Νοσηλεία στην Ψυχιατρική, χωρίς τη θέληση του ασθενούς – Ποιοι την αποφασίζουν και γιατί
Οι πιο συνήθεις διαγνώσεις που συνδέονται με ακούσια νοσηλεία είναι η σχιζοφρένεια, η ψύχωση, η διπολική διαταραχή, η μείζονα κατάθλιψη με αυτοκτονικό ιδεασμό

Ο άνθρωπος μας κάνει παράλογες ή καταστροφικές σκέψεις. Είναι απελπισμένος και λέει ότι δεν αξίζει να ζει κανείς.

Ότι κι αν του πούμε για να τον ηρεμήσουμε, δεν έχει αποτέλεσμα. Ζει μέσα στην απόλυτη κατάθλιψη, βλέπει παντού σκοτάδι, σηκώνει ένα τεράστιο βάρος που τον συνθλίβει και πιστεύει ότι κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τον απαλλάξει.

Έχουμε «τρελαθεί» από την ανησυχία μας, φοβόμαστε μην βλάψει τον εαυτό του και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, γιατί δεν δέχεται ιατρική βοήθεια, θέλουμε όμως να κάνουμε τα πάντα για να σωθεί.

Και τότε παίρνουμε τη δύσκολη απόφαση της ακούσιας νοσηλείας, της εισαγωγής του, δηλαδή, σε ψυχιατρική κλινική, χωρίς τη θέλησή του, με εισαγγελική εντολή.

Σε ποιες περιπτώσεις επιβάλλεται, ποια διαδικασία ακολουθείται και πώς αποφασίζουν οι ψυχίατροι ότι ο/η ασθενής πρέπει να παραμείνει για παρακολούθηση στο νοσοκομείο, για να μην βλάψει τον εαυτό του ή άλλους;

Για το θέμα, μιλά στην «Π» ο ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής Αλέξανδρος Βγόντζας, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι «οι ψυχίατροι πρέπει να ζυγίζουν το βάρος μιας “άδικης, αχρείαστης” παραμονής σε Ψυχιατρική Κλινική, σε σχέση με τον κίνδυνο της απώλειας ανθρώπινης ζωής».

Ο κ. Αλέξανδρος Βγόντζας

Ακολουθεί η συζήτηση με τον καθηγητή:

Τι είναι η ακούσια νοσηλεία;

«Είναι η νοσηλεία ψυχικά ασθενούς, χωρίς τη θέληση του, σε Ψυχιατρική Κλινική, όταν με τις πράξεις ή τα λόγια του θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων ή τη δική του.

Είναι μια διεθνής πρακτική που εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες και στην Ελλάδα. Οι ασθενείς δεν έχουν επίγνωση των κινδύνων από τη συμπεριφορά τους.

Οι πιο συνήθεις διαγνώσεις που συνδέονται με ακούσια νοσηλεία είναι η σχιζοφρένεια, η ψύχωση, η διπολική διαταραχή, η μείζονα κατάθλιψη με αυτοκτονικό ιδεασμό ή η συνύπαρξη ψυχιατρικής διαταραχής και χρήσης ουσιών, “διπλή διάγνωση”. Στη πατρίδα μας τα ποσοστά των ακουσίων νοσηλειών είναι αυξημένα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη λόγω έλλειψης κοινοτικών δομών Ψυχικής Υγείας ή και του κοινωνικού στιγματισμού της ψυχικής νόσου».

Ποιος μπορεί να ζητήσει την ακούσια νοσηλεία;

«Ο νόμος προβλέπει ότι η ακούσια νοσηλεία μπορεί να αιτηθεί από συγγενικό άτομο ή άλλους αρμόδιους, όπως είναι ο ψυχίατρος ή ο γιατρός, οποιασδήποτε ειδικότητας, η Αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων κ.ά. Η υποβολή της αίτησης από τους συγγενείς είναι η προτιμητέα.

Παρόλα αυτά, επειδή είναι μια συναισθηματικά οδυνηρή και ενοχική διαδικασία για τους συγγενείς, τους γονείς, για παράδειγμα, αυτή η αίτηση μπορεί να προέλθει και από άλλους, όπως τον θεράποντα γιατρό».

Πού υποβάλλεται η αίτηση για ακούσια νοσηλεία και ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται;

«Υποβάλλεται στην κατά τόπους Εισαγγελία που δίνει εντολή στο οικείο αστυνομικό τμήμα για τη μεταφορά του ασθενούς επειγόντως στο νοσοκομείο ή τη δομή που εφημερεύει. Η εισαγγελική εντολή είναι ο ασθενής να εξεταστεί από δύο ψυχιάτρους ή και ένα ψυχίατρο και ένα ιατρό παρεμφερούς ειδικότητας και να γνωματεύσουν για την αναγκαιότητα ή όχι της ακούσιας νοσηλείας.

Στη πατρίδα μας, οι γιατροί των παρεμφερών ειδικοτήτων είναι διστακτικοί να συνυπογράφουν τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας».

Σε τι πληροφορίες βασίζεται η απόφαση των δύο γιατρών;

«Οι πληροφορίες προέρχονται από εκείνον ή εκείνη που αιτείται την ακούσια νοσηλεία. Οι πληροφορίες μπορεί να είναι γραπτές ή προφορικές. Σε μερικές περιπτώσεις, που ο εισαγγελέας θεωρεί ότι δεν είναι επείγουσες, μπορεί να ζητήσει κατάθεση και από άλλο συγγενικό πρόσωπο ή από άτομα με τις παραπάνω ειδικότητες, όπως γιατρός, αστυνομικός, κοινωνικός λειτουργός κ.λπ.».

Σε τι στηρίζεται η απόφαση των δύο ψυχιάτρων;

«Στις πληροφορίες από τα παραπάνω άτομα και στην εξέταση του/της ασθενούς. Η γνώμη ή η θέληση του/της ασθενούς είναι μικρής σημασίας, μιας και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις ο/η ασθενής δεν έχει επίγνωση του νοσηρού ή και της επικινδυνότητας της κατάστασής του. Η απόφαση των γιατρών στοχεύει στο να προστατευθεί η ζωή του ίδιου ή των άλλων».

Τι μπορεί να γίνει όταν υπάρχει αμφιβολία στους γιατρούς για το αν το άτομο θα πρέπει να νοσηλευτεί ακούσια;

«Η ύπαρξη πληροφοριών πέραν της μίας πηγής, π.χ. συγγενούς και αστυνομικού ή συγγενούς και ιατρού ή αστυνομικού και κοινωνικού λειτουργού κ.λπ., ελαττώνει σε μεγάλο βαθμό την αμφιβολία για την αναγκαιότητα της ακούσιας νοσηλείας.

Λόγω του ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι απρόβλεπτη και η εξέταση στο τμήμα των επειγόντων έχει αντικειμενικά χρονικούς περιορισμούς, ο νόμος επιτρέπει την παραμονή του ασθενούς για 48 ώρες σε Ψυχιατρική Κλινική μέχρι να αποφασίσουν οι υπεύθυνοι ιατροί της Κλινικής για το αναγκαίο ή μη της νοσηλείας του/της ασθενούς.

Δηλαδή μετά από 48 ώρες και υπό τη συνεχή παρακολούθηση του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού, οι υπεύθυνοι ιατροί της Κλινικής μπορούν να αποφασίσουν για την αναγκαιότητα της νοσηλείας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι γιατροί έχουν την ευχέρεια να διερευνήσουν και εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις που έχουν βάση τον δόλο ή την πιθανή σκευωρία.

Σε τελική ανάλυση, οι ψυχίατροι πρέπει να ζυγίζουν το βάρος μιας “άδικης, αχρείαστης” παραμονής σε Ψυχιατρική Κλινική σε σχέση με τον κίνδυνο της απώλειας ανθρώπινης ζωής. Τέλος, ο ασθενής σε αυτό το διάστημα έχει το δικαίωμα να αλλάξει γνώμη και να αιτηθεί την εκούσια εισαγωγή του στη Κλινική, κάτι που δεν είναι σπάνιο».

Υπάρχουν ευθύνες εάν ο/η ασθενής προχωρήσει σε επικίνδυνη πράξη για τον εαυτό του ή τους άλλους;

«Επικίνδυνη συμπεριφορά του/της ασθενούς μέσα στην Κλινική που καταλήγει σε αφαίρεση ζωής άλλου ή του ίδιου θεωρείται, σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης Ψυχιατρικής, malpractice, δηλαδή ιατρική αμέλεια, ιατρικό λάθος. Το ίδιο ισχύει αν έχουμε παρόμοια συμπεριφορά του ασθενούς εντός 24 ωρών από τη στιγμή της εξέτασής του, π.χ. στο τμήμα των επειγόντων ή μετά το εξιτήριό του από Ψυχιατρική Κλινική. Η αυτεπάγγελτη δικαστική και διοικητική διερεύνηση των συνθηκών μιας τέτοιας τραγικής κατάληξης είναι δεδομένη. Βεβαίως, και οι συγγενείς ή όποιοι έχουν έννομο συμφέρον μπορούν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη».