Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν ολοένα και πιο ψηφιακό κόσμο, ο οποίος επηρεάζει τον ύπνο, τη μάθηση και την ψυχική υγεία τους. Ως αποτέλεσμα αυτής της εκτεταμένης έκθεσης, ο απλός περιορισμός του χρόνου που περνούν μπροστά σε μία οθόνη ενδέχεται να μην αρκεί πλέον για την προστασία τους, σύμφωνα με νέες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής.
Σύμφωνα με το ABC News, η ανασκόπηση, που καλύπτει εκατοντάδες μελέτες για τα ψηφιακά μέσα και τις επιπτώσεις τους στην υγεία τα τελευταία 20 χρόνια, σηματοδοτεί απομάκρυνση από τις έως τώρα αντιλήψεις για τη χρήση οθονών. Δημοσιεύθηκε παράλληλα με νέες συστάσεις, οι οποίες στοχεύουν να καθοδηγήσουν οικογένειες, γιατρούς, εταιρείες διαδικτύου και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στη δημιουργία ενός ασφαλέστερου ψηφιακού περιβάλλοντος για τα παιδιά.
«Την τελευταία δεκαετία, η επιστήμη γύρω από τα μέσα έχει εξελιχθεί. Απλώς το να πάρουν τη συσκευή από το παιδί τους ή να επιβάλουν άκαμπτους κανόνες μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα για τους γονείς», δηλώνει στο αμερικανικό δίκτυο η Δρ. Τίφανι Μάνζερ, ειδικός στην παιδιατρική συμπεριφορική ιατρική στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Μίσιγκαν. «Πλέον γνωρίζουμε ότι υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στον σχεδιασμό των ψηφιακών μέσων, κάποια που προσφέρουν θετικά οφέλη και άλλα, έντονα προσανατολισμένα στο engagement, τα οποία μπορούν να εκτοπίσουν πιο υγιείς δραστηριότητες».
Παρότι οι οδηγίες δεν παραβλέπουν τις ανησυχίες για την υπερβολική χρήση οθονών, προειδοποιούν ότι η επιβολή χρονικών περιορισμών από μόνη της δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η επιρροή ισχυρών σχεδιαστικών πρακτικών των πλατφορμών, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί με στόχο τη μέγιστη δυνατή δέσμευση των χρηστών.
«Ο χρόνος οθόνης από μόνος του δεν αποτυπώνει πλέον ολόκληρη την εικόνα», εξηγεί στο ABC News η Δρ. Χάνσα Μπαργκάβα, εκπρόσωπος της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Ο σημερινός ψηφιακός κόσμος δεν είναι απλώς τηλεόραση, είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα, σχεδιασμένο έτσι ώστε να κρατά τα παιδιά απασχολημένα για όσο το δυνατόν περισσότερο».
Το οικοσύστημα αυτό περιλαμβάνει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα βιντεοπαιχνίδια, τις εφαρμογές και τις ροές περιεχομένου που καθοδηγούνται από αλγόριθμους, βασισμένες στην αυτόματη αναπαραγωγή, τις ειδοποιήσεις και το στοχευμένο περιεχόμενο, προσθέτει η Μπαργκάβα.
Για χρόνια, οι γονείς ενθαρρύνονταν να ελέγχουν τον «χρόνο οθόνης» των παιδιών τους με μη ρεαλιστικά κριτήρια, χωρίς να εξετάζεται γιατί ένα παιδί έλκεται από μια συγκεκριμένη πλατφόρμα ή ποιες είναι τελικά οι επιπτώσεις της χρήσης αυτής, επισημαίνει η έκθεση.
Ενδεικτικά, η χαμηλής ποιότητας ψηφιακή χρήση (όπως το μηχανικό scrolling, η παρακολούθηση βίντεο αυτόματης αναπαραγωγής, οι συνεχείς ειδοποιήσεις και οι αλγόριθμοι που προωθούν ακραίο ή επιβλαβές υλικό) μπορεί να είναι ιδιαίτερα διεγερτική, αλλά ενδέχεται να οδηγεί σε κακό ύπνο, δυσκολίες συγκέντρωσης, μαθησιακά προβλήματα και δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση.
Αντίθετα, το περιεχόμενο υψηλής ποιότητας μπορεί να εμπλουτίσει το αναπτυσσόμενο μυαλό ενός παιδιού, επισημαίνει η έκθεση, τονίζοντας ότι ορισμένες εκπαιδευτικές, δημιουργικές και κοινωνικές πλατφόρμες αποφεύγουν χειριστικές πρακτικές σχεδιασμού και δίνουν προτεραιότητα στην προστασία της ιδιωτικότητας.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες παρέχουν συμβουλές στους γονείς για την πιο αποτελεσματική διαχείριση της ψηφιακής χρήσης των παιδιών, όπως το να είναι πιο επιλεκτικοί ως προς τους ιστότοπους και τα apps που επισκέπτονται.
Ιδανικά, ένα παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί μια πλατφόρμα μαζί με έναν φροντιστή, κάτι που προσφέρει ένα «παράθυρο» στον τρόπο που σκέφτεται και αισθάνεται, αναφέρει η Μάνζερ. Αυτή η ιδέα βρίσκει σύμφωνη και την Δρ. Μπαργκάβα, που φέρνει ως παράδειγμα τις περιπτώσεις όπου ένας γονιός παρακολουθεί μια ταινία με το παιδί του και κατόπιν περνούν ποιοτικό χρόνο μαζί συζητώντας την.
Ωστόσο, η έκθεση και οι συστάσεις υπογραμμίζουν ότι ευθύνη δεν έχουν μόνο οι οικογένειες, αλλά και οι εταιρείες τεχνολογίας και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, οι οποίοι καλούνται επίσης να αναλάβουν τον ρόλο που τους αναλογεί.
«Οι οικογένειες ανέκαθεν σήκωναν το βάρος της διαχείρισης του χρόνου οθόνης, όμως μεγάλο μέρος αυτού του ζητήματος βρίσκεται εκτός του ελέγχου τους», επισημαίνει η Μάνζερ. «Υπάρχουν ισχυροί συστημικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τις ψηφιακές εμπειρίες των παιδιών και γι’ αυτό ακριβώς η ευθύνη πρέπει να είναι κοινή».
Ο περιορισμός της στοχευμένης διαφήμισης προς ανηλίκους, η ενίσχυση της προστασίας της ιδιωτικότητας και η βελτίωση των μηχανισμών επαλήθευσης ηλικίας είναι συγκεκριμένα μέτρα που μπορούν να λάβουν οι νομοθέτες ώστε να εξασφαλίσουν ένα πιο υγιές διαδικτυακό περιβάλλον για τα παιδιά, αναφέρει η έκθεση. Παράλληλα, η μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αλγόριθμοι διαμορφώνουν τις προτάσεις τους, καθώς και η υπαγωγή των ψηφιακών πλατφορμών σε αυστηρότερα πρότυπα ασφάλειας (αντίστοιχα με εκείνα που ισχύουν για τα παιχνίδια, τα αυτοκίνητα ή τα τρόφιμα) θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν ουσιαστικά.
«Δημιουργήσαμε κανόνες ασφάλειας για τις παιδικές χαρές όταν συνειδητοποιήσαμε ότι τα παιδιά τραυματίζονταν», δήλωσε η Μάνζερ, προσθέτοντας ότι στον ψηφιακό κόσμο δεν έχουν ακόμη θεσπιστεί αντίστοιχα πρότυπα ασφάλειας.
Η έκθεση συνιστά επίσης μεγαλύτερες επενδύσεις σε δημόσιους πόρους που προσφέρουν στις οικογένειες πραγματικές εναλλακτικές λύσεις απέναντι στις οθόνες, όπως βιβλιοθήκες, πάρκα, προγράμματα μετά το σχολείο, δομές παιδικής φροντίδας και κοινοτικούς χώρους.
protothema.gr
