Ερωτήματα για το θεσμικό πλαίσιο εκλογής μελών ΔΕΠ στην Ιατρική Κοινότητα, θέτει ο διευθυντής της καρδιολογικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ Λευτέρης Καλλέργης.
Ο κ. Καλλέργης χαρακτηρίζει «παράλογη» την τακτική κατά την οποία γιατρός εκλέγεται σε θέση Πανεπιστημιακού, πριν λάβει την απαιτούμενη ιατρική ειδικότητα ,παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια καθόλα νόμιμη διαδικασία.
Τι έγραψε ο καρδιολόγος
Αναλυτικά, στην ανάρτησή του ο γιατρός, έγραψε:
Το νόμιμο δεν αρκεί. Χρειάζεται και θεσμική λογική.
Θεωρώ ότι η κατοχή του τίτλου της αντίστοιχης ιατρικής ειδικότητας πρέπει να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εκλογής σε θέση μέλους ΔΕΠ με κλινικό ή χειρουργικό αντικείμενο.
Ο πανεπιστημιακός γιατρός δεν ασχολείται μόνο με την έρευνα. Έχει διδακτικές και κλινικές υποχρεώσεις, εκπαιδεύει φοιτητές και ΕΙΔΙΚΕΥΟΜΕΝΟΥΣ και συμμετέχει στη φροντίδα ασθενών.
Το διδακτορικό, οι δημοσιεύσεις και η ερευνητική επίδοση είναι σημαντικά προσόντα. Δεν υποκαθιστούν όμως την ολοκλήρωση και την πιστοποίηση της αντίστοιχης κλινικής εκπαίδευσης.
Με προβληματίζει βαθιά μια διαδικασία κατά την οποία ένας γιατρός διακόπτει την ειδικότητά του για να αναλάβει θέση ΔΕΠ και στη συνέχεια λαμβάνει εκπαιδευτική άδεια με αποδοχές από το πανεπιστήμιο, ώστε να επιστρέψει στην ειδικότητα ως άμισθος υπεράριθμος, με υπουργική απόφαση.
Ακόμη και όταν αυτή η διαδρομή προβλέπεται από τον νόμο, παραμένει ένα ουσιαστικό ερώτημα: γιατί έπρεπε να προηγηθεί η εκλογή της ολοκλήρωσης της ειδικότητας;
Αν η ανάγκη στελέχωσης ήταν τόσο άμεση, πώς δικαιολογείται η άμεση χορήγηση άδειας στο νέο μέλος; Ποιος καλύπτει τις υποχρεώσεις του όσο απουσιάζει; Και, όταν υπάρχουν ικανοί γιατροί με ολοκληρωμένη ειδικότητα και αξιόλογο επιστημονικό έργο, ποια συγκεκριμένα στοιχεία δικαιολογούν την επιλογή κάποιου που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την κλινική του κατάρτιση;
Η παραίτηση, ο πανεπιστημιακός διορισμός, η εκπαιδευτική άδεια και η νέα τοποθέτηση ως υπεράριθμου μπορεί να αποτελούν νόμιμες διοικητικές πράξεις. Η νομιμότητα κάθε επιμέρους πράξης, όμως, δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν ο συνολικός σχεδιασμός υπηρετεί την αξιοκρατία, τις ανάγκες του ιδρύματος και τη δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων.
Ας σκεφτούμε το παράδειγμα της Χειρουργικής. Ένας ειδικευόμενος συμμετέχει σε επεμβάσεις στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του και υπό την απαιτούμενη εποπτεία. Αν εκλεγεί Επίκουρος Καθηγητής πριν ολοκληρώσει την ειδικότητα, ο ακαδημαϊκός τίτλος δεν του προσδίδει αυτομάτως την κλινική επάρκεια και ευθύνη του ειδικευμένου χειρουργού. Πώς διασφαλίζεται ότι τα καθήκοντα που του ανατίθενται ανταποκρίνονται στην πραγματική, πιστοποιημένη κατάρτισή του;
Και αν ένας Επίκουρος Καθηγητής αποτύχει στις εξετάσεις της αντίστοιχης ειδικότητας; Αυτό δεν ακυρώνει συνολικά την επιστημονική του αξία; Αναδεικνύει όμως την αντίφαση ενός συστήματος που του έχει ήδη αναθέσει ακαδημαϊκό ρόλο με κλινικές υποχρεώσεις, ενώ η προβλεπόμενη πιστοποίηση της ειδικότητάς του παραμένει εκκρεμής.
Παράλληλα, ο πανεπιστημιακός τίτλος δεν αποδεικνύει από μόνος του ανώτερη κλινική ικανότητα. Πανεπιστημιακοί και γιατροί του ΕΣΥ συνυπάρχουν στις πανεπιστημιακές κλινικές και προσφέρουν κλινικό έργο. Η ποιότητα ενός γιατρού κρίνεται από τη γνώση, την εμπειρία, την κρίση, την υπευθυνότητα και τη φροντίδα που παρέχει στους ασθενείς.
Για μένα, επομένως, πρόκειται για θέμα αρχής, αξιοκρατίας, λογικής και ηθικής ευθύνης. Τέτοιες διαδικασίες, όταν δεν αιτιολογούνται πειστικά, δημιουργούν εύλογο αίσθημα αδικίας και κλονίζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η κριτική μου αφορά τον κανόνα και την ευθύνη των ιδρυμάτων να τεκμηριώνουν τις επιλογές τους. Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε προσωπικά κίνητρα σε κανέναν για να ζητήσουμε ένα σαφέστερο και συνεπέστερο πλαίσιο.»
«Το ισχύον καθεστώς πρέπει να επανεξεταστεί: για θέσεις ΔΕΠ με κλινικό ή χειρουργικό αντικείμενο, πρώτα ολοκλήρωση και απόκτηση του τίτλου της συναφούς ειδικότητας και κατόπιν κρίση για την ακαδημαϊκή θέση», καταλήγει.
