Παιδιά 4 έως 17 ετών που νόσησαν από κορωνοϊό εμφάνιζαν, έως και έναν χρόνο μετά, μείωση σε έναν ευαίσθητο δείκτη καρδιακής λειτουργίας (GLS), παρότι οι κλασικές μετρήσεις υπερηχοκαρδιογραφήματος ήταν φυσιολογικές. Αυτό ήταν ένα από τα ευρήματα νέας ελληνικής μελέτης από το Νοσοκομείο Παίδων «Παναγιώτη & Αγλαΐας Κυριακού» που δημοσιεύθηκε στο International Journal of Cardiology.
Παράλληλα, περίπου 1 στα 4 έκανε λόγο για συμπτώματα συμβατά με long-COVID, με πιο συχνό αυτό της κόπωσης.
Τι ακριβώς εξέτασε η μελέτη
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες:
Ανωμαλίες στους πνεύμονες παρατηρήθηκαν σε παιδιά και έφηβους με long Covid
Ομάδα post-COVID: 137 παιδιά με επιβεβαιωμένη λοίμωξη COVID-19 στο πρόσφατο ιστορικό τους. Τα περισσότερα παρουσίασαν ήπια νόσηση (83,9%), ενώ υπήρχε υποομάδα μέτριας (2,9%) ή σοβαρής (13,1%).
Ομάδα ελέγχου: 79 παιδιά χωρίς προηγούμενη λοίμωξη.
Αμφότερες, υποβλήθηκαν σε υπερηχοκαρδιογράφημα. Πέρα από τις βασικές μετρήσεις, οι γιατροί χρησιμοποίησαν και μια πιο «ευαίσθητη» τεχνική μέτρησης της καρδιακής λειτουργίας που ονομάζεται «ειδική μέτρηση παραμόρφωσης του μυοκαρδίου» (strain) και ειδικότερα το GLS (global longitudinal strain). Το GLS προσπαθεί να μετρήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια πώς «συστέλλεται» ο καρδιακός μυς και αποτελεί ένα εργαλείο που μπορεί να εντοπίσει λεπτές διαφορές – ακόμη κι όταν οι κλασικές μετρήσεις φαίνονται φυσιολογικές.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτηματολόγιο για πιθανά συμπτώματα long-COVID, ενώ σε μέρος των παιδιών πραγματοποιήθηκαν και αιματολογικές εξετάσεις (και) για έναν δείκτη που σχετίζεται με τη λειτουργία των αγγείων (sICAM-1).
Τι βρήκαν στην καρδιά
Το πρώτο συμπέρασμα ήταν ότι οι κλασικές καρδιολογικές μετρήσεις στον υπέρηχο δεν διέφεραν ουσιαστικά ανάμεσα στα παιδιά που είχαν περάσει COVID-19 και σε εκείνα της ομάδας ελέγχου. Ωστόσο, όταν οι ερευνητές κοίταξαν την πιο ευαίσθητη μέτρηση (GLS), η εικόνα άλλαξε: τα παιδιά που είχαν νοσήσει από κορωνοϊό είχαν χαμηλότερο GLS.
Το εύρημα ερμηνεύεται ως υποκλινική μεταβολή της λειτουργίας του μυοκαρδίου. Όπως αναφέρεται στην έρευνα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά είχαν «καρδιοπάθεια» ή ότι παρουσίαζαν (απαραίτητα) συμπτώματα. Σημαίνει ότι, ως ομάδα, καταγράφηκε μια μέτρηση που δείχνει ότι η καρδιά ενδέχεται να λειτουργεί λίγο διαφορετικά μετά τη λοίμωξη, ακόμη κι αν όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται εντός ορίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση στο GLS ήταν εντονότερη στα παιδιά που είχαν νοσήσει μέτρια ή σοβαρά με κορωνοϊό, σε σύγκριση με εκείνα που τον είχαν περάσει ήπια.
Long-COVID: Τι συμπτώματα ανέφεραν τα παιδιά
Η μελέτη δεν έμεινε μόνο στις εξετάσεις. Ρώτησε τα παιδιά (και τις οικογένειές τους) για συμπτώματα που επιμένουν μετά τη λοίμωξη. Περίπου 1 στα 4 παιδιά στην ομάδα post-COVID ανέφερε συμπτώματα που ταιριάζουν με long-COVID. Το πιο συχνό ήταν η κόπωση, ακολουθούμενη από το αίσθημα παλμών.
Στα παιδιά που ανέφεραν παλμούς, καταγράφηκαν και έκτακτες κοιλιακές συστολές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται απαραίτητα για σοβαρό πρόβλημα – αλλά αποτελεί στοιχείο που οι γιατροί σημειώνουν και παρακολουθούν.
Τι έδειξαν οι εξετάσεις για τα αγγεία
Έγινε και μέτρηση του sICAM-1, ενός δείκτη που συνδέεται με το ενδοθήλιο και με διαδικασίες ενεργοποίησης/φλεγμονής. Στα παιδιά που είχαν περάσει σοβαρή λοίμωξη, τα επίπεδα του sICAM-1 ήταν υψηλότερα. Αυτό δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε «αγγειακή νόσο», αλλά υποδεικνύει ότι, σε πιο βαριές λοιμώξεις, μπορεί να υπάρχει παρατεταμένη ενεργοποίηση που αφορά το εν λόγω σύστημα.
Συμπέρασμα
Εν κατακλείδι, η επιστημονική ομάδα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Aκόμη και χωρίς εμφανή καρδιακή νόσο, κάποια παιδιά μετά από COVID-19 μπορεί να έχουν μετρήσιμες, υποκλινικές αλλαγές και ένα ποσοστό να βιώνει συμπτώματα long-COVID. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η στοχευμένη παρακολούθηση και η προσεκτική καρδιολογική αξιολόγηση όπου υπάρχει ένδειξη.
ygeiamou.gr
