ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ - ΚΡΗΤΗ 1940-45: Ιστορικές σελίδες

Ο Ιωάννης Δαϊλάκης (του Κωνσταντίνου και της Ευσεβίας) γεννήθηκε στο Καστέλλι Πεδιάδος το 1918. Σπούδασε δάσκαλος στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου. Δίδαξε στο Δημοτικό Σχολείο Ανώπολης Σφακίων. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής μετέχει στην Εθνική Αντίσταση ως πληροφοριοδότης, στην ομάδα του Αρχηγού Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά.

Στον Ελληνικό στρατό υπηρετεί ως Έφεδρος αξιωματικός. Παρέμεινε στο στρατό συνεχίζοντας την καριέρα του, αξιοποιώντας σχετικό νόμο. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Ταξιάρχου. Πέθανε το έτος 2002.

Η συμμετοχή του στην απόδραση δύο Ρώσων αιχμαλώτων (Βάνυα και Βασίλη), στις 16 Ιουνίου 1943 από το πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου, ήταν καθοριστική. Ο Ιωάννης Δαϊλάκης, το έτος 1995, σε δεκαπεντασέλιδο χειρόγραφο σημείωμά του, περιγράφει την επιτυχημένη απόδραση των δύο Ρώσων από το αεροδρόμιο Καστελλίου και τη συμβολή του σ’αυτήν, ως εξής:

´Απελευθέρωση δύο  Ρώσων  αιχμαλώτων  των  Γερμανών Ιβάν  και  Βασίλη από  γερμανικό  Στρατόπεδο  Καστελλίου  Πεδιάδος

«…δύο Ρώσοι αιχμάλωτοι, ο Ιβάν και ο Βασίλης, είχαν μεταφερθή από τους Γερμανούς  στη Μοίρα Α/Α Πυρ/κού, που στάθμευε στο Καστέλλι Πεδιάδος, για  καταναγκαστική εργασία. Από το Ρωσικό μέτωπο, στην εσχατιά του Ελλαδικού  χώρου, για στρατιωτικά οχυρωματικά έργα του κατακτητή. Μεγάλης Στρατηγικής  σημασίας το Αεροδρόμιο Καστελλίου και οι λοιπές Στρατιωτικές εγκαταστάσεις,  των Γερμανών κατακτητών. Τα μεγάλου διαμετρήματος Α/Α πυροβόλα, τα  τετράδυμα Α/Α πολυβόλα, σχημάτιζαν μία Α/Α αμυντική προστατευτική ομπρέλα,  από τις συμμαχικές επιδρομές.

Καταναγκαστικοί εργάτες στο πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου
Καταναγκαστικοί εργάτες στο πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου. Στα οχυρωματικά έργα του αεροδρομίου, εργάζονταν και δύο εκατοντάδες περίπου Ρώσοι, αιχμάλωτοι των Γερμανών. Στο Καστέλλι οι αιχμάλωτοι Ρώσοι κατέφταναν με μεταγωγικά αεροπλάνα από το ρωσικό μέτωπο (πηγή: REPUBLIQUE FRANCAISE, imagesdefense.gouv.fr).

 

Εκ των μελών του  κλιμακίου της Αγγλικής αποστολής, ο Λοχ/γός Ουϊλλιαμ Στάνλεϋ  Μος, που το λημέρι τους ευρίσκετο στης Καράς το πηγάδι κοντά στη Μάνδρα  Σηφογιάννη, στο όρος Δίκτη, συνέλαβε όπως μου είπε ο θείος μου ο Γεώργιος  Ζωγραφάκης, αρχηγός της Οργάνωσης πληροφοριών και δολιοφθοράς, την ιδέαν της  εις εύθετον χρόνο και εις πρώτην φάση την μύηση των δύο αιχμαλώτων στους  γερμανούς Ρώσων, και σε δεύτερη φάση την απελευθέρωση των.

Πριν  ακόμη  ο  γενναίος  Άγγλος  Λοχ/γός  συλλάβη  την  παραπάνω  Ιδέα, εγώ  από  μόνος  μου  το  είχα  σκεφθή  και  το  είχα  αποφασίσει. Από  τις  αρχές  του  1943,  χωρίς  την  υπόδειξη  κανενός,  σαν ελεύθερος  σκοπευτής  αυτοβούλως, ανιδιοτελώς  και  χωρίς  την  βοήθεια  κανενός,  προέβη  στην  κατάρτιση  σχεδίου,  βάσει  του  οποίου  θα  απελευθέρωνα  τους  δύο  αιχμαλώτους,  εντός  του  έτους  1943.

Διπλός ο  στόχος  του  εγχειρήματος: Ο  κατακτητής  να  αισθάνεται  πολεμικά  ανασφαλής  και  ψυχολογικά ανερμάτιστος. Στόχος, οι όποιες γνώσεις των Ρώσων αιχμαλώτων γύρω από τη στρατιωτική  οργάνωση  και  οπλική  διάταξη  των  Γερμανών, να  γίνουν  πολύτιμοι  οδηγοί  στους  σαμποτέρ  κομάντο  των  συμμάχων. Είχα  επινοήσει  και  καταστρώσει  για  την  ολοκλήρωση  της  αποστολής,  σχέδιο  που  κατά  την  εφαρμογήν  του  προέβλεπε  τρείς  φάσεις.

Στη μάντρα του Σηφογιάννη τον Απρίλιο του 1944
Στη μάντρα του Σηφογιάννη τον Απρίλιο του 1944, λίγες ημέρες πριν την απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε. Ο Στάνλεϋ Μος με τον Βάνυα (αριστερά) και τον Ιβάν (δεξιά), τους Ρώσους που απελευθέρωσε από το πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου ο Γιάννης Δαϊλάκης.

1η  Φ Α Σ Η

Περιλαμβάνει  την  πρώτη  γνωριμία  και  μύηση

2η  Φ Α Σ Η

Περιλαμβάνει  έξοδο  από  τα  συρματοπλέγματα  του  Στρατοπέδου. Κίνηση  επί  αναγνωρισθέντος  δρομολογίου,  με  πρώτο  άλμα  το  Χωριό  Λαγού  και  δεύτερο

άλμα  το  Χωριό  Χαρασσό.

3η  Φ Α Σ Η

Η  τελευταία  φάση  περιελάμβανε  την  κίνηση  από  το  Χωριό  Χαρασσό  εις  το  Λημέρι  Καράς  πηγάδι,  όρος  Δίκτη.

ΕΚΤΕΛΕΣΙΣ 1ης  ΦΑΣΕΩΣ

Η  πρώτη  γνωριμία,  έγινε  μέσα  στη  καρότσα  με  τέντα  από  καραβόπανο  ενός φορτηγού  γερμανικού  αυτοκινήτου,  τύπου  ΟPEL,  των  τριών  τόνων.

Η  συνεννόησις  μας  έγινε  κυρίως  με  τα  γερμανικά,  που  έτυχε  να  γνωρίζουμε  τόσον  εγώ,  όσον  και  οι  αιχμάλωτοι. Τον  Φεβρουάριο  του  έτους  1943,  το  παραπάνω  αυτοκίνητο  εκτελούσε  το  δρομολόγιο  Καστέλλι- Αμαριανό. Μετέφερε  καυσόξυλα  με  συνοδεία  δύο  ενόπλων  γερμανών  για  ασφάλεια,  και  εργάτες  τους  δύο  αιχμαλώτους  στην  καρότσα.

Για  να  γνωριστώ  και  να  συνάψω  σχέσεις,  και  να  κερδίσω  την  εμπιστοσύνη,  διέθεσα  εξ’ ιδίων  πολλά  χρήματα, όμως  κατάφερα  να  βρεθούμε  μόνοι  μας  μέσα  στη  κλειστή  καρότσα  του  γερμανικού  φορτηγού  αυτοκινήτου.

Εκτός  από  την  καρότσα,  είχα  κι’ άλλες  επαφές  με  τους  Ρώσους  στο  πηγάδι  του  Μανώλη  Χαλκιαδάκη,  του  «Αμερικάνου», που  βρισκόταν  μέσα  στο  χωριό  Καστέλλι.

Οι  Ρώσοι  ερχόντουσαν  στο  πηγάδι,  τραβώντας   δίκην  υποζυγίου  ένα  κάρο  γεμάτο  κανίστρες,  τις  γέμιζαν  από  το  πηγάδι  και  τις  μετέφεραν  στο  στρατόπεδο,  σε  απόσταση  περίπου  300  μέτρα  και  ήταν  μόνοι  τους,  χωρίς  την  συνοδεία  των  ενόπλων. Εδώ  είχαμε  την  ευκαιρία  να  τα  πούμε  καλύτερα  και  να  συνδεθούμε  καλύτερα,  πλήρως  εις  τρόπον  ώστε,  να  ολοκληρωθή  η  πρώτη  φάσις.

Μέχρι  του  σημείου  αυτού,  δεν  γνώριζε  κανένας  απολύτως  τίποτα  για  τις  ενέργειες  μου. Απ’ εδώ  και  πέρα  όμως,  ήταν  ανάγκη  να  αποκτήσω  ένα  βοηθό,  που  θα  εκτελούσε  και  χρέη  συνδέσμου  με  την  οργάνωση. Τον  είχα  σκεφθή  από  την  αρχή,  αλλά  περίμενα  να’ρθη  η  κατάλληλη  ώρα  να  του  το  ανακοινώσω. Ήταν  ο  Μανώλης  από  το  Καστέλλι  ο  Αποστολάκης  του  Αλεξάνδρου.

Συνεκέντρωνε  τα  απαιτούμενα  προσόντα,  και  με  την  εχεμύθεια  που  τον  διέκρινε  για  την ασφάλεια  της  αποστολής,  σε  περίπτωση  δυσαρέστου  τινός  απροόπτου  συμβάντος. Ο  Μανώλης  υπήρξε  αντάξιος  των  προσδοκιών  μου. Δεν  μου  έφερε  καμία  απολύτως  αντίρρηση,  και  δέχτηκε  ευχαρίστως  ν’ αναλάβη  ενεργά  μέρος  στην  εκτέλεση  της  αποστολής. Εξετέλεσε  άριστα  την  αποστολή  συνδέσμου με  την  οργάνωση  «Κασταμονίτσα».

 

Στην μάντρα του Σηφογιάννη ανήμερα του Πάσχα 16 Απριλίου 1944
Στην μάντρα του Σηφογιάννη ανήμερα του Πάσχα 16 Απριλίου 1944, οχτώ ημέρες πριν την απαγωγή του Κράιπε. Από αριστερά όρθιοι: Γιάννης Βιτώρος, Γιάννης Ρουσσάκης-Ρουσογιάννης, Ρώσος Βάνυα, Γιώργης Τυράκης Ρώσος Ιβάν. Καθήμενοι από αριστερά: Αντώνης Παπαλεωνίδας, Κίμωνας Ζωγραφάκης, Μανόλης Πατεράκης και Γρηγόρης Χναράκης. Οι δυο Ρώσοι που φωτογραφίζονται με τους απαγωγείς του Στρατηγού Κράιπε, είναι αυτοί που απελευθέρωσε ο Γιάννης Δαϊλάκης από το αεροδρόμιο Καστελλίου και που πήραν μέρος αργότερα στο σαμποτάζ της Δαμάστας (8 Αυγούστου 1944).

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ 2ας  ΦΑΣΕΩΣ

Από  την  προηγούμενη  της  16ης  Ιουνίου  1943,  είχα  ενημερώσει  τους  Ρώσους, τους  καθόρισα  το  σημείο  εξόδου  από  τα  συρματοπλέγματα και  στη  συνέχεια  εκάναμε  αναγνώριση  μαζί  του  σημείου, προσδιορίσαμε  την  ώρα  που  ήταν  αμέσως  μετά  την  διανομή  του  εσπερινού  συσσιτίου,  περί  τις  20.00 η  ώρα. Τους  είπα  να  περιμένουν  ακριβώς  στο  δέντρο  που  βρισκόταν  ακριβώς  στην  έξοδο, ήταν  η  συκιά  του  Καλουργιά.

Ακριβώς  τις  20.00  τις  16-6-1943,  φύγαμε  από  το  σπίτι  μας  με  τον  Μανώλη,  ήταν  πολύ  κοντά, την  ώρα  που  φθάσαμε  στο  σημείο  της  εξόδου,  είδαμε  τους  Ρώσους  να  προσπαθούν  να  ξεμπλεχθούν  από  τα  συρματοπλέγματα.  Τότε  έτρεξε  ο  Μανώλης,  τους  εβοήθησε  και  εβγήκαν. Αμέσως  άρχισε  η  πορεία  προς  Λαγού. Ο  Μανώλης  επροπορεύθη,  για  να  μας  καλύψη  την  κίνηση  από  τυχόν  εμπόδιο.

Μετά  από  ένα  τέταρτο  πορεία  και  αφού  επεράσαμε  το  επικίνδυνο  σημείο  του  δρομολογίου  μας, είπα  στο  Μανώλη  να  φύγη  και  να  πάη  στην  Κασταμονίτσα,  για  να  ειδοποιήση  το  σύνδεσμο  να  έλθη  στο  Χαρασσό,  να  μας  παραλάβη  και  να  μας  οδηγήση  στο  λιμέρι.

Εμείς  συνεχίσαμε  προς  Λαγού. Η  πορεία  μέχρι  Λαγού,  υπήρξε  περιπετειώδης,  διότι, επειδή  ήθελα  να  κινούμαι  εκτός  δρομολογίου, ακολούθησα  δύσβατο  δρομολόγιο,  πήγα  μέσω  της  γνωστής  τοποθεσίας  Καβούρι  Λάκκος,  που  ήταν  σχεδόν  αδιάβατη, μου  ήταν  άγνωστη  και  ήταν  νύκτα. Στου  Λαγού  εφθάσαμε  γύρω  στις  12  τα  μεσάνυκτα. Ανέβασα  πάνω  στις  εληές  τους  Ρώσους,  κι  εγώ  μπήκα  μέσα  στο  χωριό.

Πήγα  στο  σπίτι  της  αδελφής  μου  Μαρίας,  που  ήταν  δασκάλα  εκεί. Αυτή  μας  υποδέχτηκε  με  χαρά  και  συγκίνηση. Ξεταλάγιασε  τους  γείτονες,  που  ήταν  συγγενείς  μας, δικοί  μας  άνθρωποι, όπως  οι  Ξυδάκιδες  και  ο  Καρδουλομανώλης. Πήρε  τους  Ρώσους  από  τις  εληές  ο  Γιώργης  Ξυδάκης  και  τους  έφερε  στο  σπίτι. Αφού  είπαμε  διάφορα, ψήσανε  πατάτες  τηγανιτές  και  φάγαμε.

Σε  λίγο,  ζήτησα  να  φύγωμε  από  το  χωριό  και  να  πάμε  σε  μια  καλή  τοποθεσία. Πράγματι,  πήγαμε  σε  τοποθεσία  κατάλληλη,  εκεί  μάλιστα  ο  Γιώργης  Ξυδάκης  εφρόντισε  στα  γρήγορα  και  έφτιαξε  ωραίες  κοιμηθιές  από  στάχια. Εγώ  όμως  επέμενα  ν’ ανέβωμε  στην  κορυφή  του  Καλέργη.

Παρά  τις  συνθήκες  μειωμένης  ορατότητος  από  την  αχλύ  του  Λυκαυγούς, όπως  σταθήκαμε  στη  κορυφή,  προβληθήκαμε  στον  ορίζοντα,  με  αποτέλεσμα  να  μας  δουν  οι  γερμανοί,  που  ήταν  ακριβώς  απέναντι.

Ήταν  η  Μονάδα  που  ανήκαν  οι  αιχμάλωτοι  Ιβάν  και  Βασίλης,  και  διέθεταν  άριστες  διόπτρες. Χωρίς  εμείς  να  το  αντιληφθούμε,  ξένοιαστοι  και  κατάκοποι,  αμέσως  πέσαμε  και  κοιμηθήκαμε  σ’ ένα  σπιτάκι  μέσα,  που  ήταν  εκεί  κοντά  στην  κορυφή. Οι  Γερμανοί  αμέσως  εκινητοποίησαν  ισχυρή  δύναμη  από  το  Καστέλλι.

Εντός  δύο  ωρών  περίπου,  οι  Γερμανοί  κινούμενοι  προς  το  ύψωμα  με  σχηματισμό  εφόδου,  μας  είχαν  πλησιάσει  στα  50 μ. ενώ  εμείς  κοιμόμαστε. Τότε,  το  Αντωνιό  Ξυδάκη,  που  καθόταν  κοντά  μας  και  έβλεπε  σαν  να  ήταν  τοποθετημένος  σκοπός,  τους  είδε  σε  απόσταση  50  μ. και  χωρίς  να  χάση  την  ψυχραιμία  του  έβαλε  τις  φωνές :

-Δάσκαλε, Δάσκαλε  γερμανοί,  κι  από  τους  δύο  τόπους!

Οι  Γερμανοί  μας  είχαν  κυκλώσει. Χωρίς  καθυστέρηση  άρπαξα  τους  Ρώσους  από  τα  πόδια  και  σαν  ελατήρια  πεταχτήκαμε  επάνω. Τραπήκαμε  σε  φυγή,  με  κατεύθυνση  στο  χωριό  Χαρασό. Με  το  πρώτο  άλμα  που  κάναμε,  βρεθήκαμε  μπροστά  στον  απότομο  κρημνό  του  Προφήτη  Ηλία  Σμαρίου.

Κρήτη 1943.  Αυτοσχέδιο σύστημα συναγερμού – τενεκεδάκια
Κρήτη 1943. Αυτοσχέδιο σύστημα συναγερμού – τενεκεδάκια, σε συρματόπλεγμα που οροθετεί την περίφραξη του αεροδρομίου του Μάλεμε. Αντίθετα, στο αεροδρόμιο του Καστελλίου, τα συρματοπλέγματα που οριοθετούσαν την περίφραξη είχαν ηλεκτροδοτηθεί. Έτσι, για να δραπετεύσουν οι Ρώσοι αιχμάλωτοι, ανέμεναν τη σειρά τους για καταναγκαστική εργασία σε χώρους έξω από τα συρματοπλέγματα του αεροδρομίου. (πηγή: Walter Otto Luben).

 

Εν  ριπή  οφθαλμού,  τον  πηδήσαμε  και  αμέσως  χωθήκαμε  τρέχοντας  στους  παρακείμενους  ελαιώνες. Τρέχοντας  μέσα  στον  Ελαιώνα,  απομακρυνθήκαμε  περί  τα  δύο  χιλιόμετρα  από  την  κορυφή,  που  ήταν  οι  γερμανοί. Τώρα  όμως  έπρεπε  να  βγούμε  από  τον  Ελαιώνα  και  υποχρεωτικά  να  βαδίσωμε  μια  απόσταση  περί  τα  2 ½  χιλιόμετρα, σε  ακάλυπτο  μέρος  για  να  πάμε  στο  Χαρασό.

Εγώ  όμως  που  εγνώριζα  την  διάταξη  των  γερμανικών  δυνάμεων  στην  περιοχή,  επερίμενα  την  εμφάνιση  κι’ άλλων  δυνάμεων,  που  θα  εκινούντο  από  τις  Γούβες  με  κατεύθυνση  Χαρασό,  Κορυφή  Καλέργη, για  τον  εγκλωβισμό  μας.

Γι’ αυτό  κι  εγώ  απέφυγα  την  απ’ ευθείας  κίνηση  μας  προς  Χαρασό. Πήρα  κατεύθυνση  προς  Καλό  Χωριό  και  έτσι  πραγματοποιώντας  ένα  μικρό  ελιγμό,  έφθασα  με  τους  Ρώσους  στο  Χαρασό.

Μας  βοήθησε  ο  Θεός,  που  πηδήσαμε  και  οι  τρεις  τόσο  απότομο  και  τόσο  ψηλό  κρημνό,  το  γνωστό  σε  όλους  κρημνό  του  Προφήτη  Ηλία  Σμαρίου  και  δεν  έπαθε  κανένας  τίποτα. Εδώ  πάλι  στο  Χαρασό,  μου  ενέπνευσε  κάποια  θεία  ανωτέρα  δύναμις  την  ιδέα,  ότι  ήταν  μέσα  στο  χωριό  γερμανοί  και  έλαβα  τα  μέτρα  μου  προτού  γίνομε  αντιληπτοί  από  τους  γερμανούς.

Έκρυψα  τους  Ρώσους  και  μετά  εγώ  μόνος  μου  εκρυφοπαρατήρησα,  κρυπτόμενος  πίσω  από  ένα  σπίτι,  της  ανατολικής  παρυφής  του  χωριού. Απ’ εδώ  διεπίστωσα    ότι  οι  γερμανοί  ήταν  έτοιμοι  εκείνη  την  στιγμή  να  κινηθούν,  ύστερα  από  μικρή  στάση, για  τον  εγκλωβισμό. Ήταν  οι  δυνάμεις  Γουβών. Αμέσως  αλλάξαμε  προορισμό  και  τραβήξαμε  για  Κόξαρη.

Περάσαμε σχεδόν από μπροστά τους. Εδώ καθίσαμε, στους  κήπους  της  Κόξαρης  και  εκρυβόμαστε  μέσα  στους  θάμνους. Για  μια  στιγμή,  πήρε  το  μάτι  μου  έναν  άνθρωπο,  να  διαβαίνει  το  απέναντι μονοπάτι.

Η  χαρά  μου  ήταν  απερίγραπτη,  όταν  διεπίστωσα  ότι  αυτός  ήταν  φίλος  μου  καλός. Ήταν  ο  Τρυπομιχάλης,  από  την  Κόξαρη,  μεγαλοτσομπάνος  και  καλός  πατριώτης. Του  μίλησα  ανοικτά,  πήγαινε  στο  σπίτι  μου,  είπε  στην  Κόξαρη  να  σου  δώσουν  φαγητό  και   νάρθης   να  μας  βρεις  επάνω  εκεί  και  μου  έδειξε  πού  θα  τους  εύρισκα.  Ήταν  εκεί  μια  μεγάλη  σπηλιά  κι’ έκρυψε  τους  Ρώσους.

Εγώ  πήγα  στο  σπίτι  του,  πήρα  φαγητό  και  γύρισα  και  τους  βρήκα. Η  ντροπή  μου,  όταν  πήγα  στο  σπίτι  του  φίλου  μου  του  Τρυπομιχάλη,  δεν  περιγράφεται. Μόλις  εφώναξα , επρόβαλε  και  με  είδε  η  νύφη  του  Μαρία  ημίγυμνο.

Ήμουν  ακριβώς  όπως  βρέθηκα,  χωρίς  παντελόνι,  κυνηγημένος  από  τους  Γερμανούς,  από  το  σπηλιαράκι  που  κοιμόμαστε,  στην  κορυφή  του  Καλέργη. Η  κυρία  ετρόμαξε  γιατί  όπως  με  αντίκρυσε  ξαφνικά,  δεν  με  αναγνώρισε.

Ευτυχώς,  εκείνη  την  στιγμή,  έφθασε  ο  άνδρας  της  ο  Μανώλης,  ο  γιος  του  Τρυπομιχάλη.  Μόλις  με  είδε,  εφώναξε  ο  Γιάννης  είναι! και  μου  έκανε  μεγάλη  χαρά. Τα  είπαμε  μεταξύ  μας  στα  γρήγορα  και  στη  συνέχεια  μου  έδωσε  το  φαγητό. Μέσα  σ’ ένα  κονσερβοκούτι  μεγάλο,  μου  έβαλε  καλοψημένες  φακές, μου  έδωσε  πολύ  ψωμί,  αρκετά  κρεμμύδια  και  έφυγα.

Μετά  που  γύρισα  στο  σπήλιο,  ευχαρίστησα  τον  καλό  πατριώτη  Τρυπομιχάλη  και  του  είπα  ότι  δεν  τον  χρειάζομαι  πια,  γιατί  μόλις  θα  ενύκτωνε,  θα  εφεύγαμε  απ’ εκεί. Πράγματι,  μόλις  νύκτωσε,  πήραμε  τον  δρόμο  και  πήγαμε  στο  Χαρασό. Κατ’  ευθείαν  πήγαμε  στο  σπίτι  του  φίλου  μου  Γιώργη  Παχιαδάκη. Εδώ  τελείωσε  η  περιπέτειά  μου. Ο  Γιώργης  μας  υποδέχτηκε  και  αμέσως  ετοίμασε  φαγητό. Εγώ  ζήτησα  τον  Κωστή  Μαγκαφουράκη,  αγροφύλακα  και  πολύ  φίλο  μου  και  άξιον  πάσης  εμπιστοσύνης.

Του  είπα  τα  καθέκαστα  και  στην  συνέχεια  του  είπα  ν’ αναλάβη  αυτός  τους  Ρώσους  Ιβάν  και  Βασίλη. Του  είπα  να  συνεργασθή  με  τον  Μανώλη  τον  Τρυπομιχάλη  από  την  Κόξαρη,  για  την  διαφύλαξη  των  Ρώσων  μέχρι  να  γυρίσω. Εγώ  έφυγα  δια  νυκτός  και  τις  πρωινές  ώρες  έφθασα  στην  Ανώπολη  Πεδιάδος.

Εδώ  έτυχα  μεγάλης  υποδοχή,ς  πρώτα  από  την  φιλόξενη  οικογένεια  του  αείμνηστου  πατριώτη  Χατζάκη  ή  Παπαδομανώλη. Τώρα  ήρθε  στο  μυαλό  μου  ολοζώντανη  η  εικόνα  του  Αντώνη  Ψηγάκη.  Αυτός  ήταν  μικρός  μαθητής  της  Γ΄ Δημοτικού  και  ανιψιός  του  Παπαδομανώλη, αυτόν  συνάντησα  πρώτο,  όταν  έφθασα  στην  Ανώπολη. Μου  έκανε  εντύπωση  η  στάσις  του,  μόλις  με  αντίκρυσε,  που  με  παρατηρούσε  παράξενα  καθώς  μ’ έβλεπε  ημίγυμνο.

Εδώ  με  περιέθαλψαν  κανένα  δύο  μέρες  περίπου, στην  διάρκεια  αυτή  ήρθα  σε  επαφή  και  επικοινώνησα  με  τους  φίλους  μου  στην  Ανώπολη  και  τα  είπαμε  με  τον  Γιάννη.

Ο  φίλος  μου  ο  Αλέκος  Τζανακάκης,  μου  έδωσε  ένα  παντελόνι,  το  φόρεσα  και  αμέσως  έφυγα  για  το  Χαρασό  και  έφθασα  εκεί  τις  απογευματινές  ώρες. Ευτυχώς,  είχε  φθάσει  στο  Χαρασό,  ο  σύνδεσμος  της  οργάνωσης.

Ήταν  ο  Λευτέρης  ο  Τζουανάκης  ή  (Γαζέπης)  από  το  Αμαριανό. Ήταν  καλός  και  πεπειραμένος  σύνδεσμος. Μου  είπε  μόλις  με  είδε : Απόψε  στις  ένδεκα  η  ώρα,  θα  φύγωμε  για  το  λημέρι. Πραγματικά,  στις  ένδεκα  η  ώρα,  αναχωρήσαμε. Η  πορεία  μας  ήταν  πολύ  ευχάριστη, ρομαντική  μπορεί  να  πει  κανείς, απόλυτος  ησυχία. Το  δρομολόγιο  αυτό,  περνούσε  ανάμεσα  από  ρεματιές,  απότομες  κλυτείς,  αλλά  ήταν  βατό  και  συνεχές.

Γύρω  στις  δυόμιση  περίπου  η  ώρα,  μια  ριπή  πολυβόλου  διετάραξε  την  ήσυχη  διαδρομή  μας  και  μας  αιφνιδίασε. Ήταν  από  πολύ  κοντά  μας,  γιατί  οι  βολίδες  εσφύριζαν  πάνω  από  τα  κεφάλια  μας.

Ευτυχώς  ήταν  άσκοποι  πυροβολισμοί  εκφοβισμού. Βρισκόμαστε  εκείνη  την  στιγμή,  κοντά  στο  χωριό  Λαγού, ήταν  δίπλα  μας  το  χωριό,  στο  ίδιο  ύψος  με  μας. Η  ριπή  του  οπλοπολυβόλου,  προήλθε  από  ενέδρα  που  είχαν  στήσει  οι  Γερμανοί,  στην  ορεινή  διάβαση  προς  Λαγού  και  εις  απόσταση  εκατό  μέτρα,  νοτιότερα  από  την  διάβαση  μας.

Διαπιστώσαμε  ότι  δεν  είχαμε  γίνει  αντιληπτοί  και  συνεχίσαμε  την  πορεία  μας  ανεπηρέαστοι. Τις  πρώτες  πρωϊνές  ώρες,  φθάσαμε  στην  Λύττο, δηλαδή  ύστερα  από  συνεχή  νυκτερινή  πορεία  6 ½  ωρών. Εδώ  συναντήσαμε  τον  πρώτο  και  μοναδικό  άνθρωπο, σ’ ολόκληρη  την  διαδρομή  μας. Ήταν  ο  Αγροφύλακας  του  Ξειδά  Καρπαθιωτάκης  Βασίλειος  και  έτσι  υπό  το  φως  της  ημέρας  πλέον,  συνεχίσαμε  την  πορεία  μέχρι  το  Λημέρι.

Οι  Γερμανοί  συνέχισαν  τις  έρευνες  τους  στην  περιοχή,  για  αντίποινα.

Συνέλαβαν  τον  Στέλιο  Κτενιαδάκη,  Πρόεδρο  της  Κοινότητας  Ξειδά  Πεδιάδος, τον  Κων/νο  Χαραλαμπάκη  του  Μιχαήλ, τον  Καρδουλάκη  Εμμανουήλ  από  του  Λαγού  και  άλλους. Ευτυχώς,  κανείς  από  τους  συλληφθέντες δεν εκτελέστηκε.

Ενώ  οι  Γερμανοί  εξερευνούσαν  την  περιοχή,  χτενίζοντας  κυριολεκτικά  την  γύρω  από  το  χωριό  Λαγού  και  κορυφή  Καλέργη  περιοχή,  προφανώς  για  να  συλλάβουν  τους  Ρώσους  αιχμαλώτους,  γιατί  τους  είχε  δημιουργηθή  η  εντύπωσις  ότι  οι  Ρώσοι  είχαν  δραπετεύσει  από  μόνοι  τους,  από  το  Στρατόπεδο.

Οι  Ρώσοι  αιχμάλωτοι,  εντεταγμένοι  πλέον  εις  την  οργάνωση  πληροφοριών  και  δολιοφθοράς,  με  επικεφαλής  Άγγλους  σαμποτέρ  και  κομάντος,  εκτελούσαν  πλέον  σοβαρές  και  σπουδαίες  αποστολές,  ενισχύοντας  τον  Ιερό  Αγώνα της Ε. Α.

Άνοιξα  το  ερμάρι  της  Μνημοσύνης.  Ξεδίπλωσα  και  παρουσίασα  μια  πτυχή  Εθνικής Δράσης.

Όχι  για  προσωπική  προβολή,  αλλά  για  να  στείλω  ένα  μήνυμα, που  πιστεύω  ότι  φωλιάζει  στις  ψυχές  όλων  των  Νέων  μας, ότι  η  ΕΛΛΑΣ  ευεργετεί, διδάσκει  και  φωτίζει  τους  Λαούς,  σ’ όλα  τα  στάδια  της  Ιστορίας  της. Και  σαν  κλασική  αρχαιότητα  και  σαν  Χριστιανικό  Βυζάντιο  και  σαν  σύγχρονη  Ελλάδα  της  Πίνδου, του  Γράμμου, της  Κύπρου.

Αυτής  της  παράδοσης  συνεχιστής  ο  καθένας  από  μας,  αυτού  του  λαμπρού  παρελθόντος  υπεύθυνος  κληρονόμος, δεν  έχει  το  δικαίωμα  να  παραγνωρίσει  ή  ν’ αρνηθεί  το  χρέος  του, αλλά  σαν  ακούραστος  Άτλας, να  κρατήσει  στους  στιβαρούς  του  ώμους  το  μεγάλο  φορτίο  της  πατρογονικής  του  Δόξας!!!».

*Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ. Πανεπιστημίου  Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού