* Γράφει ο καρδιοχειρουργός Θεοχάρης Ξενικάκης
Το ανεύρυσμα ανιούσας αορτής αποτελεί μια σοβαρή και συχνά «σιωπηλή» πάθηση, που χαρακτηρίζεται από προοδευτική διάταση του αρχικού τμήματος της αορτής.
Η επικινδυνότητά του έγκειται στον κίνδυνο ρήξης ή διαχωρισμού, επιπλοκές με υψηλή θνητότητα, οι οποίες μπορούν να προληφθούν με έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση.
Η δημιουργία του ανευρύσματος σχετίζεται με εκφύλιση του τοιχώματος της αορτής, η οποία οδηγεί σε απώλεια της ελαστικότητας και της αντοχής του αγγείου. Ο συχνότερος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η αρτηριακή υπέρταση, που ασκεί χρόνια μηχανική καταπόνηση στο αγγειακό τοίχωμα. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αθηροσκλήρωση, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι ασθενείς με συγγενείς ή κληρονομικές διαταραχές του συνδετικού ιστού, όπως το σύνδρομο Marfan, στους οποίους η αορτή είναι εκ γενετής πιο ευάλωτη σε διάταση. Επιπλέον, η παρουσία δίπτυχης αορτικής βαλβίδας συνδέεται συχνά με διαταραχή της δομής του τοιχώματος της ανιούσας αορτής και αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ανευρύσματος. Φλεγμονώδεις παθήσεις, τραύμα, καθώς και σπανιότερα, λοιμώξεις μπορεί επίσης να συμβάλουν στην εμφάνιση της νόσου.
Η διάγνωση του ανευρύσματος της ανιούσας αορτής είναι συχνά τυχαία, καθώς πολλοί ασθενείς παραμένουν ασυμπτωματικοί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν θωρακικό άλγος, αίσθημα πίεσης ή δύσπνοια, χωρίς όμως να είναι ειδικά.
Η αρχική και συχνότερη εξέταση είναι το υπερηχογράφημα καρδιάς, το οποίο επιτρέπει την εκτίμηση της διαμέτρου της ανιούσας αορτής και της λειτουργίας της αορτικής βαλβίδας. Για ακριβέστερη απεικόνιση και λεπτομερή ανατομική χαρτογράφηση χρησιμοποιούνται η αξονική και η μαγνητική τομογραφία, οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για την έκταση του ανευρύσματος και τη σχέση του με τα γειτονικά ανατομικά στοιχεία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκτίμηση του ανατομικού σημείου έναρξης της διάτασης σε σχέση με τη κολποσωληνώδη συμβολή (STJ), καθώς το στοιχείο αυτό καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη χειρουργική στρατηγική.
Η ένδειξη για χειρουργική θεραπεία βασίζεται κυρίως στη διάμετρο της αορτής, στον ρυθμό αύξησης του ανευρύσματος και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασθενούς. Ωστόσο, η ανατομική εντόπιση της βλάβης είναι εξίσου καθοριστική για την επιλογή της κατάλληλης τεχνικής.
Η βασική αρχή της χειρουργικής αντιμετώπισης είναι η αντικατάσταση του παθολογικού τμήματος της αορτής με συνθετικό μόσχευμα, με τη χρήση εξωσωματικής κυκλοφορίας.
Όταν το ανεύρυσμα εντοπίζεται πάνω από τη κολποσωληνώδη συμβολή (sinotubular junction) και η αορτική ρίζα είναι φυσιολογική, πραγματοποιείται απλή αντικατάσταση της ανιούσας αορτής με ευθύ μόσχευμα, διατηρώντας τη βαλβίδα.
Αντίθετα, όταν η διάταση αφορά τη ρίζα απαιτούνται πιο σύνθετες επεμβάσεις.
Σε επιλεγμένους ασθενείς με φυσιολογική μορφολογία βαλβίδας εφαρμόζονται τεχνικές διατήρησης της αορτικής βαλβίδας.
Όταν όμως υπάρχει βαλβιδική νόσος, η ενδεδειγμένη λύση είναι η επέμβαση Bentall, με αντικατάσταση της ρίζας με βαλβιδοφόρο μόσχευμα και επανεμφύτευση των στεφανιαίων αρτηριών.
Σε πιο εκτεταμένες μορφές, που επεκτείνονται προς το αορτικό τόξο, απαιτούνται σύνθετες επεμβάσεις με ειδικές τεχνικές προστασίας του εγκεφάλου.
Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι οι ενδαγγειακές τεχνικές δεν έχουν ουσιαστική θέση στην ανιούσα αορτή, λόγω της ιδιαίτερης ανατομίας και των τεχνικών περιορισμών της περιοχής.
Η πρόγνωση των ασθενών είναι σήμερα εξαιρετική, όταν η διάγνωση τίθεται έγκαιρα και η επέμβαση πραγματοποιείται την κατάλληλη χρονική στιγμή. Η κατανόηση των αιτίων, η σωστή απεικονιστική εκτίμηση και η εξατομίκευση της χειρουργικής προσέγγισης αποτελούν τα θεμέλια για την επιτυχή αντιμετώπιση μιας κατά τα άλλα απειλητικής για τη ζωή νόσου.
*Ξενικάκης Θεοχάρης
Επιστημονικός Υπεύθυνος της Καρδιοϊασις
Διευθυντής καρδιοχειρουργικού τμήματος CRETA INTERCLINIC
