«Τον βλέπαμε να μιλάει μόνος του στο μπαλκόνι και ακούγαμε τις φωνές της μητέρας του. Ξέραμε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά τι να κάναμε; Να φωνάζαμε την Αστυνομία;».
Η ψυχική ασθένεια θεωρείται από πολλούς, ακόμα και στην εποχή μας, «ντροπή» για την οικογένεια.
Οι γείτονες, από έναν κακώς εννοούμενο σεβασμό στην ιδιωτικότητα ή από φόβο μην εμπλακούν, επιλέγουν τη σιωπή.
Όταν, όμως, το «καζάνι που βράζει» εκρήγνυται, η σιωπή μετατρέπεται σε κατακραυγή.
Τα σχόλια στα καφενεία και στα social media μετά το έγκλημα είναι αμείλικτα: «Γιατί ήταν έξω;», «Γιατί δεν τον είχαν κλείσει μέσα;». Είναι η στιγμή που η κοινωνία αναζητά ευθύνες παντού.
Εγκληματίας δεν είναι ο ψυχικά ασθενής· είναι το κράτος που τον έχει εγκαταλείψει Το πρόβλημα δεν είναι ο «ψυχικά ασθενής-εγκληματίας» -καθώς οι έρευνες δείχνουν ότι οι ασθενείς είναι συχνότερα θύματα παρά θύτες. Το πρόβλημα είναι η εγκατάλειψη.
Η οικογένεια εξαντλείται οικονομικά και ψυχικά, η γειτονιά παρατηρεί από απόσταση ασφαλείας, το κράτος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απών, όσον αφορά στην πρόληψη, στην σταθερή παρακολούθηση.
Η συστηματική φροντίδα και η αδιάλειπτη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής είναι ζωτικής σημασίας για τα άτομα που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές διαταραχές.
Ασθενείς αβοήθητοι: Μπορεί να κάνουν κακό στον εαυτό τους ή τους άλλους
Δυστυχώς, η Κρήτη παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις σε κρατικές δομές υποστήριξης.
Το κενό αυτό αφήνει τους ασθενείς αβοήθητους, αυξάνοντας τον κίνδυνο υποτροπών που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτοτραυματισμούς ή σε εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς προς τους γύρω τους.
Αυτές οι δημόσιες δομές που απουσιάζουν, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δίχτυ ασφαλείας.
Οι ασθενείς συχνά αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια των οικογενειών τους, οι οποίες όμως δεν διαθέτουν πάντα τις γνώσεις ή τα μέσα για να διασφαλίσουν τη σωστή λήψη της θεραπείας.
Οι γιατροί της Κινητής Μονάδας ψάχνουν οι ίδιοι τους πάσχοντες να τους δώσουν την αγωγή τους
«Όταν ένας ασθενής με σοβαρή νόσο σταματά τα φάρμακά του λόγω έλλειψης εποπτείας, ο κίνδυνος για αυτοκαταστροφικές ενέργειες ή επιθετικότητα σε τρίτους πενταπλασιάζεται, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό», επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής, Αλέξανδρος Βγόντζας.
Ο ψυχίατρος λέει ότι με την Κινητή Ψυχιατρική Μονάδα του ΠΑΓΝΗ, την οποία διευθύνει, είναι υπό παρακολούθηση στην ενδοχώρα (Μοίρες-Χάρακας-Αρκαλοχώρι-Καστέλλι-Χερσόνησος-Βιάννος-Αρχάνες) περίπου 6.500 ασθενείς, εκ των οποίων οι 700 έχουν σοβαρές διαταραχές.
Δραστική η μείωση των υποτροπών με τα ενέσιμα φάρμακα
Οι 200 από αυτούς παίρνουν θεραπεία σε ενέσιμη μορφή (η ένεση γίνεται μία φορά τον μήνα ή κάθε 15 ημέρες) και οι υποτροπές έχουν μειωθεί κατά 50%.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, όπως τονίζει, γιατί οι μισοί ασθενείς αρνούνται να πάρουν βοήθεια, αλλά όπως προαναφέραμε είναι απόλυτη ανάγκη να ακολουθούν αγωγή.
«Εμείς στην Κινητή Μονάδα έχουμε μητρώο ασθενών, γνωρίζουμε ποιοι αντιμετωπίζουν σοβαρά νοσήματα και παρακολουθούμε ποιοι έχουν, για παράδειγμα, διακόψει την αγωγή τους.
Επικοινωνούμε με τις οικογένειες και προσπαθούμε ώστε η θεραπεία τους να συνεχιστεί».
Χωρίς Κέντρο Ημέρας μια πόλη, όπως το Ηράκλειο
Αναφερόμενος στα κενά που υπάρχουν στις δημόσιες δομές, ο κ. Βγόντζας είπε ότι το Κέντρο Ψυχικής Υγείας είναι ανεπαρκέστατα στελεχωμένο.
Επιπλέον, είναι ανεπίτρεπτο μια μεγάλη πόλη, όπως είναι το Ηράκλειο, να μην έχει ένα ανοικτό Κέντρο Ημέρας, που μπορεί να προσφέρει βοήθεια στους ψυχικά ασθενείς, την ώρα που έχουν οι Μοίρες, με μια ψυχολόγο.
Είναι γνωστό ότι η Ψυχιατρική Κλινική του ΠΑΓΝΗ είναι συνεχώς γεμάτη και το βασικό σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι να μην φτάνει η κατάσταση του ασθενή στο «απροχώρητο», με υποτροπές που μπορεί να δημιουργήσουν θέμα ασφάλειας για τον ίδιο και άλλους ανθρώπους.
Εγκληματικό να τους αφήνουμε στη μοίρα τους
«Το να αφήνουμε αυτούς τους ανθρώπους στη μοίρα τους, είναι εγκληματική πρακτική», υπογραμμίζει ο κ. Βγόντζας και προσθέτει: «Φυσικά και πρέπει να πάμε εμείς να βρούμε και να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, να ελέγχουμε αν παίρνουν την αγωγή τους, να προλαμβάνουμε τις υποτροπές.
Δεν είναι δυνατόν να γίνεται ένα έγκλημα από κάποιον ψυχικά ασθενή και να λέμε ότι έπρεπε να μείνει μέσα, για να μην εγκληματήσει.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι ότι οι άνθρωποι με σοβαρές ψυχικές νόσους, σχιζοφρένεια, ψύχωση, διπολική διαταραχή, ειδικά εκείνοι που έχουν τη νόσο τους και παράλληλα είναι αλκοολικοί ή κάνουν χρήση ουσιών, χρειάζονται περίθαλψη, παρακολούθηση, φαρμακευτική αγωγή.
Αν ακολουθούν την αγωγή τους, η πιθανότητα να βλάψουν τον εαυτό τους ή τους άλλους είναι ίδια με τον γενικό πληθυσμό.
Αν σταματήσουν να παίρνουν τα φάρμακά τους, η πιθανότητα πενταπλασιάζεται.
Και εδώ στην Κρήτη, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια, αλλά δεν υπάρχει κρατική μέριμνα, υπάρχουν ελάχιστες και δραματικά υποστελεχωμένες δημόσιες δομές υγείας.
Χρειαζόμαστε σταθερές κοινωνικές δομές, εκτός νοσοκομείων σε όλη την Ελλάδα», υπογραμμίζει η καθηγητής Ψυχιατρικής, επαναλαμβάνοντας ότι είναι απόλυτα αναγκαίες και στην Κρήτη.
