Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν τρώμε πολύ αλάτι για μήνες; Μελέτη απαντά

Η υπερβολική κατανάλωση αλατιού είναι ήδη συνδεδεμένη με την άνοδο της αρτηριακής πίεσης. Τώρα, μια νέα γραμμή ερευνών στρέφει το βλέμμα πέρα από το καρδιαγγειακό: τι γίνεται όταν η «πολύ αλμυρή» διατροφή γίνεται συνήθεια για μήνες; Μπορεί να επηρεάζει και τον εγκέφαλο, και μάλιστα μέσω του εντέρου;

Πρόσφατη πειραματική μελέτη στο European Journal of Pharmacology επιχειρεί να «χαρτογραφήσει» ακριβώς αυτή τη διαδρομή. Σε ποντίκια που ακολούθησαν για 6 μήνες δίαιτα με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, οι ερευνητές καταγράφουν χειρότερη επίδοση σε δοκιμασίες μνήμης και αύξηση συμπεριφορών που προσομοιάζουν το άγχος. Ταυτόχρονα, βλέπουν αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου, ενδείξεις φλεγμονής και βλάβης στον ιππόκαμπο – την περιοχή του εγκεφάλου που «δουλεύει» έντονα στη μάθηση και στη μνήμη.

Η κεντρική ιδέα είναι απλή: το έντερο και ο εγκέφαλος επικοινωνούν. Το μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει ανοσολογικά και μεταβολικά μονοπάτια, να παράγει ουσίες (μεταβολίτες) και να στέλνει «σήματα» που, σε ορισμένες συνθήκες, φτάνουν να επηρεάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου. Όταν η ισορροπία αυτή διαταράσσεται – μια κατάσταση που περιγράφεται ως δυσβίωση – το σύστημα μπορεί να «γείρει» προς φλεγμονώδεις αντιδράσεις, με πιθανές επιπτώσεις και στη γνωστική λειτουργία.

Πώς έγινε η έρευνα

Η ερευνητική ομάδα, υπό την καθοδήγηση του Δρ. Wenting Xu του Πανεπιστημίου Xi’an Jiaotong στην Κίνα, χρησιμοποίησε αρσενικά ποντίκια ηλικίας έξι μηνών και τα χώρισε τυχαία σε δύο ομάδες για 180 ημέρες:

Ομάδα υψηλού αλατιού: δίαιτα με 8% χλωριούχο νάτριο, 10 ζώα

Ομάδα ελέγχου: δίαιτα με 0,4% χλωριούχο νάτριο, 10 ζώα

Η εξάμηνη παρακολούθηση επέτρεψε στην ομάδα να διαπιστώσει το αποτύπωμα μιας χρόνιας διατροφικής συνήθειας, όχι μιας βραχυπρόθεσμης αλλαγής. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι ερευνητές παρακολούθησαν βασικούς δείκτες σωματικής επίδρασης, ώστε να βεβαιωθούν ότι η δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι έχει αντίκτυπο οργανικά: δηλαδή ότι δεν είναι μια ουδέτερη παρέμβαση που δεν αλλάζει τίποτα. Στο τέλος, αξιολόγησαν 3 επίπεδα: τη συμπεριφορά (μνήμη/άγχος), τον εγκέφαλο (ιδίως τον ιππόκαμπο) και το έντερο (μικροβίωμα).

Τι έδειξαν οι δοκιμασίες: Μνήμη και άγχος

Στο κομμάτι της συμπεριφοράς, τα ποντίκια της ομάδας υψηλού αλατιού εμφάνισαν δύο σταθερά χαρακτηριστικά: χειρότερη επίδοση σε τεστ που «μετρούν» μνήμη και περισσότερες συμπεριφορές που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αυξημένου στρες/άγχους.

Εδώ χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση για να μην χάνεται το επιστημονικό πλαίσιο: στα ζώα οι ερευνητές δεν «διαγιγνώσκουν» άγχος, όπως στους ανθρώπους. Χρησιμοποιούν δοκιμασίες που αποτυπώνουν τάσεις, όπως η αποφυγή του ανοιχτού χώρου, η μειωμένη διάθεση εξερεύνησης ή άλλες τυπικές αντιδράσεις που, σε εργαστηριακό περιβάλλον, ερμηνεύονται ως «anxiety-like behaviors». Το ίδιο ισχύει και για τη μνήμη: δεν είναι «IQ», αλλά συγκεκριμένες ικανότητες αναγνώρισης/μάθησης σε δομημένα τεστ.

Η σειρά του ιππόκαμπου: Δείκτες φλεγμονής και βλάβης

Αφού κατέγραψαν το συμπεριφορικό αποτέλεσμα, οι ερευνητές κοίταξαν το «βιολογικό ίχνος» στον εγκέφαλο. Εστίασαν στον ιππόκαμπο, επειδή είναι κομβικός στη μνήμη και ευαίσθητος σε φλεγμονώδεις διεργασίες. Για να αξιολογήσουν τη νευροφλεγμονή, χρησιμοποίησαν μια εργαστηριακή μέθοδο που μετρά τη δραστηριότητα συγκεκριμένων γονιδίων (RT-qPCR). Εκεί, καταγράφουν μεταβολές σε γονίδια που σχετίζονται με φλεγμονώδεις και ρυθμιστικές λειτουργίες. Ανάμεσα στα γονίδια που εμφανίστηκαν αυξημένα είναι το Il1b, ενώ αναφέρονται συνολικά αυξήσεις και σε Btbd16, Prlr, Cd24a, Ak7, με ταυτόχρονη μείωση του Casp4.

Όσον αφορά τη νευρωνική βλάβη, χρησιμοποίησαν ειδικές χρώσεις εγκεφαλικού ιστού (Nissl και NeuN) που επιτρέπουν να φανεί η κατάσταση των νευρώνων και η «υφή» του ιστού. Η εικόνα που περιγράφουν είναι συμβατή με επιβάρυνση/βλάβη στον ιππόκαμπο στα ζώα της ομάδας υψηλού αλατιού.

Το σημαντικό είναι ότι τα ευρήματα «δένουν» μεταξύ τους: οι αλλαγές στη συμπεριφορά συνοδεύονται από αλλαγές σε δείκτες φλεγμονής και από στοιχεία νευρωνικής βλάβης σε μια περιοχή που σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη.

Τι έγινε στο έντερο: Δυσβίωση με συγκεκριμένη «υπογραφή»

Παράλληλα, η ομάδα χαρτογράφησε το εντερικό μικροβίωμα. Αντί να μιλήσει γενικά για «καλά» και «κακά» βακτήρια, κατέγραψε συγκεκριμένες μεταβολές: αύξηση των βακτηρίων Dubosiella και Anaeroplasma αλλά μείωση του Prevotellaceae. Αυτό το μοτίβο παρουσιάζεται ως δυσβίωση, μια αλλαγή στη σύνθεση/ισορροπία της μικροβιακής κοινότητας που μπορεί να μεταβάλει το ανοσολογικό και μεταβολικό περιβάλλον του οργανισμού.

Το τελικό βήμα ήταν να «ενώσουν» μεταξύ τους αυτά τα δύο σύνολα δεδομένων. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους για να αναζητήσουν συσχετίσεις μεταξύ των βακτηρίων του εντέρου και των γονιδίων του εγκεφάλου, εντοπίζοντας ισχυρούς «δεσμούς». Για παράδειγμα, η αύξηση του Dubosiella στο έντερο συνδέθηκε με την αύξηση του φλεγμονώδους γονιδίου Il1b στον εγκέφαλο, ενώ η μείωση των ευεργετικών βακτηρίων με την καταστολή των προστατευτικών γονιδίων.

Αυτές οι συσχετίσεις δείχνουν μια πιθανή αλυσίδα. Συγκεκριμένα, το πολύ αλάτι αλλάζει το μικροβίωμα και η δυσβίωση μπορεί να παράγει σήματα που «ταξιδεύουν» προς τον εγκέφαλο, επηρεάζοντας τη λειτουργία του ιππόκαμπου. Εκεί, φαίνεται να ενεργοποιούνται πιο εύκολα φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες με τον χρόνο μπορούν να οδηγήσουν σε νευρωνική φθορά. Όλα αυτά «μεταφράζονται» σε χειρότερη μνήμη και περισσότερα σημάδια άγχους στα ποντίκια.

Τι σημαίνει για τον άνθρωπο

Η μελέτη προσφέρει μια λεπτομερή εικόνα του τρόπου με τον οποίο η διατροφή επηρεάζει τον εγκέφαλο, αλλά υπάρχουν και κάποιες επιφυλάξεις. Πιο αναλυτικά, επρόκειτο για ένα μοντέλο σε ποντίκια, όχι ανθρώπους. Επίσης, η δίαιτα με 8% χλωριούχο νάτριο αποτελεί μια ακραία εργαστηριακή συνθήκη που χρησιμοποιείται για να γίνει πιο καθαρό το σήμα, όχι για να ανταποκριθεί στα γραμμάρια του πιάτο μας. Και, το πιο βασικό ενδεχομένως, διαπιστώνεται συσχέτιση, όχι αιτιώδης συνάφεια.

Παρόλα αυτά, το συνολικό μήνυμα είναι πρακτικό και συμβατό με τη δημόσια υγεία: η χρόνια υπερβολή στο αλάτι δεν είναι μόνο θέμα αρτηριακής πίεσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασίες που, έμμεσα, επηρεάζουν τη γνωστική υγεία.

ygeiamou.gr