Από τους Λάκκους Χανίων  στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν
Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν. Για τη σκάλα του στρατοπέδου (στη φωτογραφία), ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε τους στίχους : …εκεί στη σκάλα την πλατειά, στη σκάλα των δακρύων στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ, το λατομείο των θρήνων…

Λάκκοι Χανίων – Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026, στους Λάκκους Χανίων και στον ιερό ναό του Αγίου Αντωνίου, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση τιμής και μνήμης για τους 29 Λακκιώτες που αιχμαλωτίστηκαν από τα στρατεύματα κατοχής, οδηγήθηκαν στο φοβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν και στη συνέχεια στα παραρτήματά του  Μελκ και Εμπενζεέ.

Σ΄αυτούς τους τόπους του μαρτυρίου και του εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, 23 πέθαναν από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες, (κάποιοι από το συμμαχικό βομβαρδισμό της 8ης Ιουλίου 1944) και 6 κατάφεραν να επιζήσουν και να επιστρέψουν στο χωριό τους.

Την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν η Περιφέρεια Κρήτης – Περιφερειακή Ενότητα Χανίων,

ο Δήμος Πλατανιά, η Δημοτική Κοινότητα Λάκκων, η Ενορία Αγίου Αντωνίου,  η Ένωση Απανταχού Λακκιωτών και το Κληροδότημα Χατζημιχάλη Γιάννναρη.

Η μεγάλη κύκλωση των Λάκκων

Οι κυκλώσεις χωριών και ορεινών όγκων τα κατοχικά χρόνια από τους άντρες της Βέρμαχτ, ήταν μια συνηθισμένη πρακτική μετά από διαταγές υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Ενδεικτικά αναφέρουμε :  α) την κύκλωση του Ψηλορείτη στις αρχές Σεπτεμβρίου 1943 με αποτέλεσμα τη δολοφονία 32 πατριωτών στις 3 και 5 Σεπτεμβρίου 1943 στον Γουρνόλακκο, (από τα χωριά του Μυλοποτάμου Αβδελλά, Άγιο Μάμα, Αβδανίτες, Κάλυβο και Λιβάδια).

β) Την κύκλωση του χωριού Καλλικράτης Σφακίων από τις 8 ως τις 11 Οκτωβρίου 1943 με αποτέλεσμα τη δολοφονία 31 Καλλικρατιανών, (ανδρών και γυναικών) και την πυρπόληση του χωριού.

γ) Την κύκλωση των Ανωγείων στις 13 Φεβρουαρίου 1944, (τρεις ημέρες μετά την κύκλωση των Λάκκων) και τη δολοφονία του Αρχηγού της Αντίστασης Γιάννη Δραμουντάνη – Στεφανογιάννη.

δ) Την κύκλωση των χωριών της Εμπάρου Ηρακλείου στις 6 Αυγούστου 1944 και τη δολοφονία 6 πατριωτών του χωριού και την αιχμαλωσία 35 κατοίκων και τον εγκλεισμό τους στις φυλακές του Ηρακλείου και της Αγιάς και

ε) τη μεγάλη κύκλωση των χωριών του Κέδρους Αμαρίου από τις 22 ως τις 25 Αυγούστου 1944. (Γερακάρι, Γουργούθοι, Καρδάκι, Σμιλές, Βρύσες, Δρυγιές, Άνω Μέρος, Κρύα Βρύση, Σαχτούρια και Κοξαρέ, ήταν τα χωριά που αφού λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν και ανατινάχτηκαν, χωρίς να εξαιρεθούν σχολεία και εκκλησίες.

Δεκάδες πατριώτες εκτελέστηκαν, μεταξύ τους και ανήμποροι ηλικιωμένοι και γυναίκες, αρπάχτηκαν όλα τα οικόσιτα ζώα, καταστράφηκαν στάβλοι, ακόμη και τα μελίσσια των κατοίκων).

Η κύκλωση των Λάκκων Κυδωνίας εξελίχτηκε ως εξής : Τα ξημερώματα της Πέμπτης 10 Φεβρουαρίου 1944, μεγάλη δύναμη πάνοπλων γερμανών στρατιωτών με συνοδεία υψηλόβαθμους αξιωματικούς, κύκλωσαν τα χωριά Λάκκοι, Φουρνέ, Θέρισο, Ζούρβα, Μεσκλά και τα χωριά του ανατολικού Σελίνου. Από όλα τα παραπάνω χωριά αιχμαλωτίστηκαν 180 πατριώτες, 60 από αυτούς ήταν Λακκιώτες.

Τη διαδρομή τους περιγράφει ο δάσκαλος Νίκος Βασ. Γιαννακάκης στην ομιλία του για τους μάρτυρες συγχωριανούς του στο Μάουτχαουζεν, που εκφωνήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2025 στον ναό του Αγίου Αντωνίου Λάκκων. Από τους Λάκκους οδηγήθηκαν στο  Δημοτικό σχολείο Μεσκλών και στη συνέχεια κλείστηκαν στη φυλακή της Αγιάς. Εκεί οι Γερανοί άφησαν ελεύθερους τους 27 και τους υπόλοιπους 33 οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Η Χρυσή Γιαννακάκη, γυναίκα του Βασίλη Γιαννακάκη από τους Λάκκους Χανίων. Ο Βασίλης Γιαννακάκης δεν επέστρεψε από το στρατόπεδο Μάουτχαουζεν και η Χρυσή έπρεπε να μεγαλώσει εφτά (7) παιδιά. Όταν ο άντρας της “έπεσε” στα χέρια των γερμανών, η Χρυσή ήταν έγκυος στο 7ο παιδί της, την Αντωνία. (φωτογραφία : Νικόλαος Βασ. Γιαννακάκης)

Από το Μάλεμε μεταφέρθηκαν με αεροπλάνα στην Αθήνα και στα κελιά των φυλακών Αβέρωφ. Στη συνέχεια με τρένο έφτασαν στο Βελιγράδι στις φυλακές της Μπάνιτσα. Από εκεί οι ανθρωποφύλακες του Ράιχ απελευθέρωσαν τέσσερις Λακκιώτες, (επικαλέστηκαν την ηλικία τους). Αυτοί ήταν οι Τζανάκης Χρήστος, Σολιδάκης Μανόλης, Σαρρής Μανόλης και Μάντακας Ξενοφώντας. Οι υπόλοιποι 29 συνέχισαν το ταξίδι για το στρατόπεδο Μάουτζαουζεν.

Οι λόγοι των κυκλώσεων χωριών και περιοχών της Κρήτης από τους Γερμανούς στα χρόνια της κατοχής ποικίλουν από περίπτωση σε περίπτωση. Άλλες φορές για να αιχμαλωτίσουν κατοίκους για την καταναγκαστική εργασία των οχυρωματικών τους έργων, άλλες φορές για να εκδικηθούν ολόκληρες περιοχές όπως τα χωριά του Κέδρους με το “αφήγημα των αντιποίνων” της συμμετοχής των κατοίκων στην απαγωγή του Κράιπε, άλλες φορές για να συλλάβουν τους Αρχηγούς της Αντίστασης όπως στα Ανώγεια.

Στην περίπτωση των χωριών της Κυδωνίας θέλησαν να εκδικηθούν τους κατοίκους για τη συμμετοχή τους στη εξόντωση της ομάδας των εγκληματιών του Γερμανού επιλοχία Σούμπερτ που έγινε στα Μεσκλά την Πρωτοχρονιά του 1944. Τον λόγο αυτό πολύ σωστά αναφέρει στις αναμνήσεις του ο Γεώργιος Ιωάννου Παλτσιδάκης, ένας από τους έξι διασωθέντες της ομάδας των 29 Λακκιωτών που κατέφερε και επέστρεψε από τα κολαστήρια του θανάτου.

Να προσθέσουμε ότι στην τελική επιλογή, για το ποιος θα κρατηθεί από τους ομήρους και ποιος θα απελευθερωθεί, πάντοτε ο κατοχικός στρατός χρησιμοποιούσε δωσίλογους, άλλοτε με καλλυμένα τα πρόσωπά τους και άλλοτε κρυπτόμενοι σε δωμάτια, βλέποντας τους κρατούμενους που περνούσαν από μπροστά τους, μέσα από ειδικά σχεδιασμένες χαραμάδες και οπές.

Το ταξίδι των ομήρων από την Αθήνα ως τη Μπάνιτσα Βελιγραδίου

Τη διαδρομή των ομήρων των Λάκκων από την Αθήνα ως τη φυλακή της  Μπάνιτσα του Βελιγραδίου, περιγράφει χαρακτηριστικά ο Νικόλαος Καραγιάννης, παιδί Μικρασιατών προσφύγων που βρέθηκαν στο Ηράκλειο μετά τη  Μικρασιατική  Καταστροφή.

Τον Φεβρουάριο του 1944 ήταν έγκλειστος στις φυλακές της Αγιάς για την πατριωτική του δράση. Ήταν κι αυτός με τους ομήρους που μεταφέρθηκαν στο Μάουτχαουζεν και στα παραρτήματά του Μελκ και Εμπενζεέ. Ο Νίκος Καραγιάννης κατάφερε και επέστρεψε στην Κρήτη και σε ένα χειρόγραφο 120 σελίδων περιγράφει όλη την περιπέτεια της αιχμαλωσίας του.

Στο χειρόγραφό του έδωσε τον τίτλο “Πέρα από το Μάουτχαουζεν”. Τον Μάιο του 2006 μας παραχώρησε αντίγραφο με την ιδιόχειρη υπογραφή του και για τη διαδρομή του ως όμηρος από την Αθήνα στη φυλακή της Μπάνιστα Βελιγραδίου γράφει :

«…μας πήγαν στο Ρουφ και μας έβαλαν σε ένα φορτηγό βαγόνι για 8 ίππους. Το  βαγόνι ήταν διασκευασμένο ως εξής : Οι δυο συρόμενες έναντι πόρτες είχαν δεξιά και αριστερά χωριστεί με συρματόπλεγμα που άφηνε μια τρύπα και περνούσε ο  άνθρωπος μπρούμυτα μέσα, στο μέσον ήταν μια σόμπα και 3 καθίσματα για τους  φρουρούς στα 3 χωρισμένα τμήματα δεξιά και αριστερά είχαν στρώσει το δάπεδο με  στάχυα.

Έτσι χωρισμένοι στα δύο εμείς και οι φρουροί στο μέσον ξεκινήσαμε για το  μεγάλο πράγματι ταξίδι προς το άγνωστο εν μέσω σκληρού χειμώνα, περίπου  25/2/1944. Μας είχαν δώσει βέβαια ξηρά τροφή και το φορτηγό αυτό τρένο, που  ποιος ξεύρει τι κουβαλούσε, τραβούσε αγκομαχώντας προς τα βόρεια σιγά σιγά με  πάμπολλες στάσεις γιατί τα δίκτυα δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις ανάγκες  της εποχής. Ψιλό μας κατουρούσαμε σε τενεκεδάκια και μόνο τις πρωινές στάσεις  υπό αυστηρά επίβλεψη μας επέτρεπαν να κάνομε τα κακά μας… 

…τώρα πια ταξιδεύαμε όλο και πιο βόρεια μέσα στο καταχείμωνο πρώτη μας φορά  περνούσαμε από αυτά τα άγρια μέρη της Σερβίας τα καταχιονισμένα και κάτασπρα,  πρώτη μας φορά βλέπαμε τους σταλακτίτες του παγωμένου νερού στους φεγγίτες  των βαγονιών, κρυώναμε πολύ παρ’όλο που η σόμπα άναβε διαρκώς και είμαστε σχεδόν ολημερίς κουκουλωμένοι στα στρωσίδια. Τώρα πια είχαμε αφεθεί στο έλεος  του αγνώστου χωρίς σκέψη γυρισμού.

Υπήρξαν επιθέσεις από αέρος στο τρένο και από αντάρτες του Τίτο όμως δεν είχαμε  κανένα μοιραίο συμβάν, ώσπου φθάσαμε μια άγρια νύχτα με ένα φοβερό παγωμένο  βοριά στο Ζεμούν. Δεν κατάλαβα ποτέ μου τι γυρεύαμε εκεί, φαίνεται όμως ότι ήταν  ένας βοηθητικός σιδηροδρομικός και ναυτικός σταθμός σε κάποια μικρή απόσταση  από το Βελιγράδι.

Όπως μας ξεφόρτωσαν σπεύσαμε και στριμωχτήκαμε σε ένα  απάγκιο αλλά εις μάτην. Το κρύο ήταν φοβερό και εμείς τελείως ασυνήθιστοι σ’αυτό, γι’αυτό και υποφέραμε φριχτά μέχρι που ήλθε ένα καμιόνι και μας φόρτωσε  για να μας μεταφέρει μέσω Βελιγραδίου στις φυλακές Μπάνιτσα.

Αυτά όλα γίνονται νύχτα, καθώς διασχίζομε τους δρόμους στο Βελιγράδι με καλντερίμια και λιγοστά  φώτα. Αισθανόμαστε πια πως το τέλος του πρώτου μέρους του ταξιδιού έφθανε με  τελείως άγνωστες προβλέψεις. Είναι δύσκολο να μεταφέρει κανείς σε ποια  ψυχολογική κατάσταση βρισκόμαστε μη γνωρίζοντας που μας πάνε και τι θα  συναντήσομε εκεί… 

 …ήταν Πάσχα του 1944 όταν ακούσαμε γιορτινές ψαλμωδίες από το πρώην στρατόπεδό μας, σχεδόν από κάτω μας, και τότε αντελήφθημεν πως είχαμε μια  μεγάλη παρέα Ελλήνων που γιόρταζαν το Πάσχα. Τέλος ήλθε η ώρα της μεγάλης αποστολής προς τα γνήσια στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Κόσμος ανάκατος πολύς,  πανσπερμία, Βαβέλ και Έλληνες πολλοί γνωστοί και άγνωστοι από την άλλη  Ελλάδα. Πάλι τα γνωστά στριμώγματα στο τρένο και μια και δυο μέσω Βουδαπέστης  φτάσαμε γρήγορα στον προορισμό  μας. Στο σιδηροδρομικό κόμβο του ξακουστού  στρατοπέδου  Μάουτχαουζεν !…». 

Ο Μιχελέτος Παντελής του Βασίλη. Οι ανθρωποφύλακες του στρατοπέδου Μάουτχαουζεν, αντιλήφθηκαν τον συγχωριανό του Γιαννακάκη Βασίλη να του δίδει μερικά πατατόφυλλα και ένα κρεμμύδι. Ο Παντελής σύρθηκε σε μια άκρη των παραπηγμάτων και δολοφονήθηκε. Το ημερολόγιο έδειχνε την Τετάρτη, 30 Αυγούστου 1944. (φωτογραφία : Βασίλης Μαυρογένης)

Στο Μάουτχαουζεν

Ο Γεώργιος Ιωάννου Πλατσιδάκης που διασώθηκε και επέστρεψε στους Λάκκους, περιγράφει στις αναμνήσεις του ότι στο στρατόπεδο Μάουτχαουζεν έφτασαν την Πρωτομαγιά του 1941. Του έκανε μεγάλη εντύπωση η ζωγραφισμένη νεκροκεφαλή πάνω από την κεντρική πύλη του στρατοπέδου.

Διηγείται ότι αφού πέρασαν την πύλη, τους πήραν όλα τα ρούχα και τα πράγματά τους. Τα αντικατέστησαν με ένα πουκάμισο, ένα παντελόνι και ένα ζευγάρι τσόκαρα. Στη συνέχεια, ο Γεώργιος Πλατσιδάκης περιγράφει τη διαμονή τους επί 15 μέρες σε ένα θάλαμο κρατουμένων. Μετά απ’αυτό το διάστημα του σκληρού εγκλεισμού, τους μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μέλκ της Αυστρίας, ένα από τα παραρτήματα του Μάουτχαουζεν.

Ο βομβαρδισμός του Μελκ από τα συμμαχικά αεροπλάνα στις 8 Ιουλίου 1944 

Το Σάββατο 8 Ιουλίου 1944, το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μελκ δέχθηκε σκληρή αεροπορική επίθεση με βομβαρδισμούς από συμμαχικά αεροπλάνα. Στο στρατόπεδο βρίσκονταν εκείνη την ημέρα 3.500 κρατούμενοι και επέζησαν 850. Μεταξύ των κρατουμένων ήταν και Λακκιώτες όμηροι.

Τον βομβαρδισμό περιγράφει ο Γεώργιος Πλατσιδάκης στις αναμνήσεις του αλλά και ο Νίκος Καραγιάννης στο χειρόγραφό του με τον τίτλο Πέρα από το Μάουτχαουζεν. Συγκεκριμένα, ο Νίκος Καραγιάννης γράφει :  «…ήταν πια 1945, είχε γίνει η αποτυχημένη απόπειρα κατά του Χίτλερ και επίσης  είχε χαθεί η τελευταία ελπίδα των Γερμανών με τη μάχη των Αρδεννών και τα  πενιχρά αποτελέσματα των V1-V2 και περνούσαμε κάτι αλκυονίδες μέρες με  σπάνιες λιακάδες παρατηρώντας τον ουρανό που έβριθε κυριολεκτικά από τα  συμμαχικά αεροπλάνα που ολημερίς πετούσαν στα ύψη κατά χιλιάδες.

Τα περίφημα  ιπτάμενα φρούρια Β49 των Αμερικανών λες και είχαν προσκλητήριο συγκέντρωσης  πάνω από το χώρο μας από τις διάφορες βάσεις εξορμήσεως για να αλωνίζουν τους  ουρανούς και να βομβαρδίζουν όλη μέρα γιατί ακούγαμε καθαρά το γδούπο των  βομβών που έσκαζαν μακριά μας.

Ο Δούναβης πάντα ήρεμος, μεγαλοπρεπής, φαρδύς, τόσο που δεν έβλεπες σχεδόν  απέναντι, κυλούσε τον αέναο δρόμο του προς τον προορισμό του. Έτσι είμαστε  ξαπλωμένοι ένα πρωινό έξω στη λιακάδα όταν ένα σμήνος Β49 κατέβηκε χαμηλότερα από συνήθως και άφησε δέσμες βομβών μέσα στον περίγυρο του στρατοπέδου από σφάλμα όπως τα ραδιόφωνα είπαν μετά ! Το τι χαλασμός έγινε δεν περιγράφεται.

110 βόμβες έπεσαν μέσα από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου.  Έπεσα μπρούμυτα εκεί που λιαζόμουν οι εκρήξεις από τις βόμβες, η χλαπαταγή, τα  θραύσματα που μου κατακαίγανε τα γυμνά μέλη μου δεν έλεγαν να τελειώσουν ποτέ,  τόσο πολύ μου φάνηκε πως κράτησε το κακό.

Όμως όταν τελείωσε και σηκώθηκα,  ψαχνόμουνα και διεπίστωσα πως ήμουν αρτιμελής. Απέναντί μου το αναρρωτήριο  που ήταν δυο μακρινάρια παραπήγματα ήταν σμπαραλιασμένο τόσο, που κειτόταν  σαν εκτροχιασμένο τρένο. 

Η σκοπιά απέναντί μου ήταν εξαφανισμένη οι δε εγκαταστάσεις του στρατοπέδου  που ήταν ξύλινες είχαν γίνει ένας σωρός σπιρτόξυλα. Μόνο τα μεγάλα κτήρια και τα  μαγειρεία που ήταν κτισμένα με πέτρες και μπετόν έμεναν κάπως όρθια. 

Καταλαβαίνετε το τι χαμός ακολούθησε, τι πανικός, φωνές απόγνωσης, βογκητά,  εκκλήσεις για βοήθεια πανταχούθε, τρεχάματα χωρίς προορισμό.

Με μια κουβέντα  χαλασμός Κυρίου. Ευτυχώς ο πολύς κόσμος ήταν έξω στη δουλειά έτσι από τους  3500 ανθρώπους που είμαστε εκείνη την ώρα μέσα, οι 850 ψαχνόμαστε διότι οι  άλλοι είχαν σχεδόν εξαερωθεί, διαλυθεί κυριολεκτικά με άλλους τόσους τραυματίες  όσοι και οι ζωντανοί. Τι τραυματίες τώρα ; Πόδια ; Χέρια ; Άστα να πάνε, αυτά δεν  περιγράφονται…». 

Το μνημείο

Το έτος 2002, ο Γεώργιος Ιωάννου Πλατσιδάκης που διασώθηκε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν, (ήταν ο ένας από τις έξι συγχωριανούς του που κατάφεραν και επέστρεψαν στους Λάκκους), έστησε μνημείο τιμής και μνήμης αφιερωμένο στους 23 Λακκιώτες που πρόσφεραν τη ζωή τους για την πατρίδα σε ένα από τα πιο σκληρά στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γ΄ Ράιχ.

Το επιβλητικό μνημείο βρίσκεται στον αύλειο χώρο του πολιούχου ναού του Αγίου Αντωνίου Λάκκων Χανίων. Στέκεται εκεί για να θυμίζει ότι η λευτεριά απαιτεί θυσίες και αίμα και να θυμίζει ακόμη στους αναθεωρητές της ιστορίας ότι η Βέρμαχτ αποτελούνταν από εγκληματίες πολέμου και  ότι ήταν ένας φασιστικός και ναζιστικός στρατός.

Τα ονόματα των 23 Λακκιωτών, τα σκαλισμένα στο μνημείο είναι :

Η πέτρινη στήλη στον αύλειο χώρο του ιερού ναού Αγίου Αντωνίου Λάκκων Χανίων με τα ονόματα των 23 Λακκιωτών που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, στο Αυστριακό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν και στα παραρτήματά του Μελκ και Εμπενζεέ

Βερυβάκης Μιχαήλ τ. Νικολάου, Βερυβάκης Παύλος τ. Δράκου, Βολάνης Στυλιανός τ. Σοφοκλή, Γιαννακάκης Βασίλειος τ. Νικολάου, Θεοδωράκης Χρήστος τ. Ιωάννου, Κατάκης Ευάγγελος τ. Νικολάου, Καψαλάκης Στυλιανός τ. Ιωάννου, Καψαλάκης Σωτήρης τ. Αριστείδη, Κουτρούλης Βασίλειος τ. Μιχαήλ. Μάντακας Νικόλαος τ. Εμμανουήλ, Μανωλαράκης Σταύρος τ. Χρήστου,  Μαλιντρέτος Εμμανουήλ τ. Σταμάτη, Μαλιντρέτος Δημήτριος τ. Νικολάου, Μανουσάκης Γεώργιος τ. Αντωνίου, Μαρούλης Γεώργιος τ. Αριστείδη, Μιχελέτος Παντελής τ. Βασίλη, Σεργάκης Κυριάκος τ. Νικολάου, Σεργάκης Εμμανουήλ τ. Κυριάκου, Σεργάκης Γεώργιος τ. Νικολάου, Σεργάκης Μιχαήλ τ. Νικολάου, Σεργάκης Εμμανουήλ τ. Παύλου, Σκουλάς Σκουλής τ. Νικολάου και Τζοτζολάκης Σταμάτης τ. Νικολάου.

Ο Βασίλειος Γιαννακάκης του Νικολάου. Δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν στις 25 Ιανουαρίου 1945, αφήνοντας χήρα τη γυναίκα του Χρυσή με έξι παιδιά και ένα ακόμη στην κοιλιά της. (φωτογραφία : Βασίλης Μαυρογένης)

Κάτω από τα ονόματα, ο Γεώργιος Πλατσιδάκης χάραξε τη φράση :

«Ως ελάχιστο φόρο τιμής από τον επιζήσαντα της χιτλερικής θηριωδίας Γεώργιο Ιωάννου Πλατσιδάκη προς τους συγχωριανούς και συγκρατούμενούς του που άφησαν την τελευταία τους πνοή στο ναζιστικό στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων του   MAUTHAUSEN ΦΕΒ. 1944 – ΜΑΙΟΣ 1945».

Μετά τη λειτουργία στον ναό του Αγίου Αντωνίου Λάκκων και το μνημόσυνο των 23 πατριωτών του χωριού που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη συγκίνηση, ακολούθησαν οι εξαιρετικές ομιλίες της κ. Δρ. Πηνελόπης Ντουντουλάκη, του Δρ. Αριστομένη Συγγελάκη και του Γιάννη Πλατσιδάκη, γιου του Γεωργίου Πλατσιδάκη. Στη συνέχεια και πριν την κατάθεση των στεφάνων στο μνημείο, η Λακκιώτικη Παρέα “Μανόλης Νικολούδης” έκλεισε την εκδήλωση τραγουδώντας το παρακάτω ριζίτικο και την μαντινάδα :

Φωνές και κλάματα άκουσα, οθέ τσ’Αγιάς το κάμπο

ηντά’ναι αυτό το σύθρηνο, τούτο το μοιρολόι

κλαιν οι μανάδες τα παιδιά οι γι’άντρες τους τ’αδέρφια

κι οι γι’αδερφές τ’αδέρφια τους.

…………

Ο Χάρος έστεσε χορό στση δέκα του Φλεβάρη

σέρνει Λακκιώτες τρομερούς, μαζί ντου να τσι πάρει