Τα δύο πρώτα χρόνια της Κατοχής ήταν πολύ σκληρά. Η τροφή και κάθε μέσο επιβίωσης είχαν κατασχεθεί από τους Γερμανούς κατακτητές και ό,τι απέμενε το έκλεβαν οι μαυραγορίτες και το πουλούσαν στον λαό σε τιμές εξευτελιστικές. Στο τέλος του 1942, ένας καμεραμάν που είχε πάει στο Μέτωπο μαζί με τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού και γύριζε σκηνές πολέμου που είδαμε αργότερα σε ντοκιμαντέρ, ο Φιλοποίμην Φίνος, τόλμησε κάτι διαφορετικό.
Έχοντας ιδρύσει μαζί με τους αδελφούς Σκούρα στο Καλαμάκι τα Ελληνικά Κινηματογραφικά Στούντιο και έχοντας υπογράψει τη σκηνοθεσία του φιλμ «Το τραγούδι του χωρισμού», την πρώτη ελληνική ταινία με καταγραφή ήχου ταυτόχρονα με την λήψη της εικόνας, ο Φίνος αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία. Η ταινία λεγόταν «Η Φωνή της Καρδιάς». Το σίγουρο είναι πως η δική του καρδιά, δεν υπολόγιζε από φόβο.
Η υπόθεση της ταινίας
Δεκαπέντε χρόνια μετά την καταδίκη του για τη δολοφονία του εραστή της συζύγου του, ο κυρ Σπύρος αποφυλακίζεται λόγω καλής διαγωγής και αναζητά την κόρη του, για την οποία δεν γνωρίζει τι έχει απογίνει. Βρίσκει δουλειά σε μια ταβέρνα της Κηφισιάς, δίπλα σ’ έναν παλιό του φίλο, τον Αλέξη. Οι μήνες περνούν και μια μέρα, από την ταβέρνα περνάει ένα πλουσιοκόριτσο, η Λίλα, με την παρέα της. Ο κυρ Σπύρος δείχνει αρκετή συμπάθεια για το κορίτσι, που πρέπει να ‘χει την ίδια ηλικία με την κόρη του.
Η Λίλα είναι ερωτευμένη με τον Πέτρο, όμως την διεκδικεί και ο Τζώρτζης, ο οποίος μια βραδιά της επιτίθεται. Από το σημείο όμως περνάει τυχαία ο κυρ Σπύρος, ο οποίος την προστατεύει. Χολωμένος από το πάθημά του, ο Τζώρτζης εμποτίζει τον Πέτρο με την υπόνοια ότι οι σχέσεις του κυρ Σπύρου με τη Λίλα δεν είναι απλά φιλικές, αλλά μάλλον ανάρμοστες.
Η μητέρα και ο θετός πατέρας της Λίλας σχεδιάζουν να την παντρέψουν μ’ έναν πλούσιο γνωστό τους παρά τη θέλησή της. Με τη βοήθεια της μικρής της αδερφής, εκείνη ενημερώνει τον Πέτρο, ο οποίος προσφεύγει στη βοήθεια του κυρ Σπύρου, η παρεξήγηση με τον οποίο είχε πλέον λυθεί και οι σχέσεις των δύο ανδρών ήταν αποκατεστημένες. Ο κυρ Σπύρος, που στο μεταξύ είχε μάθει ότι η Λίλα ήταν η κόρη του, αποφασίζει να παρέμβει. Επισκέπτεται την πρώην σύζυγό του, τη Στέλλα, και της ζητάει να επιτρέψει στην κόρη τους να παντρευτεί όποιον εκείνη αγαπάει αληθινά και να μην υποχρεωθεί σ’ έναν γάμο χωρίς αγάπη, υποσχόμενος ότι δεν θ’ αποκαλύψει ποτέ στη Λίλα την πραγματική του ταυτότητα.
Στο μεταξύ η Λίλα συνειδητοποιεί ότι ο κυρ Σπύρος ήταν ο βιολογικός της πατέρας και, όταν εκείνος φεύγει από το σπίτι αποφασισμένος να τηρήσει την υπόσχεσή του, τον σταματάει, τον αγκαλιάζει και τον καθησυχάζει: «Θα έχω κι εγώ ένα σπιτάκι. Όχι μεγάλο σαν κι αυτό, ούτε και τόσο πλούσιο, μα που θα μπορεί να έχει ένα δωμάτιο και για σένα. Έλα! έλα να κρυφτείς εκεί… μπαμπά!».
Οι ηθοποιοί
Αιμίλιος Βεάκης ………… κυρ Σπύρος
Δημήτρης Χορν ………… Πέτρος
Καίτη Πάνου …………… Λίλα
Σμαρούλα Γιούλη ……… Ζιζή (αδερφή της Λίλας)
Λάμπρος Κωνσταντάρας .. Τζώρτζης
Αλέκος Λειβαδίτης …….. Αλέξης (φίλος του Σπύρου)
Νίτσα Τσαγανέα ……….. Στέλλα
Νίκος Ματθαίος ………… καθηγητής (κωμικός ρόλος)
… και οι: Παντελής Ζερβός, Σωτηρία Ιατρίδου, Βάνα Φιλιππίδου, Στέλιος Βόκοβιτς, Σμαράγδα Βεάκη, Ελένη Χαλκούση και Γιάννης Κοντούλης.
Tι πέτυχε αυτή η ταινία
Δεν ήταν μόνο η πρώτη ταινία στην ιστορία της Φίνος Φιλμ. Πρόκειται για μια ελληνική ταινία που διακόπτει για λίγο την ομοβροντία των προπαγανδιστικών ταινιών υπέρ του Γ’Ραιχ, που παίζονταν τότε στις αίθουσες της Αθήνας. Συνολικά, παραπάνω από 100.000 θεατές θα παρακολουθήσουν την ταινία σε διάστημα λίγων εβδομάδων, σε κάτι που εξελίσσεται σε άτυπο συλλαλητήριο κατά των κατακτητών.
Σε συνθήκες πείνας και ακραίας στέρησης, οι θεατές της ταινίας δραπέτευαν σε ένα όνειρο.οιάζει με παράλληλη πραγματικότητα, η ταινία δείχνει πελάτες ταβέρνας που ζητούν μαυροδάφνη με μεζέ, κοσμικά πάρτυ με βερμούτ και τάνγκο, ανέμελες παρέες σε βόλτες με ανοικτό ΙΧ, μέσα στο οποίο σερβίρονται από ένα ποτήρι ούζο ο καθένας «για τον δρόμ
Oι ανείπωτες δυσκολίες των γυρισμάτων (που ήταν ενίοτε και κωμικές)
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, Δημήτρης Ιωαννόπουλος, είχε αφηγηθεί κάποιες ιστορίες από τα γυρίσματα:
«Θυμάμαι μια μέρα στην Κηφισιά, στην ταβέρνα το “Μεθυσμένο αηδονάκι”, ετοιμαζόμαστε ν’ αρχίσουμε τη δουλειά μας. Ο Βεάκης έτοιμος στο ρόλο του ταβερνιάρη… Ο Λειβαδίτης με την πετσέτα στο χέρι. Ο πραγματικός ταβερνιάρης, ο Τζίμης, πότιζε τον κήπο του. Για μια στιγμή μπαίνουν δυο εργατικοί και θρονιάζονται σ’ ένα τραπέζι. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν γνωστοί του Τζίμη, και εκείνος ότι ήσαν δικοί μας γνωστοί. Όταν είδαμε ότι ούτε το ένα συνέβαινε, ούτε το άλλο, τους ρωτήσαμε ευγενικά:
– Τι θέλετε;
– Τι έχετε; μας ρώτησαν με τη σειρά τους, έτοιμοι να κανονίσουν την παραγγελία των.
Όταν τους εξηγήσαμε “τι έχουμε”, γέλασαν και παρεκάλεσαν να μείνουν. Μας χρειαζότανε μια παρέα και ομολογώ, ότι δεν τα κατάφεραν και άσχημα.
Άλλοτε πάλι στην Κηφισιά, και αυτό σ’ ένα ρωμαντικό περίπατο του Χορν και της Πάνου, κάποιος εργατικός που γύριζε από τη δουλειά του με την τσάπα στην πλάτη, δέχτηκε να παίξη το ρόλο ενός περαστικού. Έβαλε όμως μερικού όρους. Ήθελε πρώτα να… χτενιστή, να στρίψη το μουστάκι του και να βεβαιωθή μόνο του στον καθρέφτη ότι είνε εν τάξει. Και όταν του ικανοποιήσαμε όλες αυτές τις επιθυμίες του, ξανάβαλε το τσαπί στον ώμο του και πέρασε, όπως τον παρακαλέσαμε, με πειθαρχία που θα την ζήλευε ο πιο ευσυνείδητος κομπάρσος».
Ο συνθέτης Χρήστος Χαιρόπουλος, στην εφημερίδα Αθηναϊκή, το 1976
«Ήτανε στη μέση της Κατοχής. Ο Φιλοποίμην Φίνος εζήτησε από τον Δημήτρη Ιωαννόπουλο ένα σενάριο. Σκληροί οι καιροί, άγρια η εποχή. Το γύρισμα ενός έργου ήτανε κάτι πιο πολύ από κατόρθωμα. Γιατί λείπανε όλα! Από το ψωμί, μέχρι το φωτογραφικό υλικό! Μ’ όλα αυτά, ο Φίνος ετόλμησε! Βασισμένος στην φοβερή του διαίσθηση και στην ακαταπόνητη εργατικότητά του είχε την πεποίθηση ότι θα τα βγάλη πέρα.
Έγραψε ο Ιωαννόπουλος ένα δράμα ερωτικό και κοινωνικό, τη “Φωνή της καρδιάς”. […] Γυρίστηκε το έργο, το σκηνοθέτησε ο Ιωαννόπουλος, έγραψα τη μουσική. Αλλά στο γύρισμα παρουσιάστηκε μια δυσκολία: Τότε […] η λήψη δεν ήτανε σύγχρονη. Δηλαδή εικόνα και ήχος δεν γυριζόντουσαν μαζί. Πρώτα γυριζότανε η εικόνα, κι έπειτα βλέπανε οι ηθοποιοί να προβάλλεται η ταινία βουβή, απαγγέλλανε τα λόγια, παρακολουθώντας τις κινήσεις των χειλιών τους στην κινούμενη φωτογραφία, συγχρονίζαμε κι εμείς τη μουσική. Αλλά ο Βεάκης δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να συγχρονιστή. Γίνανε δοκιμές πολλές, αδύνατον! Η «εκ των υστέρων» κουβέντα του –το “πλαίυ-μπακ” του κινηματογράφου– δεν ήτανε δυνατόν να συμπέση με τη βουβή εικόνα.
Αφού είδε κι απόειδε ο Φίνος, φώναξε έναν άλλον ηθοποιό, τον αξέχαστο Καρούσο, κι αυτός “ντουμπλάρησε” τον Βεάκη –όπως αργότερα ντουμπλάρησε και τον Αττίκ για τον ίδιο λόγο στα «Χειροκροτήματα” του Γιώργου Τζαβέλλα. Έτσι, στη “Φωνή της Καρδιάς” εμφανίσθηκε μεν ο Βεάκης, αλλά ακούσθηκε ο Καρούσος.
Επροχώρησε και τέλειωσε η ταινία. Αλλά, άμα την είδαμε στη δοκιμαστική προβολή, διαπίστωσα κάτι που δεν το είχε προσέξει κανείς: Στη βασική, τη δραματική σκηνή του έργου […] η Νίτσα Τσαγανέα προσπαθεί να πείση, επίμονα κι επιτακτικά, την Καίτη Πάνου να παντρευτή αυτόν που δεν αγαπάει –τον Πομόνη– κι όχι αυτόν που αγαπάει –τον Τάκη τον Χορν. Αγριεύουνε τα πράγματα, η κόρη αρνιέται επίμονα, και σε μια στιγμή λέει στη μάνα της: “Κάποιος θάπρεπε να σου θυμίση ότι, εκτός από το συμφέρον, υπάρχει και η φωνή της καρδιάς”…»
«Ειρηνικά, η μητέρα ρωτάει: «Κι αυτός ο “κάποιος” για εξήγησε μου ποιος θα είναι;… «Εγώ!» απαντάει ο Βεάκης, δρασκελίζοντας το παράθυρο και μπαίνοντας στο δωμάτιο!.. Αλλά, πριν, σε μια προηγούμενη εικόνα, είχαμε δει το σπίτι της Τσαγανέα στην Κηφισιά, διώροφη βίλλα. Έφτανε από κάτω ο Τάκης ο Χορν με αυτοκίνητο, και κορνάριζε για να βγη η Καίτη Πάνου. Αυτή άκουγε, άνοιγε τη μπαλκονόπορτα του δωματίου της –στο δεύτερο πάτωμα– κι έβγαινε.
– Δε μου λες, ρώτησα τον Ιωαννόπουλο, αφού έχουμε δη ότι το δωμάτιό της είναι στο δεύτερο πάτωμα, πώς ο Βεάκης δρασκελίζει την μπαλκονόπορτα και μπαίνει σαν να είναι ισόγειο;
Είδε την γκάφα του ο Ιωαννόπουλος κι άρχισε να τραβάη τα μαλλιά του –είχε πολλά τότε.
– Είναι λάθος μου, δραματικό κι ασυγχώρητο, είπε. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε το πλάνο με τον Χορν, το εξωτερικό.
Αγρίεψε ο Φίνος:
– Είσαι καλά; Και νομίζεις ότι έχω “νεγκατίφ” για να ξαναγυρίζω τα πλάνα που δεν σου αρέσουνε;
– Δεν είναι ότι δεν μου αρέσει η σκηνή, αλλά είναι λάθος. Δεν το βλέπεις κι εσύ;
– Ας μην τόκανες. Για να βρω αυτό το λίγο φωτογραφικό υλικό, πλήρωσα ένα μάτσο χρυσές λίρες –μαύρη αγορά. Όπως είναι, θα μείνη».
Πώς αντέδρασαν οι Γερμανοί
Ο Γερμανός διοικητής της Γκεστάπο, Έριχ φον Ρόγιενμπεργκ είχε αντιληφθεί την αναταραχή των Ελλήνων. Γι’ αυτό και διέταξε τη σύλληψη τόσο του Φιλοποίμενα όσο και πατέρας του, που οδηγήθηκαν στα κελλιά της οδού Μέρλιν. Ο πρώτος, κατηγορούμενος για αντίσταση κατά του καθεστώτος, καταδικάστηκε από το στρατοδικείο εις θάνατον, αλλά αφέθηκε εν τέλει ελεύθερος για να μην προκληθούν αντιδράσεις. Αντίθετα, ο δεύτερος, κατηγορούμενος ως κομμουνιστής, εκτελέστηκε.
Mε στοιχεία από: IMDB, Πρώτες Ταινίες Blogspot.
