1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Οι γυναίκες νιώθουν περισσότερο πόνο από τους άνδρες σε 11 σημεία του σώματος

Μια νέα μελέτη, που ανέλυσε στοιχεία για τον πόνο από 6.125.459 άτομα σε 118 χώρες, επιβεβαίωσε ότι οι γυναίκες αναφέρουν συστηματικά περισσότερο πόνο από τους άνδρες.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, έδειξαν ότι οι γυναίκες αναφέρουν περισσότερο πόνο σε 11 διαφορετικά σημεία του σώματος.

Αυτά είναι το κεφάλι, το πρόσωπο, ο αυχένας και οι ώμοι, τα χέρια και οι καρποί, οι αγκώνες, τα πέλματα και οι αστράγαλοι, τα γόνατα, το στήθος, η πλάτη, η κοιλιά και οι γοφοί. Ο πόνος στην πλάτη ήταν ο συχνότερος, με ποσοστό 40%.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Matt Fillingim, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ, στον Καναδά, είπε στο Medical News Today ότι οι ακριβείς λόγοι για τους οποίους οι γυναίκες νιώθουν περισσότερο πόνο δεν είναι ακόμη γνωστοί. Ωστόσο, εκτιμάται ότι πρόκειται για έναν συνδυασμό διαφορετικών παραγόντων.

«Η διαφορά πιθανότατα οφείλεται σε έναν συνδυασμό βιολογικών και κοινωνικών παραγόντων, όπως οι ορμόνες του φύλου, η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ο τρόπος με τον οποίο το νευρικό σύστημα επεξεργάζεται τον πόνο, το στρες, οι επιβαρύνσεις που σχετίζονται με την αναπαραγωγή, οι συνθήκες εργασίας, η χρήση υπηρεσιών υγείας και οι διαφορές στον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται τα συμπτώματα», υπογράμμισε ο Fillingim.

Ο ερευνητής αναφέρθηκε επίσης σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα και φαίνεται να δείχνουν ότι υπάρχουν «πραγματικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στους μηχανισμούς του πόνου».

Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε έρευνες του Jeffrey Mogil, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο McGill, «οι οποίες έδειξαν ότι στα ζώα, τα αρσενικά και τα θηλυκά μπορεί να ενεργοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς του ανοσοποιητικού συστήματος όταν παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία στον πόνο».

«Αυτό που μας έκανε εντύπωση στη νέα μελέτη ήταν ότι η διαφορά στον πόνο που ανέφεραν άνδρες και γυναίκες εμφανιζόταν και στα 11 σημεία του σώματος. Όμως, το μέγεθος της διαφοράς άλλαζε σημαντικά ανάλογα με το είδος του πόνου, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι δεν υπάρχει ένας κοινός μηχανισμός που να εξηγεί όλες τις περιπτώσεις», επισήμανε ο Fillingim.

Η Shuchita Garg, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλινικής Ιατρικής στο Τμήμα Αναισθησιολογίας και στη Μονάδα Χρόνιου Πόνου, σχολίασε τα ευρήματα: «Η μελέτη αυτή αποτελεί σημαντική συμβολή στην έρευνα για τον πόνο και αμφισβητεί ορισμένα από τα υπάρχοντα δεδομένα». Εντούτοις, τόνισε ότι χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

«Επειδή τα περισσότερα δεδομένα προέρχονται από μελέτες που εξέτασαν τους συμμετέχοντες σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δείχνουν πώς διαφέρει ο πόνος ανάλογα με την ηλικία στον πληθυσμό και όχι πώς αλλάζει με την πάροδο του χρόνου σε κάθε άτομο», είπε. «Επιπλέον, τα στοιχεία αφορούν το πόσο συχνά εμφανίζεται ο πόνος σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο και όχι το πόσο διαρκεί. Επομένως, η μελέτη εξετάζει γενικά τον πόνο και όχι αποκλειστικά τον χρόνιο πόνο».

Γιατί οι γυναίκες νιώθουν συχνότερα πόνο;

Η νέα μελέτη έδειξε ότι ο πόνος είναι σταθερά συχνότερος στις γυναίκες, γεγονός που δημιουργεί το ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό.

Σύμφωνα με την Garg, «οι λόγοι για τους οποίους οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα πόνο είναι σύνθετοι και περιλαμβάνουν βιολογικούς, ορμονικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Οι μεγαλύτερες διαφορές παρατηρούνται στον πόνο στο πρόσωπο και στην κοιλιά, στους πονοκεφάλους, αλλά και στις περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα είναι ιδιαίτερα έντονα».

«Οι διαφορές είναι μεγαλύτερες στην ημικρανία, στον πόνο που σχετίζεται με την κροταφογναθική άρθρωση και στον σπλαχνικό πόνο, καταστάσεις που συνδέονται με την αναπαραγωγική ηλικία. Πιστεύεται ότι οι αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εφηβεία και οι ορμόνες του φύλου ευθύνονται για τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ αγοριών και κοριτσιών», εξήγησε.

Η Garg μίλησε παράλληλα για τις διαφορές που υπάρχουν στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Όπως επισήμανε, ο νευροπαθητικός πόνος έχει συνδεθεί στους άνδρες με τη δραστηριότητα εξειδικευμένων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, που ονομάζονται μικρογλοιακά κύτταρα, ενώ στις γυναίκες με τη δραστηριότητα των Τ λεμφοκυττάρων, ενός τύπου λευκών αιμοσφαιρίων. Διευκρίνισε, όμως, ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα προέρχονται μέχρι στιγμής κυρίως από προκλινικές μελέτες σε τρωκτικά.

«Παθήσεις που αφορούν το γυναικείο φύλο, όπως η δυσμηνόρροια, η ενδομητρίωση και ο πυελικός πόνος, συμβάλλουν άμεσα στη μεγαλύτερη διαφορά που παρατηρείται στον πόνο στην κοιλιά», συνέχισε. «Πρόκειται για αλγοπλαστικό πόνο, μια μορφή βαθύ, αμβλύ και επίμονου πόνου. Παράλληλα, η αυξημένη ευαισθησία στον πόνο, όπως αυτή που παρατηρείται στην ινομυαλγία, είναι συχνότερη στις γυναίκες, κάτι που συνάδει με τη μεγαλύτερη ένταση και έκταση του πόνου που αναφέρουν».

Τέλος, η Garg εκτίμησε ότι «οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες και η πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους, οι τραυματικές εμπειρίες, η επιβάρυνση από τη φροντίδα άλλων ατόμων, καθώς και οι καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία».

Ο πόνος αυξάνεται ταχύτερα πριν από τα 55 και στα δύο φύλα

Η νέα μελέτη διαπίστωσε επιπλέον ότι, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, η συχνότητα εμφάνισης του μυοσκελετικού πόνου αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό μεταξύ των ηλικιών 20 και 55 ετών. Ωστόσο, τα υψηλότερα επίπεδα πόνου καταγράφονται συνήθως γύρω στα 75 ή και αργότερα.

Συνολικά, και στα δύο φύλα, η συχνότητα εμφάνισης πόνου σε όλα τα σημεία του σώματος που εξετάστηκαν αυξανόταν ταχύτερα πριν από την ηλικία των 55 ετών.

«Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι αυτό δεν σημαίνει πως ο πόνος είναι συχνότερος πριν από τα 55», διευκρίνισε ο Fillingim. «Σημαίνει ότι, στα περισσότερα σημεία του σώματος, το ποσοστό των ατόμων που αναφέρουν πόνο αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό κατά τη συγκεκριμένη περίοδο».

«Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στον πόνο στην πλάτη, στους γοφούς και στα γόνατα, η συχνότητα εμφάνισης συνεχίζει να αυξάνεται και σε μεγαλύτερες ηλικίες», πρόσθεσε.

Ο ερευνητής επισήμανε ότι δεν είναι ακόμη σαφές γιατί η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται πριν από τα 55. Πάντως, πρότεινε ότι «μία πιθανή εξήγηση είναι πως κατά την πρώιμη και τη μέση ενήλικη ζωή αρχίζουν να συσσωρεύονται πολλοί από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση πόνου».

Σε αυτούς περιλαμβάνονται «η σωματική καταπόνηση στην εργασία, οι τραυματισμοί, η αύξηση του σωματικού βάρους, τα μεταβολικά νοσήματα, το στρες και η επαναλαμβανόμενη καταπόνηση». Πρόσθεσε επιπλέον ότι «μέχρι να φτάσει κάποιος σε μεγαλύτερη ηλικία, ένα σημαντικό μέρος αυτής της επιβάρυνσης μπορεί να έχει ήδη συσσωρευτεί».

Μιλώντας στο Medical News Today, ο Vernon Williams, νευρολόγος με ειδίκευση στην αθλητική νευρολογία και ιδρυτικός διευθυντής του Κέντρου Αθλητικής Νευρολογίας και Ιατρικής Πόνου του Cedars-Sinai Orthopedics and Sports Medicine, υπογράμμισε ότι η ηλικία πιθανότατα δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που ευθύνεται για την αύξηση της συχνότητας εμφάνισης πόνου.

Ο Williams εξήγησε ότι η αύξηση που παρατηρείται πριν από τα 55 πιθανότατα οφείλεται στη συσσώρευση διαφορετικών παραγόντων:

«Μέχρι τη μέση ηλικία, μπορεί να έχουν συσσωρευτεί τραυματισμοί, επαναλαμβανόμενη σωματική καταπόνηση, αλλαγές στη σωματική δραστηριότητα, στρες, διαταραχές του ύπνου και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το νευρικό σύστημα επεξεργάζεται τον πόνο. Ο πόνος είναι μια σύνθετη εμπειρία και ο εγκέφαλος μπορεί να γίνεται πιο ευαίσθητος στα ερεθίσματα του πόνου με την πάροδο του χρόνου. Επομένως, η αύξηση που βλέπουμε πριν από τα 55 μπορεί να οφείλεται στη συσσωρευμένη επίδραση αυτών των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων και όχι σε μία συγκεκριμένη αιτία που σχετίζεται με την ηλικία».

Με βάση τα παραπάνω, η Garg πρότεινε ότι «οι προσπάθειες πρόληψης του πόνου θα πρέπει να επικεντρώνονται σε ενήλικες ηλικίας 20 έως 49 ετών, ενώ η αντιμετώπιση πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ατόμου. Αρχικά, χρειάζεται να διερευνώνται προσεκτικά πιθανές αιτίες που μπορούν να αντιμετωπιστούν, να ενθαρρύνεται η σωματική δραστηριότητα, να εξετάζεται η χρήση ψυχολογικών θεραπειών και να δίνεται έμφαση στην αλλαγή των παραγόντων κινδύνου».

«Στην πράξη, ο αποτελεσματικότερος τρόπος να βοηθήσουμε όσους αντιμετωπίζουν πόνο είναι να συνδυάζουμε διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις», συμβούλευσε.

Τι συμβουλεύουν οι ειδικοί όσους αντιμετωπίζουν χρόνιο πόνο
Απευθυνόμενος σε όσους αντιμετωπίζουν πόνο που επηρεάζει την ποιότητα της ζωής τους, ο Williams ανέφερε: «Η πρώτη μου συμβουλή είναι να μην προσπαθείτε απλώς να μάθετε να ζείτε με τον χρόνιο πόνο ή να τον καλύπτετε με φάρμακα».

Αντίθετα, συμβούλευσε «να κάνετε έναν πλήρη ιατρικό έλεγχο για να διαπιστώσετε τι μπορεί να προκαλεί ή να επιδεινώνει τον πόνο, καθώς η αποτελεσματικότερη θεραπεία εξαρτάται από τον εντοπισμό του είδους και της αιτίας του».

«Στη συνέχεια, επικεντρωθείτε στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας και της κινητικότητάς σας, εξετάζοντας παράλληλα μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, άσκηση, τεχνικές διαχείρισης της συμπεριφοράς, πρακτικές ενσυνειδητότητας και, όταν χρειάζεται, φαρμακευτική αγωγή. Ο χρόνιος πόνος είναι σύνθετος, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα διαρκέσει για πάντα», ανέφερε ο Williams.

Η Garg υπογράμμισε μάλιστα ότι «η άσκηση βοηθά στη μείωση του πόνου, στη βελτίωση της λειτουργικότητας και της γενικής υγείας», επισημαίνοντας ότι «δεν υπάρχει κάποιο είδος άσκησης που να είναι καλύτερο από τα υπόλοιπα», αρκεί να γίνεται συστηματικά.

«Τα προγράμματα άσκησης, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης θα πρέπει να αποτελούν βασικά μέσα αντιμετώπισης του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου. Οι θεραπείες αυτές επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το νευρικό σύστημα επεξεργάζεται τον πόνο και δεν πρέπει να θεωρείται ότι υπονοούν πως ο πόνος είναι φανταστικός.

«Παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν, όπως ο ύπνος, το κάπνισμα, η απώλεια βάρους και η ψυχική διάθεση, μπορούν παράλληλα να επηρεάσουν την ένταση και τα χαρακτηριστικά του πόνου. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται κατάλληλα», επισήμανε η ίδια.

Τέλος, η καθηγήτρια πρόσθεσε: «Είναι προτιμότερο να επικεντρώνεστε σε πρακτικούς στόχους, όπως η βελτίωση της κινητικότητας, της ποιότητας ζωής και της ικανότητας να ανταποκρίνεστε στις καθημερινές σας δραστηριότητες ή να επιστρέψετε στην εργασία σας, παρά να έχετε ως μοναδικό στόχο να εξαφανιστεί εντελώς ο πόνος».

Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στα δεδομένα για τον πόνο

«Ελπίζω ότι τα ευρήματα θα ενθαρρύνουν μια προσέγγιση στην πρόληψη και την παρακολούθηση του πόνου που θα λαμβάνει υπόψη όλες τις ηλικίες», ανέφερε ο Fillingim, σχολιάζοντας τον αντίκτυπο που θα ήθελε να έχει η έρευνα του ίδιου και των συνεργατών του. «Το γεγονός ότι οι μεγαλύτερες αλλαγές στην εμφάνιση του πόνου παρατηρούνται πριν από την τρίτη ηλικία υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες για πρόληψη ή έγκαιρη παρέμβαση».

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι εξακολουθούν να λείπουν σημαντικά στοιχεία σε παγκόσμιο επίπεδο και ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα.

«Ελπίζω ότι η μελέτη θα στρέψει την προσοχή στα μεγάλα κενά που υπάρχουν στα παγκόσμια δεδομένα για τον πόνο», επισήμανε. «Αντιμετωπίσαμε τεράστιες δυσκολίες στο να εντοπίσουμε και να αποκτήσουμε πρόσβαση σε κατάλληλα δεδομένα από περιοχές με χαμηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (HDI), ιδιαίτερα από ορισμένες περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής, της Νοτιοανατολικής Ασίας και άλλες περιοχές που εκπροσωπούνται ελάχιστα στην έρευνα».

Σύμφωνα με τον Fillingim, «αυτό οφείλεται σε αρκετές δυσκολίες, όπως η περιορισμένη συλλογή δεδομένων, ο μικρός αριθμός μεγάλων μελετών που παρακολουθούν ομάδες ατόμων σε βάθος χρόνου, η έλλειψη πόρων για την αποθήκευση και τη διατήρηση των δεδομένων, οι περιορισμένες ερευνητικές υποδομές και τα εμπόδια στη διάθεση των στοιχείων για περαιτέρω ανάλυση».

«Ένας από τους βασικότερους στόχους αυτής της μελέτης είναι να ενθαρρύνει μεγαλύτερες επενδύσεις στη συλλογή και τη διατήρηση αξιόπιστων δεδομένων για τον πόνο σε αυτές τις περιοχές. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, είναι πολύ δυσκολότερο να κατανοήσουμε γιατί ο πόνος αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα σε ορισμένες ηλικίες, πώς αλλάζει στη διάρκεια της ζωής και ποιες στρατηγικές πρόληψης ή θεραπείας είναι καταλληλότερες», κατέληξε ο ίδιος.