Νέα έρευνα δείχνει ότι ο καφές και το τσάι μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας
Η κατανάλωση τσαγιού ή καφέ ενδέχεται να συμβάλλει στη διατήρηση της εγκεφαλικής λειτουργίας και να συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας, σύμφωνα με μεγάλη αμερικανική μελέτη.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα με τη μεγαλύτερη ημερήσια κατανάλωση καφεϊνούχου καφέ εμφάνιζαν κατά 18% χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν άνοια σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες. Παράλληλα, όσοι έπιναν τις περισσότερες ποσότητες τσαγιού και καφέ παρουσίαζαν βραδύτερη γνωστική έκπτωση σε σχέση με όσους κατανάλωναν λιγότερα ροφήματα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο Journal of the American Medical Association (JAMA) και βασίστηκε σε δεδομένα 131.000 εργαζομένων στον τομέα της υγείας στις ΗΠΑ, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για κατά μέσο όρο 43 χρόνια.
Ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Ντάνιελ Γουάνγκ από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ανέφερε σε ανακοίνωσή του: «Παρατηρήσαμε ότι οι πιο ευνοϊκές συσχετίσεις εμφανίζονταν σε μέτρια επίπεδα κατανάλωσης – οι ισχυρότερες συσχετίσεις εντοπίστηκαν σε περίπου δύο έως τρία φλιτζάνια καφεϊνούχου καφέ την ημέρα και περίπου ένα έως δύο φλιτζάνια τσαγιού ημερησίως».
Ωστόσο, η κατανάλωση ντεκαφεϊνέ καφέ δεν φάνηκε να σχετίζεται ούτε με μειωμένο κίνδυνο άνοιας ούτε με καλύτερες επιδόσεις στη γνωστική λειτουργία.
Δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σχέση
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει πως η καφεΐνη προστατεύει άμεσα τον εγκέφαλο. Επιπλέον, το πιθανό όφελος φαίνεται να είναι μικρό, ενώ υπάρχουν άλλοι, πιο τεκμηριωμένοι τρόποι για τη διατήρηση της γνωστικής υγείας με την πάροδο της ηλικίας.
Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τη σωματική άσκηση, τη υγιεινή διατροφή και τον επαρκή ύπνο με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Οι επιφυλάξεις των ειδικών
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, η δρ Σούζαν Κόλχαας από τον οργανισμό Alzheimer’s Research UK τόνισε ότι η έρευνα «δεν αποδεικνύει ότι ο καφές ή το τσάι προστατεύουν τον εγκέφαλο».
Ανάλογη ήταν η θέση της καθηγήτριας Τάρα Σπάιρς-Τζόουνς από το UK Dementia Research Institute, η οποία επισήμανε πως υπάρχουν «σημαντικοί περιορισμοί», προσθέτοντας ότι «άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με τις συνήθειες κατανάλωσης καφέ και τσαγιού θα μπορούσαν να εξηγούν τα αποτελέσματα».
Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να επιβεβαιωθούν οι μηχανισμοί και οι παράγοντες που ευθύνονται για τα ευρήματα. Σημείωσαν επίσης ότι βιοδραστικές ουσίες που περιέχονται στον καφέ και το τσάι, όπως η καφεΐνη και οι πολυφαινόλες, έχουν εξεταστεί ως πιθανοί παράγοντες που μειώνουν τη φλεγμονή και τη βλάβη των νευρικών κυττάρων, προσφέροντας ενδεχομένως προστασία από τη γνωστική έκπτωση.
Ο δρ Μοχάμαντ Ταλαέι από το Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου έκανε λόγο για «ισχυρή συσχέτιση», προειδοποιώντας ωστόσο ότι υπάρχει το ενδεχόμενο της «αντίστροφης αιτιότητας». Δηλαδή, είναι πιθανό τα άτομα που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο γνωστικής έκπτωσης να αλλάζουν τις διατροφικές τους συνήθειες, μειώνοντας ενδεχομένως την κατανάλωση καφεΐνης, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργεί την εντύπωση ότι η καφεΐνη μειώνει τον κίνδυνο άνοιας.
Ο καθηγητής Τζουλς Γκρίφιν από το Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν μίλησε για «πειστικά στοιχεία» σχετικά με χαμηλότερο κίνδυνο, αλλά επισήμανε ότι «η μείωση του κινδύνου είναι σχετικά μικρή». Από την πλευρά του, ο καθηγητής Ναβίντ Σατάρ από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης δήλωσε ότι θα ερμήνευε τα ευρήματα με «σημαντική επιφύλαξη», χαρακτηρίζοντάς τα απλώς «ενδεικτικά».
Τέλος, ο δρ Σάιμον Γουάιτ από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ υπογράμμισε ότι η μελέτη δεν είναι επαρκής για να συστήσει αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες των πολιτών.
