Σε κανένα δεν αρέσει να πονάει, το ξέρατε όμως ότι όταν συμβαίνει αυτό, όλοι πονάμε με διαφορετικό τρόπο και άλλη ένταση, ακόμη κι αν έχουμε το ίδιο τραύμα;
Διαφορετικά πονάμε εγώ και εσείς, την ώρα που χτυπάμε κατά λάθος το γόνατό μας στο τραπέζι, διαφορετικά ο ποδοσφαιριστής που χτυπάει το πόδι του πάνω στην ένταση του αγώνα και πιθανόν, να μην το νοιώσει καν.
Το γνωρίζατε ότι υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με μια σπάνια γενετική διαταραχή, οι οποίοι δεν νοιώθουν ποτέ πόνο, και ότι έχουν μειωμένο προσδόκιμο ζωής, ακριβώς για αυτόν τον λόγο;
Μια προσωπική υπόθεση
«Ο πόνος είναι μια εμπειρία που όλοι έχουμε βιώσει, αλλά σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο, γιατί ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, είναι κάτι πολύ «προσωπικό», λέει στο patris.gr ο καθηγητής Βιοψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Γιώργος Παναγής.
Ο καθηγητής έκανε χθες μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία στο Ηράκλειο, με θέμα: «Τι κάνει τον πόνο να πονάει: αίσθηση, συναίσθημα και εγκέφαλος», επιχειρώντας να «φωτίσει» το πώς ο πόνος διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση σώματος και εγκεφάλου και γιατί η εμπειρία του διαφέρει τόσο πολύ, από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Όπως μας είπε ο κ. Παναγής, οι περιπτώσεις συγγενούς αντίστασης στον πόνο, των ατόμων δηλαδή που γεννιούνται χωρίς να αισθάνονται ποτέ πόνο, αποκαλύπτουν ότι χωρίς πόνο στη ζωή μας, εκτιθέμεθα σε σοβαρούς κινδύνους τραυματισμούς, εγκαύματα, αυτοτραυματισμούς, και έχουμε μειωμένο προσδόκιμο ζωής.
Ο πόνος μάς προστατεύει
«Ο πόνος, επομένως, σημειώνει, είναι ένας μηχανισμός προστασίας, απαραίτητος για την επιβίωση. Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο πόνος δεν είναι προστατευτικός ή μπορεί να λειτουργεί ως νόσος του νευρικού συστήματος.»
Συχνά συγχέουμε τον πόνο με τη βλαβοαισθητικότητα, δηλαδή τη μεταφορά πληροφοριών, για πιθανή βλάβη στους ιστούς.
Όμως, ο πόνος δεν είναι ένα απλό σήμα, είναι εμπειρία.
Το σώμα στέλνει πληροφορίες, αλλά ο εγκέφαλος τις ερμηνεύει. Γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει βλάβη χωρίς πόνο και πόνος χωρίς εμφανή βλάβη.
«Ο πόνος επηρεάζεται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει», τονίζει.
Οι τρείς διαστάσεις του πόνου
Σύμφωνα με τον καθηγητή Βιοψυχολογίας, η εμπειρία του πόνου περιλαμβάνει τρεις διαστάσεις. Η αισθητική διάσταση αφορά το πού βρίσκεται ο πόνος και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του (οξύς, διαξιφιστικός, μύχιος κλπ).
Η συναισθηματική διάσταση αφορά το πόσο με ενοχλεί, πόσο υποφέρω.
Αυτή η διάσταση σχετίζεται με τη δυσφορία, τον φόβο, την αίσθηση απειλής. Η γνωστική διάσταση αφορά το νόημα που δίνουμε στον πόνο: Είναι κάτι επικίνδυνο; Θα περάσει; Τι σημαίνει για μένα;
Η ένταση του πόνου, δεν ταυτίζεται με τη δυσφορία. Η ένταση μπορεί να παραμένει ίδια, αλλά η δυσφορία να μεταβάλλεται, ανάλογα με το συναίσθημα, την προσοχή και την προσδοκία.
Δεν πονάμε όλοι το ίδιο. Το ίδιο επώδυνο ερέθισμα μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετική εμπειρία, καθώς βιολογικοί (π.χ. γενετικοί, ορμονικοί) και ψυχολογικοί παράγοντες διαμορφώνουν την αντίληψη. Ο πόνος, επομένως, είναι «προσωπικός».
Στον εγκέφαλο, διαφορετικά αλλά αλληλοσυνδεόμενα δίκτυα υποστηρίζουν αυτές τις διαστάσεις.
Οι αισθητικές περιοχές (θάλαμος, σωματοαισθητικές περιοχές SΙ και SΙΙ) σχετίζονται με τον εντοπισμό και τα χαρακτηριστικά του πόνου. Μεταιχμιακές περιοχές (πρόσθιος φλοιός προσαγωγίου και νήσος) σχετίζονται με το πόσο δυσάρεστος είναι. Τέλος, γνωστικές περιοχές (προμετωπιαίος φλοιός) σχετίζονται με το νόημα του πόνου και τη ρύθμιση.
Ο συναισθηματικός πόνος
Εκτός από τον σωματικό πόνο, μας «πονάει» και ο συναισθηματικός πόνος.
«Έρευνες δείχνουν», εξηγεί ο κ. Παναγής, «ότι οι εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με τη συναισθηματική διάσταση του σωματικού πόνου ενεργοποιούνται και σε εμπειρίες κοινωνικού αποκλεισμού, απώλειας ή πένθους.»
Ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιες εγκεφαλικές περιοχές ενεργοποιούνται και όταν βλέπουμε κάποιον άλλο να πονά, ειδικά αγαπημένο πρόσωπο, γεγονός που σχετίζεται και με τη νευροβιολογική βάση της ενσυναίσθησης.»
Τα θετικά συναισθήματα μπορούν να λειτουργήσουν αναλγητικά.
Η θέα ενός αγαπημένου προσώπου έχει δείξει ότι μειώνει τον πόνο, ενεργοποιώντας το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου και περιοχές ελέγχου του πόνου.
Ο εγκέφαλος, δηλαδή, διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς μείωσης του πόνου.
Οι πρώιμες εμπειρίες επηρεάζουν το σύστημα πόνου–αναλγησίας. Επαναλαμβανόμενος πόνος ή χρόνιο/πρώιμο στρες συνδέονται με αυξημένη ευαισθησία στον πόνο αργότερα στη ζωή. Πρώιμες αρνητικές εμπειρίες έχουν συσχετιστεί με μεταβολές σε εγκεφαλικές περιοχές που ρυθμίζουν το στρες και την κατιούσα αναλγησία, με υπερδραστηριότητα σε περιοχές όπως η αμυγδαλή και η νήσος, αλλά και με αλλαγές σε δείκτες φλεγμονής που αυξάνουν την ευαισθησία στον πόνο. Δεν αποτελούν από μόνες τους αιτία χρόνιου πόνου, αλλά είναι παράγοντες κινδύνου.
Η θετική και η αρνητική προσδοκία τον αυξάνει ή τον μειώνει
Το φαινόμενο placebo–nocebo αναδεικνύει τη δύναμη της προσδοκίας.
Το placebo αναφέρεται στη βελτίωση της υγείας ενός ασθενούς λόγω της προσδοκίας ότι λαμβάνει αποτελεσματική θεραπεία, ακόμα και αν η ουσία που του χορηγείται δεν έχει πραγματική φαρμακολογική δράση. Για παράδειγμα, μελέτες έχουν δείξει ότι έως και το 30% των ασθενών που λαμβάνουν εικονικά φάρμακα (placebos) αναφέρουν ανακούφιση από τα συμπτώματά τους, απλώς και μόνο επειδή πιστεύουν ότι η θεραπεία λειτουργεί.
Αντίστροφα, το nocebo συμβαίνει όταν ένας ασθενής βιώνει αρνητικά συμπτώματα, όχι λόγω της ίδιας της θεραπείας, αλλά εξαιτίας του φόβου ή της αρνητικής προσδοκίας που έχει γι’ αυτήν.
Όπως επισημαίνει, «η προσδοκία ανακούφισης μπορεί να ενεργοποιήσει δίκτυα ρύθμισης του πόνου και να οδηγήσει σε απελευθέρωση ενδογενών οπιοειδών, μειώνοντας τη δυσφορία.
Αντίθετα, η προσδοκία επιδείνωσης αυξάνει το άγχος και τη δραστηριότητα σε περιοχές που σχετίζονται με την απειλή.»
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το νευρικό σύστημα γίνεται πιο ευαίσθητο στον πόνο, χωρίς να υπάρχει νέα ιστική βλάβη, ένα φαινόμενο που ονομάζεται ευαισθητοποίηση.
Ερεθίσματα, που πριν δεν πονούσαν, μπορεί να γίνουν επώδυνα και ο πόνος να συνεχίζεται ακόμη και μετά την επούλωση του ιστού. Στον χρόνιο πόνο παρατηρούνται αλλαγές στον εγκέφαλο, οι οποίες όμως μπορούν να αναστραφούν όταν μειωθεί ο πόνος με την κατάλληλη παρέμβαση.
Το περίπλοκο βασικό συμπέρασμα
«Το βασικό συμπέρασμα», καταλήγει ο καθηγητής, «είναι ότι αυτό που κάνει τον πόνο να ‘πονάει’ δεν είναι μόνο η ιστική βλάβη. Είναι η επεξεργασία του πόνου στον εγκέφαλο, το συναίσθημα που τον συνοδεύει, το νόημα που του δίνουμε και το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει. Η κατανόηση αυτής της πολυπλοκότητας οδηγεί σε μια πολυπαραγοντική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του πόνου, που λαμβάνει υπόψη το σώμα, το συναίσθημα, τη σκέψη και το περιβάλλον.»
