Σχεδόν 450.000 στρώματα στους δρόμους ή στις χωματερές αντί να ανακυκλώνονται

Την ώρα που η ανακύκλωση αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της περιβαλλοντικής πολιτικής και της κυκλικής οικονομίας, η ελληνική πραγματικότητα εξακολουθεί να κινείται σε ένα ιδιότυπο μεταίχμιο.

Τα εργαλεία έχουν σε μεγάλο βαθμό σχεδιαστεί, οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις πιέζουν και οι ανάγκες της αγοράς είναι καταγεγραμμένες, ωστόσο σε κρίσιμα ρεύματα αποβλήτων το σύστημα παραμένει σε αναμονή: εφαρμοστικές αποφάσεις που καθυστερούν, συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης που έχουν μελετηθεί αλλά δεν λειτουργούν πλήρως και ροές υλικών που συνεχίζουν να κατευθύνονται σε ταφή ή ανεξέλεγκτες διαδρομές. Από τα στρώματα ύπνου μέχρι τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, η εικόνα επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

Στρώματα: Το θεσμικό πλαίσιο σε αναμονή

Τα παρατημένα στρώματα στην άκρη των δρόμων αποτελούν πλέον οικεία εικόνα σε πολλές περιοχές της χώρας, από τα μεγάλα αστικά κέντρα έως δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Πρόκειται για ένα ρεύμα αποβλήτων ιδιαίτερα ογκώδες και δύσκολο στη διαχείριση, που συχνά καταλήγει σε πεζοδρόμια, ρέματα ή αυτοσχέδιους χώρους απόρριψης, επιβαρύνοντας το περιβάλλον και την εικόνα των πόλεων. Αν και η νομοθεσία έχει προβλέψει τη δημιουργία συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης για τα παλαιά στρώματα, με χρηματοδότηση από τον ίδιο τον κλάδο της στρωματοποιίας, η εφαρμογή του πλαισίου παραμένει σε εκκρεμότητα, με την αγορά να καταγγέλλει καθυστερήσεις και έλλειψη ανταπόκρισης από την πολιτεία.

Σχεδόν 450.000 μεταχειρισμένα στρώματα καταλήγουν ετησίως στις χωματερές

Στην περίπτωση των στρωμάτων, ένα από τα πιο ογκώδη και δύσκολα ρεύματα αποβλήτων, η πολυαναμενόμενη εφαρμοστική Κοινή Υπουργική Απόφαση εξακολουθεί να εκκρεμεί, αφήνοντας την αγορά και την τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς οργανωμένο εργαλείο διαχείρισης. Το αποτέλεσμα είναι ότι περίπου σχεδόν 450.000 μεταχειρισμένα στρώματα καταλήγουν ετησίως στις χωματερές, την ώρα που έως και το 85% της μάζας τους θα μπορούσε να ανακυκλωθεί.

Η απουσία ακριβούς καταγραφής ποσοτήτων, οργανωμένων δικτύων συλλογής και σταθερών αγορών για τα δευτερογενή υλικά καθιστά δύσκολη τη χάραξη ρεαλιστικών στόχων και αναδεικνύει το βασικό κενό: χωρίς την έκδοση της ΚΥΑ και την ενεργοποίηση του συστήματος, το ρεύμα αυτό παραμένει εκτός κυκλικής οικονομίας, με το κόστος να μετακυλίεται σε δήμους και πολίτες.

Η μέση διάρκεια ζωής ενός στρώματος κυμαίνεται ανάμεσα στα 7 και 10 έτη, ενώ η σύνθεσή του περιλαμβάνει υλικά υψηλής αξίας: μεταλλικά ελατήρια που ανακυκλώνονται ως σκραπ χάλυβα, αφρούς πολυουρεθάνης που μπορούν να υποβληθούν είτε σε μηχανική ανακύκλωση είτε σε πιο προηγμένες τεχνολογίες σε χημική ανακύκλωση με αναγέννηση πολυόλης, και κλωστοϋφαντουργικά υλικά που μπορούν να μετατραπούν σε γεωυφάσματα ή υλικά μόνωσης. Η τεχνική δυνατότητα υπάρχει, αλλά απαιτούνται νέες εγκαταστάσεις, δικτύωση συλλογής και σταθερές αγορές για τα δευτερογενή προϊόντα.

Η πρόταση των εταιρειών του κλάδου για Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης

Επτά από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου –Media Strom, Elite Strom, Candia Strom, House Market/IKEA, Jysk, GrecoStrom και Istikbal (Όμιλος Πορτοκαλίδη)– οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% των πωλήσεων στρωμάτων στην ελληνική αγορά, δημοσιοποίησαν πρόσφατα κοινή ανακοίνωση, επισημαίνοντας ότι έχουν καταθέσει εδώ και δύο χρόνια ολοκληρωμένη πρόταση για τη δημιουργία Συστήματος Εναλλακτικής Διαχείρισης, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. Βασικό σημείο τριβής φαίνεται πως παραμένει ο τρόπος συλλογής των παλαιών στρωμάτων, ζήτημα που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του υπό σύσταση συστήματος. Οι εταιρείες απορρίπτουν τις αιτιάσεις περί αδράνειας του κλάδου, τονίζοντας ότι η δυσάρεστη εικόνα των πεταμένων στρωμάτων στον δημόσιο χώρο δεν οφείλεται στη βιομηχανία ή την εμπορία τους, αλλά κυρίως σε μεμονωμένες περιπτώσεις πολιτών που δεν ακολουθούν τις προβλεπόμενες διαδικασίες για τη διαχείριση ογκωδών αποβλήτων, οι οποίες βέβαια σε κάποιους δήμους είναι ανύπαρκτες και σε άλλους πολύπλοκες.

Όπως σημειώνουν, η απόρριψη στρωμάτων σε δρόμους και κάδους απορριμμάτων χωρίς ενημέρωση των δήμων ή αξιοποίηση των ημερών συλλογής ογκωδών δημιουργεί μια κατάσταση που επιβαρύνει την καθημερινότητα των πόλεων και εντείνει την περιβαλλοντική πίεση, χωρίς να αντανακλά την πραγματική στάση του κλάδου.

Με τον κλάδο να δηλώνει έτοιμος να αναλάβει το κόστος και την ευθύνη της ανακύκλωσης μέσω οργανωμένου συστήματος, το βάρος μετατίθεται πλέον στη θεσμική ενεργοποίηση του πλαισίου και στην επίλυση των τεχνικών ζητημάτων που εξακολουθούν να κρατούν σε εκκρεμότητα τη λειτουργία του.

Υπενθυμίζεται πως οι εταιρείες χρηματοδότησαν από κοινού από το 2023 την εκπόνηση επιχειρησιακού σχεδίου για την ίδρυση ενός συστήματος εναλλακτικής διαχείρισης. Προσέλαβαν τεχνικό σύμβουλο την εταιρεία Redeplan και κατέθεσαν από το τέλος του 2023 στον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ, φορέας που υπάγεται στο υπουργείο Περιβάλλοντος) τις προτάσεις τους για τον τρόπο οργάνωσης του συστήματος, «ώστε να είναι βιώσιμο και παραγωγικό».

Σύμφωνα με πηγές που μιλούν στο iefimerida, ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση για το συγκεκριμένο ζήτημα, με τις τελευταίες τεχνικές διορθώσεις και προσαρμογές στο σχέδιο που έχει καταθέσει ο κλάδος να έχουν ήδη δρομολογηθεί. Μετά την ενσωμάτωση των παρατηρήσεων και την οριστικοποίηση των επιμέρους ρυθμίσεων, ιδίως ως προς το μοντέλο συλλογής και τις υποχρεώσεις των εμπλεκομένων εκτιμάται ότι το τελικό κείμενο της Κοινής Υπουργικής Απόφασης θα είναι έτοιμο προς υπογραφή εντός του πρώτου εξαμήνου του 2026,

Κλωστοϋφαντουργικά: Αγορά σε λειτουργία χωρίς ενιαίο σύστημα

Στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, το βασικό κενό παραμένει η απουσία ενός ενιαίου και πλήρως λειτουργικού θεσμικού πλαισίου που να οργανώνει τη συλλογή, τη διαλογή και την ανακύκλωση σε εθνική κλίμακα. Σήμερα, η συλλογή ρούχων, υποδημάτων και οικιακών υφασμάτων πραγματοποιείται κυρίως από ιδιωτικούς φορείς και κοινωνικές επιχειρήσεις μέσω ειδικών κάδων και συμβάσεων με δήμους ή ιδιώτες. Παρά τη σχετική κινητικότητα, η δραστηριότητα αυτή εξελίσσεται χωρίς εθνικούς στόχους συλλογής, χωρίς δεσμευτικούς δείκτες απόδοσης και χωρίς πλήρη διαφάνεια ως προς το ποσοστό των υλικών που οδηγείται σε επαναχρησιμοποίηση, εξαγωγή ή ανακύκλωση. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με ανομοιογενή γεωγραφική κάλυψη, διαφορετικά επιχειρησιακά μοντέλα και περιορισμένη δυνατότητα κεντρικής παρακολούθησης των ροών.

Η επικείμενη εφαρμοστική απόφαση για τη Διευρυμένη Ευθύνη Παραγωγού, η οποία τοποθετείται χρονικά εντός του πρώτου τριμήνου του 2026, αναμένεται να αποτελέσει κομβικό βήμα για τη μετάβαση σε ένα οργανωμένο σύστημα. Η απόφαση θα εξειδικεύσει τις υποχρεώσεις παραγωγών και εισαγωγέων, τον τρόπο χρηματοδότησης της συλλογής και της ανακύκλωσης, τους στόχους ανάκτησης και τους μηχανισμούς ελέγχου, επιχειρώντας να μεταφέρει το βάρος της διαχείρισης από την τοπική αυτοδιοίκηση και την αποσπασματική ιδιωτική πρωτοβουλία σε ένα ολοκληρωμένο σχήμα ευθύνης της αγοράς. Η έκδοσή της θεωρείται αναγκαία τόσο για την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο όσο και για τη διαμόρφωση σταθερών κανόνων λειτουργίας σε έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους κλάδους αποβλήτων.

Η πίεση εντείνεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αναθεωρημένη Οδηγία-Πλαίσιο για τα Απόβλητα επιβάλλει στα κράτη-μέλη να θεσπίσουν συστήματα Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού για τα κλωστοϋφαντουργικά έως το 2027 και να εξασφαλίσουν πλήρη λειτουργία τους έως το 2028, ενώ παράλληλα εισάγονται νέοι κανόνες για τον περιορισμό της καταστροφής απούλητων ρούχων και υποδημάτων. Υπολογίζεται ότι στην Ευρώπη καταστρέφεται ετησίως ποσοστό 4% έως 9% των απούλητων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, γεγονός που μεταφράζεται σε εκατομμύρια τόνους εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αναδεικνύει την ανάγκη για πιο κυκλικά μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι πρόσφατες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις αλλάζουν ριζικά τα δεδομένα και για την ελληνική αγορά, καθώς με τον νέο Κανονισμό για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων (ESPR) τίθεται πλέον σε ισχύ σαφές κανονιστικό πλαίσιο για τον περιορισμό της καταστροφής απούλητων ρούχων και υποδημάτων: από τις 19 Ιουλίου 2026 οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να καταστρέφουν απούλητα ενδύματα καιυποδήματα, ενώ παράλληλα υποχρεώνονται να δημοσιοποιούν τις ποσότητες προϊόντων που απορρίπτουν και να κατευθύνονται σε λύσεις επαναχρησιμοποίησης, μεταπώλησης ή ανακύκλωσης, με στόχο την επιτάχυνση της μετάβασης σε ένα πιο κυκλικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

iefimerida.gr