Δύο παιδικές φίλες ανέβηκαν στην ταράτσα πολυκατοικίας στην Αθήνα, κλείδωσαν την πόρτα, πιάστηκαν χέρι – χέρι και έπεσαν στο κενό.
Η μία σκοτώθηκε, η άλλη δίνει μάχη στην εντατική και τα ΜΜΕ παρουσιάζουν το σημείωμα της 17χρονης μαθήτριας που έφυγε από την ζωή και γράφει ότι βρίσκεται σε κατάθλιψη, ότι θα αποτύχει στις πανελλαδικές, ότι τίποτα δεν την ευχαριστεί και ότι δεν θέλει να συνεχίζει να ζει σε αυτό τον κόσμο.
Είναι ένα θέμα που συγκλονίζει όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα την Κρήτη όπου καταγράφεται το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοκτονικότητας σε ανήλικους, ενώ μεγάλος αριθμός παιδιών αντιμετωπίζει σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές και χρειάζεται ψυχολογική και σε αρκετές περιπτώσεις, φαρμακευτική υποστήριξη και νοσηλεία.
Να σημειωθεί ότι το 60% των παιδιών που νοσηλεύονται στην παιδοψυχιατρική κλινική του ΠΑΓΝΗ έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και τα στοιχεία δείχνουν ότι οι νοσηλείες τα τελευταία χρόνια, έχουν διπλασιαστεί.
«Πίσω από μια αυτοκαταστροφική σκέψη δεν κρύβεται απαραίτητα η επιθυμία θανάτου, αλλά η ανάγκη να σταματήσει ένας αφόρητος ψυχικός πόνος» λέει η κυρία Κατερίνα Κούτρα αναπληρώτρια καθηγήτρια κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Η κ.Κούτρα έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο patris απαντώντας σε ερωτήσεις που θα ήθελαν να κάνουν όλοι οι γονείς .
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο και την ψυχή ενός 17χρονου παιδιού που κάνει την απόρριψη ή την απογοήτευση να μοιάζει με το «τέλος του κόσμου»;
Η εφηβεία είναι μια περίοδος βαθιάς αναδιοργάνωσης τόσο σε νευροβιολογικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ένας έφηβος δεν είναι πλέον παιδί, αλλά ούτε ενήλικας ακόμη. Βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση όπου τα βιώματα αποκτούν συχνά πολύ μεγαλύτερη ένταση.
Ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ιδιαίτερα οι περιοχές που σχετίζονται με τη ρύθμιση των συναισθημάτων, τον έλεγχο των παρορμήσεων και την ικανότητα να βλέπουμε μια κατάσταση πιο σφαιρικά, ψύχραιμα και μακροπρόθεσμα. Την ίδια στιγμή, το συναισθηματικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ενεργοποιημένο, γεγονός που μπορεί να κάνει τον ψυχικό πόνο πολύ έντονο και συχνά δυσβάσταχτο. Ένας ενήλικας, ακόμη και μέσα σε μια δύσκολη περίοδο, έχει συνήθως εμπειρίες που του θυμίζουν ότι η ζωή αλλάζει και ότι οι κρίσεις δεν είναι μόνιμες· ότι ένας χωρισμός ξεπερνιέται, μια αποτυχία δεν καθορίζει την αξία μας και μια δύσκολη φάση κάποτε περνά. Ο έφηβος όμως συχνά δεν έχει ακόμη αυτή την εσωτερική αίσθηση συνέχειας και προοπτικής. Όταν πληγώνεται, νιώθει ότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ολόκληρη η πραγματικότητά του. Δεν σκέφτεται «περνάω κάτι δύσκολο τώρα», αλλά «δεν θα είμαι ποτέ ξανά καλά».
Σε αυτή την ηλικία, η ανάγκη του «ανήκειν» είναι καθοριστική και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την αυτοεκτίμηση. Η αποδοχή από τους συνομηλίκους, η εικόνα σώματος και η κοινωνική θέση αποκτούν κεντρικό ρόλο. Έτσι, μια απόρριψη, ένας εξευτελισμός, ένας αποκλεισμός από την παρέα ή μια ερωτική ματαίωση μπορεί να βιωθούν όχι σαν ένα δύσκολο γεγονός, αλλά σαν απόδειξη ότι «δεν αξίζω» ή ότι «δεν υπάρχει θέση για μένα».
Στη σημερινή πραγματικότητα, αυτή η πίεση ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τα social media και τη συνεχή σύγκριση με εξιδανικευμένες εικόνες ζωής. Αυτό μπορεί να επιτείνει το αίσθημα ανεπάρκειας και μοναξιάς, ιδιαίτερα σε εφήβους που ήδη βρίσκονται σε ευαλωτότητα. Παράλληλα, ζούμε σε μια εποχή υψηλών απαιτήσεων αλλά χαμηλής συναισθηματικής αντοχής. Υπάρχει μεγάλη πίεση για επιτυχία, επίδοση και συνεχή επιβεβαίωση, αλλά πολύ μικρότερος χώρος για να μάθει ένας νέος άνθρωπος ότι η αποτυχία, η απώλεια και η απογοήτευση είναι μέρος της ζωής και όχι απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας. Και βέβαια δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και το οικογενειακό πλαίσιο.
Οι γονείς σήμερα συχνά ζουν εξαντλημένοι μέσα σε μια πολύ απαιτητική καθημερινότητα. Πολλές φορές είναι παρόντες πρακτικά, αλλά ψυχικά κουρασμένοι ή συναισθηματικά απορροφημένοι από την πίεση της επιβίωσης. Αυτό δεν σημαίνει έλλειψη αγάπης. Σημαίνει όμως ότι ένας έφηβος μπορεί να βιώνει βαθιά μοναξιά ακόμη και μέσα σε ένα σπίτι όπου υπάρχει αγάπη.
Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι πίσω από μια αυτοκαταστροφική σκέψη συνήθως δεν υπάρχει απαραίτητα επιθυμία θανάτου, αλλά η ανάγκη να σταματήσει ένας αφόρητος ψυχικός πόνος. Εκεί ο έφηβος χρειάζεται ένα περιβάλλον που δεν θα ακυρώσει το συναίσθημά του λέγοντας «δεν είναι τίποτα, θα περάσει», αλλά ανθρώπους που θα μπορέσουν να σταθούν δίπλα του και να αντέξουν μαζί του τη δυσκολία της στιγμής, μέχρι να μπορέσει ξανά να δει ελπίδα και προοπτική.
Συχνά οι γονείς λένε «δεν είχαμε καταλάβει τίποτα». Υπάρχουν συμπεριφορές-κλειδιά που μπορεί να ξεφεύγουν από την προσοχή μας επειδή τις εκλαμβάνουμε ως «εφηβική επανάσταση»;
Ναι, και αυτό είναι πολύ σημαντικό να το αναφέρουμε. Η εφηβεία είναι από τη φύση της μια περίοδος έντονων συναισθηματικών διακυμάνσεων. Είναι φυσιολογικό ένας έφηβος να γίνεται πιο αποσυρμένος, πιο αντιδραστικός, να ζητά περισσότερο χώρο ή να αλλάζει συχνά διάθεση. Όμως, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που χρειάζονται την προσοχή μας, ιδιαίτερα όταν επιμένουν, εντείνονται ή αλλάζουν απότομα τη συνολική λειτουργικότητα του εφήβου.
Για παράδειγμα, θα πρέπει να μας ανησυχήσει αν δούμε έναν έφηβο να αποσύρεται έντονα από φίλους και δραστηριότητες που παλαιότερα του έδιναν χαρά, να αλλάζει σημαντικά ο ύπνος ή η διατροφή του, να εκφράζει συχνά απελπισία, απαξίωση για τον εαυτό του ή την αίσθηση ότι «δεν έχει νόημα τίποτα». Επίσης, οι αυτοτραυματισμοί, η υπερβολική ενασχόληση με τον θάνατο, οι επικίνδυνες συμπεριφορές ή ακόμη και μια ξαφνική και «ανεξήγητη» ηρεμία μετά από μεγάλη ψυχική ένταση είναι σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούνται.
Το δύσκολο είναι ότι πολλές από αυτές τις συμπεριφορές μοιάζουν εξωτερικά με αυτό που συχνά ονομάζουμε «εφηβεία» ή «εφηβική επανάσταση». Έτσι, πολλοί γονείς δεν αδιαφορούν, απλώς δυσκολεύονται να καταλάβουν πού τελειώνει η φυσιολογική εφηβική ένταση και πού αρχίζει μια πραγματική ψυχική δυσφορία ή επικινδυνότητα. Και χρειάζεται να δούμε αυτό το θέμα με πολλή κατανόηση και προς τους ίδιους τους γονείς. Οι περισσότεροι σήμερα μεγαλώνουν παιδιά μέσα σε μια εξαιρετικά απαιτητική καθημερινότητα: οικονομική πίεση, επαγγελματική εξουθένωση, γρήγοροι ρυθμοί, συνεχές άγχος. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη είναι εύκολο να χαθεί η ουσιαστική επαφή με το παιδί, όχι από έλλειψη αγάπης, αλλά από ψυχική και σωματική εξάντληση. Συχνά, η οικογένεια λειτουργεί στα όρια της αντοχής της. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, είναι εύκολο οι αλλαγές στη συμπεριφορά ενός παιδιού να αποδοθούν στο «είναι η ηλικία» ή να χαθεί η ουσιαστική συναισθηματική επαφή.
Έτσι, ένας έφηβος μπορεί να βιώνει μεγάλη εσωτερική μοναξιά χωρίς να το εκφράζει ανοιχτά. Γι’ αυτό η πρόληψη δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά και τη στήριξη των ίδιων των γονέων. Γιατί ένας γονέας που αισθάνεται λιγότερο εξαντλημένος και περισσότερο υποστηριγμένος, μπορεί πολύ πιο εύκολα να είναι συναισθηματικά διαθέσιμος και να αντιληφθεί έγκαιρα ότι το παιδί του δεν περνά απλώς «μια δύσκολη φάση», αλλά ίσως ζητά βοήθεια με τρόπους που δεν ξέρει ακόμα να εκφράσει με λόγια.
Πόσο ρόλο παίζει η πίεση για επιτυχία (σχολική, κοινωνική, επαγγελματική) στην κατάρρευση της ψυχικής ανθεκτικότητας των νέων;
Παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Πολλά παιδιά σήμερα μεγαλώνουν με την αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν την αξία τους. Να έχουν καλές επιδόσεις, να πετυχαίνουν, να είναι όμορφα, κοινωνικά αποδεκτά, παραγωγικά, «αρκετά» σε όλα. Είναι σαν να ζουν σε μια μόνιμη διαδικασία αξιολόγησης, όπου η αυτοεκτίμησή τους εξαρτάται συνεχώς από την επίδοση και την επιβεβαίωση. Και το πρόβλημα είναι ότι σε αυτή τη συνθήκη συχνά δεν αφήνεται χώρος για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Δεν υπάρχει εύκολα χώρος για αποτυχία, για αδυναμία, για ξεκούραση, για το «δεν αντέχω». Πολλά παιδιά φοβούνται ότι αν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες, θα απογοητεύσουν τους «σημαντικούς άλλους» ή θα χάσουν την αξία τους.
Τα social media έχουν εντείνει ακόμη περισσότερο αυτή την πίεση. Ο έφηβος εκτίθεται καθημερινά σε μια εξιδανικευμένη εικόνα ζωής: επιτυχία, ομορφιά, δημοφιλία, ευτυχία. Συγκρίνει τη δική του πραγματικότητα, που περιλαμβάνει ανασφάλεια, φόβο και αμφιβολίες, με την «τέλεια» εικόνα των άλλων. Και αυτή η συνεχής σύγκριση δημιουργεί πολύ εύκολα ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας.
Βλέπουμε ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους να αισθάνονται ότι πρέπει να είναι διαρκώς καλύτεροι, χωρίς όμως να έχουν μάθει πώς να διαχειρίζονται τη ματαίωση, την απογοήτευση ή την αποτυχία. Ζούμε σε μια εποχή υψηλών απαιτήσεων αλλά συχνά χαμηλής συναισθηματικής αντοχής.
Και εδώ είναι κάτι πολύ σημαντικό που χρειάζεται να αναφέρουμε. Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν χτίζεται μέσα από την τελειότητα. Δεν χτίζεται όταν ένα παιδί πιστεύει ότι πρέπει πάντα να τα καταφέρνει. Χτίζεται όταν αισθάνεται ότι μπορεί να αποτύχει, να λυγίσει, να δυσκολευτεί και παρ’ όλα αυτά να παραμένει αγαπητό, αποδεκτό και σημαντικό. Όταν μαθαίνει ότι η αξία του ως ανθρώπου δεν ταυτίζεται με την επίδοσή του.
Είναι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έτοιμο να εντοπίσει έναν μαθητή σε κίνδυνο ή εστιάζει αποκλειστικά στην ύλη;
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που κάνουν πραγματικά σπουδαία δουλειά και πολλές φορές αποτελούν τους πρώτους ενήλικες που αντιλαμβάνονται ότι ένα παιδί υποφέρει. Ένας δάσκαλος ή ένας καθηγητής που θα παρατηρήσει μια απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά, μια σιωπηλή απόσυρση, μια πτώση στη λειτουργικότητα ή ένα βλέμμα διαρκούς θλίψης μπορεί να λειτουργήσει καθοριστικά για την έγκαιρη παρέμβαση. Και αυτό συμβαίνει συχνά χάρη στην προσωπική ευαισθησία και το ενδιαφέρον των ίδιων των εκπαιδευτικών.
Ωστόσο, αν δούμε συνολικά το εκπαιδευτικό σύστημα, εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένο στην ύλη, στις εξετάσεις και στην επίδοση. Το σχολείο συχνά λειτουργεί περισσότερο ως χώρος αξιολόγησης παρά ως χώρος συναισθηματικής ασφάλειας και ψυχικής ενδυνάμωσης.
Σε πολλά σχολεία δεν υπάρχουν επαρκείς ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί ή σταθερές δομές ψυχικής υποστήριξης. Ακόμη και όταν υπάρχουν, συχνά καλούνται να καλύψουν τεράστιο αριθμό μαθητών, κάτι που δυσκολεύει πολύ την ουσιαστική πρόληψη και παρέμβαση. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί, παρά το ότι βρίσκονται καθημερινά δίπλα στα παιδιά, δεν έχουν πάντα την απαραίτητη εκπαίδευση ώστε να αναγνωρίσουν έγκαιρα τα σημάδια μιας σοβαρής ψυχικής δυσφορίας ή να ξέρουν πώς να διαχειριστούν μια κρίση. Έτσι, πολλές φορές τα σημάδια χάνονται ή υποτιμώνται μέχρι το παιδί να φτάσει σε σημείο σοβαρής απορρύθμισης.
Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει συλλογικά. Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «δευτερεύον θέμα» ή ως κάτι έξω από την εκπαιδευτική διαδικασία. Ένα παιδί που καταρρέει ψυχικά δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, να μάθει, να εξελιχθεί ή να αποδώσει, όσο καλή κι αν είναι η διδακτέα ύλη. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο που να μην ενδιαφέρεται μόνο για το τι γνωρίζει ένας μαθητής, αλλά και για το πώς αισθάνεται. Ένα σχολείο όπου η συναισθηματική ασφάλεια, η ψυχική ανθεκτικότητα και η δυνατότητα ενός παιδιού να ζητήσει βοήθεια θα θεωρούνται εξίσου σημαντικές με την ακαδημαϊκή επίδοση.
Ποια είναι η «χρυσή τομή» ανάμεσα στον έλεγχο για προστασία και στον σεβασμό της ιδιωτικότητας ενός εφήβου;
Η εφηβεία είναι η περίοδος όπου ένας άνθρωπος αρχίζει να διαμορφώνει την προσωπική του ταυτότητα, να διαφοροποιείται από τους γονείς του και να διεκδικεί περισσότερο προσωπικό χώρο. Άρα η ανάγκη για ιδιωτικότητα είναι απολύτως φυσιολογική και απαραίτητη για την ψυχική του ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή όμως, ο έφηβος εξακολουθεί να χρειάζεται όρια, προστασία και την αίσθηση ότι υπάρχει ένας σταθερός ενήλικας που μπορεί να τον κρατήσει ασφαλή όταν ο ίδιος δυσκολεύεται. Η «χρυσή τομή» λοιπόν δεν βρίσκεται ούτε στον απόλυτο έλεγχο ούτε στην πλήρη απομάκρυνση. Βρίσκεται στη σχέση εμπιστοσύνης.
Ο γονέας δεν χρειάζεται να λειτουργεί ελεγκτικά ή παρεμβατικά με τρόπο που ακυρώνει τον έφηβο, γιατί αυτό οδηγεί σε απομάκρυνση. Από την άλλη πλευρά όμως, η πλήρης απόσυρση στο όνομα της «ελευθερίας» μπορεί να αφήσει έναν νέο άνθρωπο μόνο του απέναντι σε δυσκολίες που δεν έχει ακόμη την ψυχική ωριμότητα να διαχειριστεί. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένας έφηβος είναι γονείς διαθέσιμους, σταθερούς και συναισθηματικά παρόντες. Να ενδιαφέρονται πραγματικά να γνωρίσουν τον κόσμο του παιδιού, τις παρέες του, τις δυσκολίες του, το τι το απασχολεί. Η πραγματική προστασία δεν βασίζεται στον έλεγχο, αλλά στη σύνδεση. Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, ο έφηβος είναι πιο πιθανό να μοιραστεί τη δυσκολία του πριν αυτή κλιμακωθεί. Σε περιπτώσεις σοβαρής ανησυχίας, όπως ενδείξεις αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονικού ιδεασμού, επικίνδυνων συμπεριφορών ή βαθιάς ψυχικής απορρύθμισης, η παρέμβαση είναι απαραίτητη, πάντα όμως με ήρεμο, σταθερό και υποστηρικτικό τρόπο.
Πώς πρέπει εμείς οι δημοσιογράφοι να καλύπτουμε τέτοια θέματα ώστε να ενημερώνουμε χωρίς να προκαλούμε το φαινόμενο της «μιμητικής αυτοκτονίας»;
Είναι σημαντικό η ενημέρωση να γίνεται με ευαισθησία, ψυχραιμία και επιστημονική υπευθυνότητα. Χρειάζεται να αποφεύγονται οι λεπτομέρειες της μεθόδου, οι δραματικοί τίτλοι, η «ηρωοποίηση» της πράξης, καθώς και οι απλουστευτικές ερμηνείες του τύπου «αυτοκτόνησε γιατί χώρισε» ή «απέτυχε στις εξετάσεις». Η αυτοκτονία δεν αποδίδεται ποτέ σε έναν μόνο λόγο.
Πρόκειται για πολυπαραγοντικό φαινόμενο, όπου συνήθως συνυπάρχουν ψυχικός πόνος, αίσθημα αδιεξόδου και συσσωρευμένες ευαλωτότητες, και δυσκολίες που δεν ήταν ορατές στους γύρω.
Ταυτόχρονα όμως, είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι η σωστή ενημέρωση και η δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία μπορούν να λειτουργήσουν πάρα πολύ θετικά. Όσο περισσότερο μιλάμε υπεύθυνα για αυτά τα ζητήματα, τόσο περισσότερο μειώνεται ο στιγματισμός και τόσο ευκολότερα οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τις ενδείξεις κινδύνου είτε στον εαυτό τους είτε στους ανθρώπους γύρω τους. Η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση δημιουργούν γνώση. Και η γνώση μπορεί να σώσει ζωές. Ένας γονέας που έχει ακούσει ποια σημάδια χρειάζονται προσοχή, ένας εκπαιδευτικός που ξέρει πώς εκφράζεται η ψυχική δυσφορία σε έναν έφηβο ή ένας νέος άνθρωπος που μαθαίνει ότι δεν είναι ντροπή να ζητήσει βοήθεια, είναι πολύ πιο πιθανό να αναγνωρίσουν έγκαιρα τον κίνδυνο και να κινητοποιηθούν κατάλληλα.
Γι’ αυτό καταλήγουμε ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται η πραγματικότητα, αλλά να παρουσιάζεται με τρόπο που προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα ενισχύει την πρόληψη. Χρειάζεται να δίνεται χώρος στις ενδείξεις κινδύνου, στις διαθέσιμες δομές και στις γραμμές βοήθειας, αλλά και στο ουσιαστικό μήνυμα ότι η ψυχική κρίση είναι αντιμετωπίσιμη, συχνά παροδική, και ότι η έγκαιρη υποστήριξη μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην έκβασή της.
Ποιες είναι οι δομές στην Κρήτη σήμερα που λειτουργούν αποτελεσματικά για έναν έφηβο ο οποίος αισθάνεται ότι «ο κόσμος δεν είναι πια γι’ αυτόν»;
Στην Κρήτη υπάρχουν δομές και επαγγελματίες που δίνουν καθημερινά μάχη, όμως η αλήθεια είναι ότι το σύστημα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων παραμένει υποστελεχωμένο και συχνά λειτουργεί στα όριά του. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική ενίσχυση με όλες τις απαραίτητες ειδικότητες, αλλά και για ανάπτυξη εξειδικευμένων υπηρεσιών πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων και περιστατικών αυτοκτονικού ιδεασμού, ώστε η παρέμβαση να είναι πιο έγκαιρη και στοχευμένη.
