Η 10η Οκτωβρίου είναι η μέρα που έχει οριστεί ως η «Παγκόσμια Μέρα Ψυχικής Υγείας». Με αφορμή αυτό, θεώρησα σημαντικό να κάνω διάλειμμα μιας βδομάδας από τη στήλη που έχουμε ξεκινήσει στην εφημερίδα, όπου απαντάω σε ερωτήματα αναγνωστών (που βέβαια θα συνεχιστεί κανονικά από βδομάδα), προκειμένου να αναφερθώ σε αυτό το εξαιρετικά σημαντικό, αλλά και κρίσιμο, ιδίως στην εποχή μας, ζήτημα.
Ψυχική υγεία, λοιπόν. Ή, αλλιώς, ένας εξαιρετικά καίριος παράγοντας, αλλά κι απαραίτητη προϋπόθεση, τόσο για την προσωπική ευημερία κάθε ανθρώπου όσο και για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας. Κάτι που μπορεί να διαπιστωθεί αρκετά εύκολα, βλέποντας μέσα από το πρίσμα του σοβαρού βαθμού απουσίας της στις μέρες μας, αλλά και της ελάχιστης μέριμνας για αυτήν (από την πολιτεία, πρωτίστως). Οι οποίες, θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουν δομηθεί, σε ένα πρώτο επίπεδο, πάνω στην ελλιπή κατανόηση για το τι τελικά είναι, πρακτικά, αυτή η περίφημη ψυχική υγεία, αλλά και στο πώς εκδηλώνεται η απουσία της. Αν έπρεπε να την ορίσω, θα έλεγα ότι είναι βασικά η κατάσταση (-κατάκτηση) να τα έχει βρει ένας άνθρωπος με τον εαυτό του και με όσα (και όσους) τον έχουν κάνει αυτό που είναι -ακόμα κι αυτά που θα άλλαζε, αν μπορούσε να γυρίσει πίσω στον χρόνο. Και, σε ένα δεύτερο (αλλά διόλου ασήμαντο) επίπεδο, να έχει καταφέρει να συνυπάρχουν μέσα του η λογική και το συναίσθημά του, χωρίς να κυριαρχεί, βίαια, το ένα του άλλου. Φυσικά, αυτά τα δύο νοήματα είναι αρκετά γενικά και συμπεριλαμβάνουν πολλά επιμέρους στοιχεία και προϋποθέσεις. Καθώς όμως θα χρειαζόμουν ένα ξεχωριστό άρθρο για να αναλύσω το καθένα, ελπίζω να υπάρχει μία σχετική κατανόηση του τι συνεπάγονται, και μόνο μέσα από την αναφορά τους.
Οι δύο προαναφερθέντες παράγοντες δεν αποτελούν απλώς δύο «ωραία στη θεωρία και στο άκουσμα» αντικείμενα, αλλά δύο παραμέτρους που καθορίζουν πολλά πράγματα, πρακτικά, στις ζωές μας. Ο άνθρωπος που νιώθει ότι πρέπει να δουλεύει όλη μέρα και να βγάζει πολλά λεφτά για να έχει αξία, ο άνθρωπος που έλκεται από κακοποιητικούς/παραμελητικούς συντρόφους, ο άνθρωπος που νιώθει πράγματα και δεν μπορεί να τα εκφράσει, ο άνθρωπος που συμβιβάζεται σε καταστάσεις που δεν τον ικανοποιούν-γεμίζουν, ο άνθρωπος που δεν έχει αυτοπεποίθηση να διεκδικήσει δικαιώματα και όνειρά του, ο άνθρωπος που δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, ο άνθρωπος που φέρεται άσχημα στους άλλους, έχουν ένα κοινό. Όλοι στερούνται ψυχικής υγείας, με έναν από ή και τους δύο τρόπους που προανέφερα. Σε ένα βαθμό, έστω, αφού η ψυχική υγεία είναι ένα συνεχές -όχι κάτι που ή το έχεις ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω είναι περιττό να αναφέρω πώς άνθρωποι, σαν τους παραπάνω, ταλαιπωρούν τους γύρω τους και πρωτίστως (ναι, θα το τονίσω αυτό), τους εαυτούς τους.
Αν έχω καταφέρει μέχρι τώρα να κάνω κατανοητό και σαφές το ότι η ψυχική υγεία δεν είναι τελικά κάτι απλά χρήσιμο αλλά κι απαραίτητο, αξίζει, νομίζω, να σταθώ και σε κάτι άλλο, επίσης πρακτικό κι εξαιρετικά σημαντικό: πώς τελικά επιτυγχάνεται. Υπάρχουν δύο τρόποι για αυτό. Ο ένας είναι να έχει κάποιος μια τέλεια ζωή, καθ’ όλη τη διάρκειά της: χωρίς δυσκολίες & τραυματικές εμπειρίες και με αλάνθαστη στήριξη & καθοδήγηση από γονείς-δασκάλους-προϊσταμένους κ.λπ. Ο άλλος, είναι να κάνει ψυχοθεραπεία. Θα σταθώ λίγο περισσότερο σε αυτόν, τόσο λόγω της ιδιότητάς μου ως εκπρόσωπος του κλάδου όσο και, κυρίως, επειδή θεωρώ τον πρώτο μη ρεαλιστικό (μιλώντας με τα δεδομένα της εποχής μας, έστω).
Όπως και για την ίδια την ψυχική υγεία, νιώθω ότι και για την ψυχοθεραπεία δεν υπάρχει, για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, σαφής εικόνα του τι είναι, σε τι και πώς βοηθάει -εξ ου και την ανάγκη να κάνω κάποιες σχετικές διευκρινίσεις. Αρχικά, θέλω να εκφράσω ότι αν και δηλώνω κι ο ίδιος «ψυχοθεραπευτής», ο όρος «ψυχοθεραπεία» (κι ειδικά ο «θεραπευόμενος», που χρησιμοποιούμε για τους πελάτες μας), δεν μου αρέσει. Επειδή ακούγεται -δίνει την (ψευδ!)αίσθηση ότι τα άτομα, με τα οποία δουλεύουμε, είναι άρρωστα κι εμείς τα θεραπεύουμε. Πρέπει να πω ότι προσωπικά δεν το βλέπω καθόλου έτσι (θα προτιμούσα όρους όπως «ψυχοεκγύμναση», «ψυχοανάπτυξη», «ψυχοβελτίωση», ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων) κι ότι τελικά χρησιμοποιώ το «ψυχοθεραπεία», απλώς γιατί αν χρησιμοποιήσω κάτι άλλο, δεν θα είναι σαφές περί τίνος πρόκειται. Οι άνθρωποι που κάνουν «ψυχοθεραπεία», λοιπόν, δεν είναι άρρωστοι -είναι άνθρωποι που δουλεύουν στον εαυτό τους κάποια πιο ακατέργαστα κομμάτια τους (που όλοι έχουμε, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο), 1η απαραίτητη διευκρίνιση. Από κει και πέρα, όσο κι αν πιστεύω ακράδαντα αυτό που λέω, η 2η διευκρίνισή μου αποσκοπεί στην αποφυγή μιας νοητικής παγίδας, που μπορεί να προκύπτει από αυτό. Το ότι ένας άνθρωπος δεν είναι «άρρωστος (ψυχικά)» ή το ότι είναι λειτουργικός σε γενικές γραμμές, δε σημαίνει ότι δεν έχει και περιθώρια βελτίωσης. Για παράδειγμα, πριν λίγες μέρες είδα στο σούπερ μάρκετ μια κυρία που δυσκολευόταν να σηκώσει μια εξάδα νερά. Σίγουρα δεν θα την έλεγε κάποιος άρρωστη/ανάπηρη, αλλά εξ ίσου σίγουρα έχει μια αδυναμία που θα ήταν καλό να βελτιωθεί. Το ίδιο ισχύει και για τις ψυχικές αδυναμίες (που όλοι έχουμε, επαναλαμβάνω).
Το γεγονός ότι τους περισσότερους δεν μας περιορίζουν σε έναν μη διαχειρίσιμο βαθμό, δεν καθιστά περιττό να κάνουμε, τόσο στον εαυτό μας όσο και στους ανθρώπους μας, το δώρο να τις δουλέψουμε. 3η διευκρίνιση, σχετικά με τους σκοπούς της ψυχοθεραπείας σαν διαδικασία. Οι οποίοι δεν είναι να κρίνει ο ψυχοθεραπευτής το άτομο ή να του πει τι να κάνει και τι όχι. Οι βασικοί σκοποί είναι να το βοηθήσει να διαχειριστεί τα (όποια, μικρά ή μεγάλα, λίγα ή πολλά) τραύματά του, να καταλάβει γιατί κάνει όσα κάνει και τι συνέπειες έχουν αυτά, καθώς και να του μάθει να διαχειρίζεται τους διάφορους παράγοντες, που μπορεί να δυσχεραίνουν την επίτευξη των όποιων στόχων του. Καθώς επίσης και να χτίσει αυτό που λέμε «ψυχική ανθεκτικότητα», που θα μπορούσε να οριστεί ως η δύναμη να αντέχει δυσάρεστα γεγονότα/καταστάσεις (που καλώς ή κακώς θα συμβούν, νομοτελειακά, κάποιες φορές στη ζωή του). Τέλος, η 4η διευκρίνιση είναι ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια επιστημονική διαδικασία. Το οποίο, αφενός, σημαίνει ότι μπορεί να προσφέρει μια πιο εξειδικευμένη βοήθεια από αυτή που μπορεί να προσφέρει μία διαπροσωπική σχέση και, αφετέρου, ότι είναι σημαντικό όσοι την αναζητούν να απευθύνονται σε ανθρώπους με τα απαραίτητα τυπικά προσόντα.
Η αλήθεια είναι πως η ψυχική υγεία (όπως και κάθε τι με αξία στη ζωή!) χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια για να κατακτηθεί. Πράγμα που καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι δυσάρεστο, ειδικά σε μια εποχή που κουβαλάμε στις πλάτες μας πληθώρα κι άλλων τέτοιων ζητουμένων, που απαιτούν να διαθέσουμε τον χρόνο και την προσπάθειά μας. Θεωρώ όμως απαραίτητο, πριν το αμελήσουμε ή θυσιάσουμε στον βωμό άλλων, φαινομενικά σημαντικότερων επιτεύξεων, να αναλογιστούμε έστω τι κόστος μπορεί να έχει, πρακτικά (ας το πω για μια τελευταία φορά), αυτό στις ζωές μας.
*Ο Γεώργιος Σφακιανάκης είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Συνθετική Ψυχοθεραπεία και Συμβουλευτική» από το Mediterranean College. Έχει εμπειρία από ευρεία γκάμα πλαισίων και τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται σαν ψυχοθεραπευτής στο ιδιωτικό του γραφείο, στο κέντρο του Ηρακλείου, ακολουθώντας τη Συνθετική Προσέγγιση (συνδυασμό προσωποκεντρικής, ψυχαναλυτικής και γνωσιακής-συμπεριφοριστικής).
Συνεργάζεται ήδη με την εφημερίδα μας μέσα από μια στήλη όπου απαντάει σε ερωτήματα αναγνωστών μας σχετικά με θέματα ψυχολογίας.
Όποιος επιθυμεί, μπορεί να του στέλνει στο mail του, [email protected], ερωτήματα (αναφέροντας σαν «Θέμα» του mail: Ερώτηση για «Πατρίδα»), με τις ερωτήσεις-απαντήσεις να δημοσιεύονται στην επόμενη κυκλοφορία της εφημερίδας. Εννοείται υπάρχει σεβασμός στο απόρρητο και θα διατηρείται η ανωνυμία του κάθε ατόμου.
