Με πλήθος συνεπειών για την υγεία συνδέεται η ολοένα και πιο έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση. Ανάμεσα στα όργανα που πλήττονται περισσότερο από τις επιπτώσεις ενός μολυσμένου αέρα είναι οι πνεύμονες και η καρδιά. Νέα έρευνα, ωστόσο, έρχεται να αναδείξει μια λιγότερο γνωστή «απειλή»: Τον κίνδυνο κατάθλιψης, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους με καρδιαγγειακές, μεταβολικές ή νευρολογικές παθήσεις.
Η κατάθλιψη ταλαιπωρεί εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, «κλέβοντάς» τους χρόνια υγιούς ζωής. Προκαλεί συναισθηματική ταλαιπωρία και εμποδίζει ακόμη και τις πιο απλές λειτουργίες, επηρεάζοντας βαθιά την καθημερινότητα των ανθρώπων. Μόνο το 2021, η κατάθλιψη ήταν υπεύθυνη για περίπου 56,3 εκατομμύρια χρόνια ζωής με αναπηρία παγκοσμίως, αριθμός που υπογραμμίζει τον βαθύ αντίκτυπό της στη δημόσια υγεία.
Μια μεγάλη μελέτη προσθέτει τώρα στα αυξανόμενα στοιχεία ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν ρόλο σε αυτό το «βάρος». Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα υγείας και έκθεσης στη ρύπανση σχεδόν 23,7 εκατομμυρίων δικαιούχων του προγράμματος Medicare των ΗΠΑ, ηλικίας 65 ετών και άνω μεταξύ 2000 και 2018. Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, περισσότερα από 5,5 εκατομμύρια άτομα διαγνώστηκαν με κατάθλιψη. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο JAMA Network Open.
Πώς σχετίζεται η ατμοσφαιρική ρύπανση με καταθλιπτικά συμπτώματα
Η μελέτη επικεντρώθηκε στα νανοσωματίδια PM2,5, εξετάζοντας όχι μόνο τα συνολικά επίπεδα ρύπανσης, αλλά και συγκεκριμένα χημικά συστατικά εντός των PM2,5. Οι ερευνητές αξιολόγησαν την ατομική και τη συνδυασμένη έκθεση σε αυτά τα συστατικά με βάση τον τόπο διαμονής των συμμετεχόντων κάθε χρόνο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα που ζουν σε περιοχές με υψηλότερα επίπεδα PM2,5 είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν κατάθλιψη. Με κάθε αύξηση της έκθεσης σε αυτό το μείγμα ρύπων κατά ένα τεταρτημόριο, ο κίνδυνος ανάπτυξης κατάθλιψης αυξανόταν κατά περίπου 7%.
Γιατί τα PM2,5 είναι ιδιαίτερα επιβλαβή
Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι ένα σύνθετο μείγμα αερίων και μικροσκοπικών σωματιδίων, που εκλύονται κυρίως από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η καύση ορυκτών καυσίμων και οι εκπομπές από την κυκλοφορία. Μεταξύ αυτών των ρύπων, τα PM2,5 είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα λόγω του μεγέθους τους: Αυτά τα σωματίδια μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες, να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος, ακόμη και να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Μόλις εισέλθουν στον οργανισμό, προκαλούν φλεγμονή και οξειδωτικό στρες, διαδικασίες γνωστές για την πρόκληση σωματικών και ψυχικών διαταραχών. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα σε νευρολογικές και ψυχολογικές συνέπειες.
Συγκεκριμένοι «ένοχοι»
Προηγούμενες μελέτες έχουν αναδείξει τη σχέση μεταξύ ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κατάθλιψης, ωστόσο η παρούσα έρευνα υπογραμμίζει τον αυξημένο ρόλο των PM2,5. Ειδικότερα, η ανάλυση διαπίστωσε ότι η μακροχρόνια έκθεση σε συγκεκριμένα συστατικά PM2,5 -ιδίως θειικό άλας, άνθρακα και συστατικά της σκόνης του εδάφους- συσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης. Ο κίνδυνος ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένος για τους ηλικιωμένους με μεταβολικές παθήσεις, καρδιαγγειακά προβλήματα ή νευρολογικές διαταραχές, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι υπάρχουσες ευπάθειες ενδέχεται να ενισχύουν τις επιπτώσεις της ρύπανσης στην ψυχική υγεία.
Επιπτώσεις στη δημόσια υγεία
Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη θέσπισης αυστηρότερων κανόνων σχετικά με την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, που να εστιάζουν στις επιπτώσεις της καύσης ορυκτών καυσίμων και των εκπομπών των οχημάτων. Η μείωση των επιπέδων των επιβλαβών συστατικών PM2,5 στο περιβάλλον θα μπορούσε όχι μόνο να προστατεύσει τη σωματική υγεία, αλλά και να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου κατάθλιψης στους γηράσκοντες πληθυσμούς.
