από έναν Γερμανό που έχει ως εξής : Στην αυλή του Δημοτικού σχολείου, (εκεί όπου είναι σήμερα το Κοινοτικό Κατάστημα), παίζαμε οι μαθητές κατά την ώρα του διαλείμματος και ξαφνικά τάραξε το παιγνίδι μας ένας πυροβολισμός και συγχρόνως άγριες γερμανικές βρισιές.

Στρέψαμε χωρίς καθυστέρηση το αθώο μας βλέμμα προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο ήχος του πυροβολισμού και αντικρίσαμε έξω από το νεκροταφείο τον Δημήτρη Δασκαλάκη να τρέχει και έναν Γερμανό σε απόσταση 100 μέτρα περίπου να τον καταδιώκει.

Πήδησε το δυτικό τοίχο του νεκροταφείου, μπήκε μέσα και με ελιγμούς ξαναπήδησε τον ανατολικό τοίχο και βρέθηκε στο αμπέλι του Γιάννη Γαβιολάκη. Τον Δημήτρη Δασκαλάκη δεν τον είδαμε πια διότι κατηφόρισε προς τα Κάτω Περιβόλια. Ο Γερμανός δεν πήγε από τον τοίχο του νεκροταφείου, αλλά από την πόρτα, χάνοντας έτσι χρόνο. Μπήκε στο νεκροταφείο, έψαξε αστραπιαία όλο τον χώρο, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε τον σκοπό του.  

Ο Δημήτρης Δασκαλάκης βεβαιώθηκε πια ότι πρέπει να είναι πιο προσεκτικός ακόμα και τη μέρα και έπαψε να κοιμάται στο σπίτι του.  Όμως ούτε φοβήθηκε ούτε δείλιασε, συνέχισε να κινείται με μεγάλους κινδύνους της ζωής του ανάμεσα στον εχθρό, να συλλέγει πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού και να τις μεταδίδει στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και να καταστρώνει σχέδια νε τους συνεργάτες του κατά των Γερμανών.

Για καλύτερη προφύλαξη έμενε τη νύχτα πίσω από το σπίτι του, στο ερειπωμένο σπίτι του Στυλιανού Παναγιώτου. Από τις πολλές αιφνιδιαστικές έρευνες, οι Γερμανοί πέτυχαν τον στόχο τους. Ήταν ξημερώματα της 17ης Ιανουαρίου 1944, μέρα βροχερή με πολύ κρύο και τα Πάρτιρα βρέθηκαν περικυκλωμένα από ολόκληρο γερμανικό σώμα, αλλά το σπίτι και η γειτονιά του Δημήτρη Δασκαλάκη πολιορκήθηκαν περισσότερο.

Δεν θα έφθαναν όμως στον σκοπό τους, αν δεν τον ειδοποιούσαν να φύγει. Η Καλλιόπη Αθανασάκη προχωρούσε τις πρωινές νυχτερινές ώρες κατευθυνόμενη στο κρησφύγετο του Δημήτρη Δασκαλάκη να τον ειδοποιήσει σχετικά με την περικύκλωση του χωριού και να προσέξει.

Οι Γερμανοί όμως την αντιλήφθηκαν μέσα στο σκοτάδι να βαδίζει στα στενά σοκάκια, υποψιάστηκαν και την παρακολούθησαν. Τη στιγμή που έβγαινε από τον κρυψώνα τον αντιλήφθηκαν και άρχισαν την καταδίωξή του χωρίς να τον πυροβολήσουν. Προσπάθησε να τους ξεφύγει τρέχοντας προς τον κατήφορο αλλά βρέθηκε περικυκλωμένος και μόλις πρόφτασε να μπει στο σπίτι του, γιατί δεν είχε άλλη διέξοδο.

Αμέσως όρμησε ένας Γερμανός να το συλλάβει, αλλά ο Δασκαλάκης προσποιήθηκε πως θέλει να του προσφέρει ρακή. Ο Γερμανός πιθανόν να μη βεβαιώθηκε πως ήταν ο καταζητούμενός τους και τον άφησε να βάλει από την νταμιτζάνα ρακή. Εκμεταλλευόμενος τότε ο Δασκαλάκης στιγμιαία απροσεξία του Γερμανού, πετάχτηκε έξω, έκλεισε την πόρτα, πήδησε στον δρόμο και προς στιγμή είδε κάποια ελπίδα σωτηρίας.

Ο Γερμανός όμως σύντομα άνοιξε την πόρτα και συνέχισε την καταδίωξη. Ο Δημήτρης Δασκαλάκης προλαβαίνει και αναρριχάται από τον εξωτερικό τοίχο στον οντά του Μανώλη Ανυφαντάκη, (πίσω από το καφενείο του Κων. Χουρδάκη). Ανεβαίνει και ο Γερμανός, μπαίνει στον οντά, ξαφνιάζεται από το αντίκρισμα της οικογένειας του Μανώλη Ανυφαντάκη, που προσπαθεί επίμονα να αρνηθεί ότι μπήκε μέσα ο Δασκαλάκης.

Ο Γερμανός μετά από γρήγορη έρευνα κατεβαίνει στην αυλή και μπαίνει στον στάβλο. Εκεί είχε καταφύγει ο Δασκαλάκης. Τον συλλαμβάνει και του δένει τα χέρια πίσω με το σκοινί του βοδιού που ήταν στον στάβλο. Δεν θα το κατόρθωνε όμως ο Γερμανός αν δεν έμπαιναν στο μεταξύ και άλλοι Γερμανοί στην αυλή του σπιτιού.   

Μετά τη σύλληψή του οι Γερμανοί έριξαν μια φωτοβολίδα στον αέρα, δόθηκε το σύνθημα ότι τον έπιασαν. Αμέσως άφηναν όλοι οι Γερμανοί την πολιορκία του χωριού και προχωρούσαν προς τα καφενεία. Όλο το χωριό πια ήξερε τα γεγονότα.

Εγώ βρισκόμουν στην πόρτα του σπιτιού μας με τους γονείς μου και τ’αδέλφια μου, όταν τον πέρασαν δεμένο οι φρουροί Γερμανοί άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω. Η μάνα μου άρχισε να προσεύχεται και να παρακαλεί τον Θεό και όλους τους αγίους να τον προστατέψουν, ενώ ένας Γερμανός μας αποδοκίμασε για τη συμπεριφορά της μάνας μου.

Τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στον Δημήτρη Δασκαλάκη και τον θαυμάζαμε. Είχε όρθιο το κορμί και ψηλά το κεφάλι. Ήταν ψύχραιμος, σωστός ήρωας. Φαινόταν πολύ περήφανος γιατί έκανε το χρέος του προς την πατρίδα. Εξάλλου ήταν φιλότιμος, γενναίος και ατρόμητο παλικάρι.

Είχε συναίσθηση της ιερής αποστολής του, γνώριζε τις ευθύνες του και τι συνέπειες θα είχε αν τον έπιαναν. Γι’ αυτό δεν παρουσιάζει καμιά έκπληξη το πρόσωπό του, αλλά περιφρόνηση προς τους πάνοπλους γκεσταμπίτες φρουρούς του και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε κατάσταση, να μη λυγίσει μπροστά σε κανένα μαρτύριο.

Την ίδια ώρα έπιασαν και τους Ιωάννη Εμμ. Βασιλάκη συνταξιούχο δάσκαλο, τον Κων. Κατροτζανάκη  και τον Δημήτρη Καπαράκη. Και οι 4 συνοδευόμενοι από τους Γερμανούς προχωρούσαν προς το Αρκαλοχώρι. Αξιοσημείωτο είναι ότι είχαν δέσει μόνο το Δημήτρη Δασκαλάκη.

Καθώς προχωρούσαν για το Αρκαλοχώρι, ο Δημήτρης Δασκαλάκης θυμήθηκε ότι έχει την τσέπη του την κατάσταση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, που περιλάμβανε 63 ονόματα. Φοβήθηκε μήπως τη βρουν οι Γερμανοί και προσποιήθηκε πως έχει σωματική ανάγκη.

Επειδή όμως ήταν δεμένα τα χέρια του, ζήτησε από τον Γερμανό φρουρό να επιτρέψει στον Δημήτρη Καπαράκη που ήταν ακριβώς δίπλα του να τον βοηθήσει. Ο Γερμανός παραμέρισε λίγο και τους άφησε μόνους.

Τότε ο Δημήτρης Δασκαλάκης ενημέρωσε γρήγορα τον Δημ. Καπαράκη και τον συμβούλεψε να πάρει την κατάσταση και να την κρύψει κάτω από μια πέτρα. Και πράγματι πήρε την κατάσταση και την έκρυψε με μεγάλη προσοχή κάτω από μια πέτρα κοντά στο σημερινό σφαγείο Αρκαλοχωρίου χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους Γερμανούς.

Στο Αρκαλοχώρι τους επιβίβασαν σε αυτοκίνητο και τους μετέφεραν στις φυλακές στο Ηράκλειο, πίσω από τον κινηματογράφο Ηλέκτρα στις Τρεις Καμάρες.

Την πρώτη νύκτα άρχισαν να βασανίζουν από νωρίς μόνο το Δημήτρη Δασκαλάκη. Οι άλλοι τρεις δε βασανίστηκαν. Άκουαν τις κραυγές από τα διπλανά κελιά που ήταν και περίμεναν από στιγμή σε στιγμή να ξεψυχήσει. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες λιποθύμησε και τον εγκατέλειψαν. Μετά λίγη ώρα συνήλθε και φώναξε στον Καπαράκη Δημήτρη, που ήταν πιο κοντά από τους άλλους και του είπε :

-Δημήτρη πεθαίνω, δεν αντέχω άλλο, έσπασε το στομάχι μου από το πολύ ξύλο και τρέχει αίμα.

Ο Καπαράκης Δημήτρης απάντησε :

-Κουράγιο, κάνε υπομονή και ο Θεός είναι μεγάλος.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο Γερμανός και συνέχισε τα βασανιστήρια πιο σκληρά.

Αυτά συμβαίνανε επί τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα άφησαν ελεύθερους όλους εκτός του Δημήτρη Δασκαλάκη. Τον πήραν από τις φυλακές, αλλά που τον πήγαν είναι άγνωστο. Όλες οι προσπάθειες του πατέρα του Κυριάκου Δασκαλάκη για να τον βρει πήγαν χαμένες.                                                                          

Όσοι γνώρισαν τον Δημήτρη Δασκαλάκη, παντού μιλούσαν και μιλούν  με πάρα πολύ εγκωμιαστικά λόγια για την εθνική δράση και τα ένδοξα κατορθώματά του. Το όνομά του ανήκει πια στην Ιστορία. Είναι σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας. Έμεινε ολοζώντανος στη μνήμη μας.

Είθε το χωριό μας τα Πάρτιρα, η Κρήτη και η Ελλάδα γενικά, να εξακολουθήσουν να παράγουν πολλούς άντρες σαν τον Δημήτρη Δασκαλάκη.

Εγώ, για να εκπληρώσω το οφειλόμενο καθήκον μου αρκέστηκα να σκιαγραφήσω τον λαμπρό βίο του. Είθε άλλος, που να έχει περισσότερη ικανότητα από μένα, να συντάξει λαμπρή και ακριβή τη βιογραφία του και να τον επαινέσει επάξια.

Αιωνία σου η μνήμη μεγάθυμε άνδρα !».

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου Πεδιάδος