* Γράφει ο καρδιοχειρουργός Θεοχάρης Ξενικάκης
Η αορτική βαλβίδα βρίσκεται μεταξύ της αριστερής κοιλίας και της αορτής και αποτελεί τη βασική «πύλη εξόδου» του αίματος από την καρδιά προς το υπόλοιπο σώμα. Ο ρόλος της είναι διπλός: επιτρέπει την προώθηση του αίματος κατά τη συστολή της καρδιάς και αποτρέπει την παλινδρόμησή του προς την καρδιά κατά τη φάση της διαστολής. Η ομαλή λειτουργία της είναι απαραίτητη για την επαρκή αιμάτωση όλων των οργάνων.
Στένωση της αορτικής βαλβίδας ονομάζεται ο περιορισμός του ανοίγματός της. Πρόκειται για τη συχνότερη βαλβιδοπάθεια σε άτομα άνω των 65 ετών και συνήθως έχει εκφυλιστική αιτιολογία. Η εναπόθεση ασβεστίου στις γλωχίνες και στον δακτύλιο της βαλβίδας οδηγεί προοδευτικά στη σκλήρυνσή της και στη μείωση της επιφάνειας ανοίγματος.
Στα αρχικά στάδια, η καρδιά καταφέρνει να αντιρροπεί την αυξημένη αντίσταση. Όταν όμως η στένωση γίνει σοβαρή, η προώθηση επαρκούς ποσότητας αίματος προς το σώμα παρεμποδίζεται. Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση συμπτωμάτων και, χωρίς θεραπεία, η προοδευτική επιδείνωση με κατάληξη την καρδιακή ανεπάρκεια.
Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της σοβαρής αορτικής στένωσης είναι η εύκολη κόπωση, η δύσπνοια, ο πόνος στο στήθος, τα συγκοπτικά επεισόδια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος. Όταν η νόσος καταστεί συμπτωματική, το προσδόκιμο επιβίωσης μειώνεται δραματικά, συχνά σε λιγότερο από δύο χρόνια, εάν δεν υπάρξει επεμβατική αντιμετώπιση. Ακόμη όμως και σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με σοβαρή στένωση, ο κίνδυνος αιφνίδιου θανάτου δεν είναι αμελητέος.
Η διάγνωση τίθεται με υπερηχογράφημα καρδιάς, το οποίο εκτιμά την επιφάνεια ανοίγματος της βαλβίδας, την ταχύτητα ροής του αίματος και τη λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας. Φαρμακευτική αγωγή μπορεί να ανακουφίσει ορισμένα συμπτώματα, δεν μπορεί όμως να αναστρέψει ή να σταματήσει τη στένωση, καθώς πρόκειται για μηχανικό πρόβλημα της βαλβίδας.
Η οριστική θεραπεία είναι η αφαίρεση της πάσχουσας βαλβίδας και η αντικατάστασή της με τεχνητή. Η κλασική και πιο αξιόπιστη μέθοδος είναι η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, η χαλασμένη βαλβίδα αφαιρείται πλήρως, ο δακτύλιος καθαρίζεται από τα ασβέστια και τοποθετείται μηχανική ή βιολογική βαλβίδα. Οι μηχανικές βαλβίδες έχουν μεγάλη αντοχή στον χρόνο αλλά απαιτούν μόνιμη αντιπηκτική αγωγή, ενώ οι βιολογικές δεν απαιτούν αντιπηκτικά και παρουσιάζουν διαρκώς βελτιούμενη αντοχή, με δυνατότητα μελλοντικής διαδερμικής αντικατάστασης (valve-in-valve).
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε και η διαδερμική αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας (TAVI), η οποία βασίζεται σε αυτοεκπτυσσόμενες βιολογικές βαλβίδες που τοποθετούνται χωρίς χειρουργική τομή. Τα βασικά πλεονεκτήματά της είναι η αποφυγή ανοιχτού χειρουργείου και η δυνατότητα θεραπείας ασθενών με υψηλό ή απαγορευτικό χειρουργικό κίνδυνο. Ωστόσο, η μακροχρόνια αντοχή των βαλβίδων αυτών παραμένει υπό αξιολόγηση.
Αντίθετα, η χειρουργική αντικατάσταση, όταν γίνεται έγκαιρα, είναι σήμερα μια εξαιρετικά ασφαλής επέμβαση με χαμηλό διεγχειρητικό κίνδυνο. Απαλλάσσει πλήρως τον ασθενή από τα συμπτώματα και αποκαθιστά το προσδόκιμο επιβίωσης σε επίπεδα αντίστοιχα του γενικού πληθυσμού, παραμένοντας η πιο ολοκληρωμένη και δοκιμασμένη θεραπεία για τη στένωση της αορτικής βαλβίδας.
*Ξενικάκης Θεοχάρης
Επιστημονικός Υπεύθυνος της Καρδιοϊασις
Διευθυντής καρδιοχειρουργικού τμήματος CRETA INTERCLINIC
