Γι’ αυτούς που εθελοντικά φωνάξανε παρών, στα ηρωικά σαλπίσματα της μαύρης κατοχής…
Στρατόπεδο συγκέντωσης Μαουτχάουζεν. Στη φωτογραφία διακρίνονται όμηροι του στρατοπέδου σε καταναγκαστική εργασία χρησιμοποιώντας βαγόνια Decauville (ντεκοβίλ)

Η περίοδος 1941-1945, που το νησί μας η Κρήτη πέρασε στα χέρια των δυνάμεων  του άξονα, ήταν μία από τις φριχτότερες περιόδους της ιστορίας της. Χωριά  καταστράφηκαν συθέμελα, άνθρωποι στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και  τουφεκίστηκαν, πατριώτες βασανίστηκαν απάνθρωπα, γυναίκες χωρίστηκαν από τα  παιδιά, τους συζύγους  και τους γονείς τους, παιδιά ορφάνεψαν, περιουσίες  καταστράφηκαν, πολύτιμα αντικείμενα πέρασαν στα χέρια των κατακτητών,  προϊόντα και περιουσίες λεηλατήθηκαν, υπόδουλοι Κρήτες αναγκάστηκαν να  δουλεύουν στις εξοντωτικές αγγαρείες, (δεκαπενταμερίες), για να οχυρωθεί  η  Κρήτη.

Καταναγκαστική εργασία στα αεροδρόμια, στα λιμάνια και στα διάφορα  οχυρωματικά έργα των Γερμανών. Καταναγκαστική εργασία με τις πιο άθλιες  συνθήκες που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η ζωή των υπόδουλων Κρητικών για τους  κατακτητές, δεν είχε καμιά αξία.

Τέλος, άνθρωποι εξαφανίστηκαν. Πέφτοντας στα χέρια των Γερμανών, από κει και  έπειτα αγνοούνταν η τύχη τους. Τι πιο σκληρό για τους δικούς τους ανθρώπους ; Να  μην ξέρουν αν ζουν ή αν έχουν πεθάνει. Και να καρτερούν. Και να  περιμένουν. Και  να περνούν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια χωρίς να δίνουν σημεία ζωής. Ώσπου  στο τέλος να πιστέψουν ότι το παιδί τους, ο πατέρας τους, ο σύζυγός τους, ο αδερφός τους, ο  συγγενής τους, δεν επρόκειτο πλέον να ξαναφανεί.

Είναι αδήριτη ανάγκη σήμερα, μέσα από την ιστορική έρευνα, να γνωρίσουμε, να  μάθουμε  γι’αυτούς  που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά, την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία.

Ο αντιστασιακός Κριτόλαος Ψαρουδάκης από το χωριό Αποδούλου Αμαρίου  γράφει στη σελίδα 7 του βιβλίου του “Αγωνίες  και  αγώνες  μιας εποχής” :

«…έχουμε άλλωστε υποχρέωση να ξέρομε ποιοι δώσανε τη ζωή τους στη  γερμανική Κατοχή αγωνιζόμενοι ενεργά ενάντια του εχθρού και το άπειρα  ιερότερο, αγωνιζόμενοι εθελοντικά, για να ζούμε μεις σήμερα ελεύθεροι, με μια  μόνη υποχρέωσή μας, να τιμούμε ευλαβικά τη μνήμη τους την ιερή.

Αλίμονο σ’αυτούς που ξεχνάνε ή δεν θένε να μάθουν την ιστορία της πατρίδας  τους γενικά και ειδικά του τόπου τους και τέλος του χωριού τους…».

Τα χρόνια 1941-1945 αρκετοί Κρητικοί συνελήφθησαν από τους Γερμανούς και  έκτοτε δεν έδωσαν σημεία ζωής. Άλλοι στάλθηκαν στα στρατόπεδα  συγκέντρωσης και εργασίας της Γερμανίας και της Πολωνίας όπου θυσιάστηκαν, άλλοι  εκτελέστηκαν και τάφηκαν στη διαδρομή προς  την αιχμαλωσία και άλλοι  “εξαφανίστηκαν” από τους κατακτητές. Δεν έδωσαν ποτέ ξανά σημεία ζωής στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, ούτε στα χρόνια της απελευθέρωσης. Οι δικοί τους άνθρωποι τους θεωρούν νεκρούς που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα.

Καλαϊτζάκης Ιωάννης του Παύλου :

Ο Γιάννης Καλαϊτζάκης του Παύλου από το χωριό Κασταμονίτσα. Στις 15 Ιουνίου 1943 οδηγήθηκε από τα κατοχικά στρατεύματα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου και από εκεί δεν επέστρεψε ποτέ

Γεννήθηκε στην Κασταμονίτσα Πεδιάδος  ανήμερα των Χριστουγέννων το έτος 1916. Ήταν ένας εύσωμος και δυνατός άντρας.  Οργανώθηκε στην Αντίσταση και μια μέρα που πήγαινε τρόφιμα με το μουλάρι του  στην μάντρα του Σηφογιάννη, στη θέση Καράς το Πηγάδι, πιάστηκε από τους  Γερμανούς στην περιοχή “Βόλιτες”, στο μονοπάτι που ενώνει την Κασταμονίτσα με  το Λασίθι. Οδηγήθηκε στο Ηράκλειο. Κλείστηκε στα μπουντρούμια της Γκεστάπο.

Στη συνέχεια κλείστηκε στη στοά Μακάσι. Από τη στοά  που βρίσκεται σήμερα κάτω από  τον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη, οδηγήθηκε μαζί με άλλους πατριώτες στα  στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας στις 15 Ιουνίου 1943. Από την αποστολή  αυτή του Ιουνίου, δεν γύρισαν πίσω 101 Κρήτες πατριώτες.

Δεν γύρισε ούτε ο  Ιωάννης Παύλου Καλαϊτζάκης. Ο Δήμος Ηρακλείου έχει αναρτήσει  μαρμάρινες πλάκες στην είσοδο της στοάς και μεταξύ των ονομάτων διαβάζουμε και το όνομα του Γιάννη Καλαϊτζάκη.

Από απογόνους της οικογενείας του,  ενημερωθήκαμε ότι ο Γιάννης έστειλε χαιρετισμούς με  κάποιον συγκρατούμενό του από το Λασίθι στο στρατόπεδο Νταχάου. Ο Λασιθιώτης είχε καταφέρει να επιστρέψει πίσω μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι δικοί του άνθρωποι σήμερα πιστεύουν ότι οι Γερμανοί, τις τελευταίες μέρες της  κυριαρχίας τους και λίγο πριν την απελευθέρωση των κρατουμένων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Ράιχ, οδήγησαν τον Γιάννη στους θαλάμους των αερίων. Το ίδιο έκαναν και σε χιλιάδες αιχμαλώτους, ώστε  να μη γίνουν μάρτυρες των συνθηκών κράτησής τους και των απάνθρωπων βασανιστηρίων του Νταχάου.

Ο πρώην κοινοτάρχης της Κασταμονίτσας Γιάννης Φραγκιαδάκης και όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ονόμασαν ένα δρόμο της Κασταμονίτσας σε οδό  Ιωάννη Π. Καλαϊτζάκη.

Δαμιανάκης Γεώργιος του Αντρέα :

Ο Δαμιανάκης Γεώργιος του Αντρέα από το χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Εξαφανίστηκε το 1943, ένας πατριώτης απ’αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά

Ο Γεώργιος Δαμιανάκης του Αντρέα γεννήθηκε  στις 2 Νοεμβρίου 1893 στο χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Έλαβε μέρος στους  Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετώντας στο μέτωπο με τον βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού.

Πήρε μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως υπολοχαγός. Στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν 47 χρονών. Υπέβαλε αίτηση να στρατευτεί εθελοντικά αλλά η αίτησή του δεν έγινε δεκτή. Έτσι παρέμεινε στους Αποστόλους.

Το 1943 ομάδα Γερμανών στρατιωτών ερεύνησε το σπίτι του στους Αποστόλους. Οι κατακτητές τον είχαν υποψιαστεί ως πρώην αξιωματικό, ότι μετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Σε μια κρύπτη του σπιτιού,  βρήκαν ένα περίστροφο.  Τον συνέλαβαν αμέσως και τον οδήγησαν δέσμιο στο Φρουραρχείο Καστελλίου.

Μετά την πολύωρη ανάκρισή του, μεταφέρθηκες στο Ηράκλειο. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του. Οι  συγγενείς του πιστεύουν ότι οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γερμανίας  όπου και πέθανε από τις κακουχίες.

Ο εγγονός του καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης Κώστας Ποταμιανάκης, πιστεύει  ότι το στρατόπεδο που τελικά κλείστηκε από τους κατακτητές, ήταν το φοβερό Μάουτχαουζεν. Αυτήν την πληροφορία είχαν από τις πολύχρονες έρευνες που έκαναν.  Στα Δημοτολόγια του πρώην Δήμου Καστελλίου, ως ημερομηνία θανάτου του έχει σημειωθεί η 10η Ιουνίου 1944. Είναι η επόμενη ημέρα από τη βύθιση του πλοίου Τάναις από βρετανικό υποβρύχιο ανοιχτά της Σαντορίνης. Ίσως ο Γεώργιος Αντρέα Δαμιανάκης να ήταν ένας από τους 250 Κρητικούς που επιβίβασαν οι Γερμανοί στις  9  Ιουνίου 1944 στο πλοίο και στη συνέχεια βυθίστηκε στη Σαντορίνη από το βρετανικό υποβρύχιο VIVID.

Στρατάκης Βασίλης του Κανάκη.

Ο Στρατάκης Βασίλης του Κανάκη από το χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο Μάουτχαουζεν στην Αυστρία

Ήταν γιος του Κανάκη Στρατάκη και της  Μαρίας, από το χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Μοναχογιός από τα πέντε παιδιά που  απέκτησε ο Κανάκης με τη σύζυγό του Μαρία. Οι  αδερφές του Βασίλη ήταν η  Στυλιανή, η Ευαγγελία, η Καλλιόπη και η Ιωάννα.

Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο ο Βασίλης Στρατάκης πήρε μέρος, έχοντας τον βαθμό  του έφεδρου ανθυπολοχαγού. Όταν κατέρρευσε το μέτωπο, ο Βασίλης βρέθηκε στην  Αθήνα, μαζί με πολλούς στρατιώτες από την Κρήτη, ψάχνοντας όλοι μέσον για να επιστρέψουν στο νησί. Εκεί γνωρίστηκε με την Αθηναία Αιμιλία Λιάσκου και  αρραβωνιάστηκαν. Παρέμεινε έτσι στην Αθήνα, εγκαταλείποντας την προσπάθεια  επιστροφής του στους Αποστόλους.

Το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του ήταν στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα στενό  δρόμο πίσω από την οδό Πατησίων. Σε ξαφνική έφοδο των Γερμανών στο σπίτι της  Αιμιλίας το έτος 1943, πιάστηκε και του αποδόθηκε κατηγορία τη στιγμή της σύλληψής του ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και εχθρός του καθεστώτος, όπως του ανακοίνωσαν οι κατακτητές.

Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του. Οι συγγενείς και απόγονοι της οικογένειάς του στους Αποστόλους, γνωρίζουν με σιγουριά ότι μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης  της Γερμανίας, (ίσως στο Μάουτχαουζεν, όπως και ο συγχωριανός του Γεώργιος Δαμιανάκης.

Μετά την Κατοχή οι δικοί του πληροφορήθηκαν ότι ο Βασίλης Κανάκης  εξοντώθηκε από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν.

Η αρραβωνιαστικιά του Αιμιλία παντρεύτηκε, αλλά ποτέ δεν ξέχασε τον τόπο  καταγωγής του πρώην αρραβωνιαστικού της και πολλές τα μετακατοχικά χρόνια επισκέφτηκε τους Αποστόλους και τις αδερφές του Βασίλη.

…………

Μία εικόνα από τη ζωή των εγκλείστων ζωντανών – νεκρών του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν, (όπου είχαν οδηγηθεί ο Γεώργιος Δαμιανάκης και ο Βασίλης Στρατάκης), μας δίδει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο βιβλίο του «Μάουτχαουζεν», κρατούμενος και ο ίδιος σ’αυτό. Ο Ιάκωβος Καμπανέλης περιγράφει σκηνές με πρωταγωνιστή ένα παλικάρι, τον Αντώνη από τους Αμπελόκηπους των Αθηνών. Διαβάζουμε το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο :

«…ο Αντώνης απ’τους Αμπελοκήπους είχε έρθει στο Μαουτχάουζεν τον Απρίλη  του σαράντα τέσσερα. Εμείς οι παλιοί είχαμε πια οργανωθεί για καλά και για  κάθε ερχομό καινούριου παίρναμε αμέσως είδηση. Τον Αντώνη όμως τον φέρανε  νύχτα, τον χώσανε και στην απομόνωση απ’την πρώτη ώρα…

…την άλλη μέρα το πρωί στο προσκλητήριο τον είδαμε από μακριά. Το  συνεργείο των τιμωρημένων έβγαινε πάντα πρώτο για δουλειά. Ξέραμε καλά τι  ήταν η “σκληρή εργασία”. Κατέβαιναν τρέχοντας τα 225 σκαλιά του λατομείου,  έφταναν τρέχοντας 200 μέτρα πιο πέρα, τους φόρτωναν ένα αγκωνάρι στη ράχη,  γύριζαν τρέχοντας στη σκάλα, ανέβαιναν τα 225 σκαλιά και τρέχοντας πάλι  πήγαιναν μισό χιλιόμετρο μακριά. Αυτό γινόταν δώδεκα ώρες κάθε μέρα…

…σ’ένα ανέβασμα της σκάλας ένας Εβραίος παραπατά. Ο Αντώνης του’καμε  νόημα να πλησιάσει. Ο Εβραίος πλησίασε κι ο Αντώνης κράτησε το δικό του  αγκωνάρι με το δεξιό και με τ’αριστερό ανασήκωσε τ’αγκωνάρι του Εβραίου.  Όμως αυτό έγινε κοντά στη μέση της σκάλας. Έμενε ακόμα πολύ ανέβασμα.

Ο  Ες-Ες τους είδε και τους χώρισε. Διάταξε τον Εβραίο να τρέξει. Αυτός ανέβηκε  λίγα σκαλοπάτια, ύστερα άφησε την πέτρα να πέσει και γονάτισε στο σκαλί. Ο  Ες-Ες πλησίασε και του είπε να ανοίξει το στόμα. Ο Εβραίος άνοιξε το στόμα. Ο  Ες-Ες έβγαλε το περίστροφο, το’χωσε στο στόμα του Εβραίου και πυροβόλησε.

Ύστερα γύρισε προς τον Αντώνη και στύλωσε τα μάτια πάνω του. Ο Αντώνης  τον κοίταξε άφοβα έπειτα πλησίασε στο νεκρό, φορτώθηκε και το δεύτερο  αγκωνάρι  και συνέχισε να ανεβαίνει τη σκάλα.  Όταν ξαναγύρισαν στο λατομείο  για να ξαναφορτωθούν αγκωνάρια, ο Ες-Ες φώναξε τον Αντώνη να πάει κοντά. 

Άρχισε να βολταρίζει σα μανιακός ανάμεσα στις πέτρες και να ψάχνει. Βρήκε ένα  αγκωνάρι διπλό απ’ τ’ άλλα, το’δειξε στον Αντώνη και είπε : -Αυτό είναι το  δικό σου. Ο Αντώνης κοίταξε το αγκωνάρι, ύστερα τον Ες-Ες, ύστερα τα σκόρπια  αγκωνάρια γύρω γύρω. Όλοι οι άλλοι κάνανε πως δεν βλέπανε, πως δεν  ακούγανε. Τρέμανε για το τι θα’βγαινε από τούτο το μπλέξιμο.

Αυτός ο Έλληνας  πήγαινε φιρί φιρί. Ο Ες-Ες είχε κιόλας βγάλει το περίστροφό του απ’τη θήκη,  το’τριβε νευρικά στο πανταλόνι του κι ετοιμαζόταν. Ο Αντώνης σταμάτησε  μπροστά σ’ένα αγκωνάρι, ακόμα πιο μεγάλο από κείνο που του διάλεξε ο Ες-Ες.

-Αυτό είναι το δικό  μου, είπε. Και το φορτώθηκε. Σ’όλους τους δρόμους που  κάνανε ως το βράδυ, σ’όλα τα κουβαλήματα ώσπου σήμανε η ώρα για μέσα, ο  Αντώνης διάλεγε και φορτωνόταν τα πιο βαριά αγκωνάρια…».

Στις 13 Φεβρουαρίου 1944, δολοφονήθηκε πισώπλατα από τους Γερμανούς, ο Αρχηγός των Ανωγείων και Άνω Μυλοποτάμου Γιάννης Δραμουντάνης Στεφανογιάννης. Μετά την εκτέλεσή του, οι άντρες του γερμανικού τακτικού στρατού με τους γερμανόφιλους συνεργάτες που τους συνόδευαν, έλυσαν τον κλοιό του χωριού και αποχώρησαν από τ’Ανώγεια. Μαζί τους πήραν έντεκα Ανωγειανούς. Τους οδήγησαν στο Ηράκλειο και μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζει κανείς τι απέγιναν.

Ο Γεώργιος Δραμουντάνης του Βασιλείου (Κακοπάντηδου). Στις 13 Φεβρουαρίου 1944, ημέρα που δολοφονήθηκα από τα στρατεύματα κατοχής στα Ανώγεια ο Αρχηγός Στεφανογιάννης, πιάστηκε μαζί με άλλους δέκα (10) συγχωριανούς του και από τότε αγνοείται η τύχη τους

Διάφορες φήμες και εκτιμήσεις από τις οικογένειες των απαχθέντων, αναφέρουν ότι επιβιβάστηκαν από το λιμάνι της Σούδας στο πλοίο «KAVO PINO» με τελικό προορισμό τη Γερμανία. Κατά τον απόπλου του, τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο. Η πληροφορία δεν τεκμηριώνεται, αφού το συγκεκριμένο πλοίο τορπιλίστηκε και βυθίστηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1944, πριν τη σύλληψη των έντεκα Ανωγειανών.

Ο +Σωκράτης Σαλούστρος, αδελφός του Βασίλη Σαλούστρου, ενός από τους ομήρους, διηγείται ότι οι 11 Ανωγειανοί εκτελέστηκαν στην περιοχή «Δυο  Αοράκια» του Ηρακλείου. Την ίδια πληροφορία αντλούμε από το τραγούδι του Νικολάου Κοκοσάλη που έγραψε για τον πατέρα του Ανδρέα, της ομάδος των 11 Ανωγειανών που «εξαφανίστηκαν» στις 13 Φεβρουαρίου 1944. Ακόμη μια εκτέλεση από τη Βέρμαχτ που δεν έγινε γνωστή αλλά κρατήθηκε στα «συρτάρια» της ιστορίας.

Η  «Έκθεση περί της δράσεως της ενόπλου Ομάδος Αντιστάσεως Ανωγείων και  ολοκλήρου του διαμερίσματος Άνω Μυλοποτάμου», στη σελίδα 64 αναφέρει τα  ονόματα των έντεκα (11)  Ανωγειανών που «εξαφανίστηκαν» στις 13 Φεβρουαρίου 1944. Οι πατριώτες αυτοί ήταν : Γεώργιος  Βασ. Δραμουντάνης, Ιωάννης  Ιωσήφ  Σταυρακάκης, Ιωάννης Γεωργ. Κωνιός, Αλκιβιάδης Δημ. Σαλούστρος,

Κωνσταντίνος Βασ. Σμπώκος, Βασίλης Στ. Μανουράς, Νικόλαος Γεωργ.  Μανουράς, Ανδρέας Ιωάν. Αεράκης ή Νινής, Βασίλειος Δημ. Σαλούστρος, Ανδρέας Σαρακ. Κοκοσάλης και Μανόλης Νικολ. Κοκοσάλης.

Ο +Μιχάλης Δραμουντάνης του Βασιλείου ή Κακοπάντιδος, αδελφός του Γεωργίου Βασιλείου Δραμουντάνη, ενός από τους απαχθέντες τον Φεβρουάριο του 1944, περιέγραψε τη σύλληψη του αδερφού του. Ο Βασίλης είχε καφενείο στο κέντρο του χωριού και ο αδερφός του Μιχάλης, (τον Μάρτιο του 2008), θυμάται :

«Όταν  εκυκλώσανε  οι   Γερμανοί  το  χωριό  το  Φλεβάρη  του  1944,  επήγε  ο  πρόεδρος  που  ήτο  τότες  και  τον  εσήκωσε  από  το  σπίτι  μας. Του  λέει  έλα  Γιώργη  ν’ανοίξεις  το  καφενείο.  Ο  αδερφός μου  επήγε  κι  άνοιξε  το  καφενείο  και  μπήκαν  οι  Γερμανοί. 

Των  άναψε  τη  σόμπα  και  των  έκανε  τσάγια  μέχρι  που  εξημέρωσε.  Όντεν  εξημέρωσε  εφύγανε  οι  Γερμανοί  και  αρχίξανε  να κάνουνε  έρευνες.  Στο  καφενείο  εμείνανε  οι  αξιωματικοί.  Επήγε  τότε  ο  αδερφός  μου  στου  πατέρα  μου  και  του  λέει  να  με  κρύψετε  διότι  θα  με  σκοτώσουνε.  Κάτι  εγνώρισε.  Λέω  πως  θαν  είδε  γκεσταπίτες.  Του  λέει  ο  πατέρας  μου  πού  παιδί  μου  να  σε  κρύψωμε,  γύρισε  μα  δε  σε  παίρνουνε. Και  πάει  στο  καφενείο  πάλι.  Και  νεμαζώνουνε  οι  Γερμανοί  τσι  χωριανούς,  επιάσανε  και  το  Στεφανογιάννη  και  εφύγανε  οι  Γερμανοί  αξιωματικοί  από  το  καφενείο  και  τον  αφήκανε  εκεί.  Κι  άμα  φεύγανε  οι  Γερμανοί  από  τη  πλατεία  τον  είδανε  στο  καφενείο  και  ήρθανε  και  τόνε  πήρανε.  Τόνε  πήγανε  στο  σχολειό  κι  από  κει  δεν  τόνε  ξανάδαμε. 

Όλοι  που  πιάσανε  οι  Γερμανοί  εκείνη  την ημέρα  ήτανε  κρυμμένοι.  Μόνο  ο  αδερφός  μου  και  ο  Βασίλης  ο  Σαλούστρος  δεν  ήτανε  κρυμμένοι.  Γιατί  του  Βασίλη  του  Σαλούστρου  του’πενε  ο  αδερφός του  ο  Σωκράτης  άντε  Βασίλη  να  κρυφτούμε  και  του λέει  ο  Βασίλης  ντα  εχθές  με  μολάρανε  από  την  αγγαρεία  από  το  Γενή Γκαβέ  και  σήμερο  θα  με  πάρουνε  πάλι ;  Και  πήρανέ  ντονε  κι  αυτό  μαζί  με  τσι έντεκα».

Στο βιβλίο του αντιστασιακού Κριτόλαου Ψαρουδάκη από το χωριό Αποδούλου Αμαρίου, συναντήσαμε το παρακάτω συγκλονιστικό ποίημα του με τίτλο “Γι’αυτούς”.

Γι’αυτούς

Γι’αυτούς που εθελοντικά φωνάξανε παρών,

στα ηρωικά σαλπίσματα της μαύρης κατοχής

και τη ζωή τους δώσανε. Ως χρέος ιερόν

δόξας στεφάνι ας πλέξομε τιμής κι υπεροχής.

Γι’αυτούς που πιάσαν τ’άρματα να διώξουν τον εχθρό

που δεν γυρέψανε γι’αυτό τιμές ή πληρωμή

γιατί είχανε τη λευτεριά μοναδικό σκοπό

πρέπει τους τώρα ο θαυμασμός του κόσμου κι η τιμή.

Γι’αυτούς που δώσαν πρόθυμα βοήθεια και ψωμί

εις τον αγώνα, γέροντες γυναίκες και παιδιά

που χωρίς όπλα βρίσκονταν στην μπροστινή γραμμή,

κάθε παινάδι αξίζει τους μ’όλη μας την καρδιά.

Ο ανώνυμος κρητικός μαντιναδολόγος αφιερώνει την παρακάτω μαντινάδα σ’αυτούς που έδωσαν το αίμα τους για τη λευτεριά, αψηφώντας τους εχθρούς :

…κληρονομιά τη λευτεριά μας έχουνε χαρίσει

αυτοί που δε θ’αφήσομε τη μνήμη ντως να σβήσει…

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,  διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου