Συνάντηση με την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, ζητά η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ με επιστολή της, προκειμένου να συζητηθούν κυρίως ασφαλιστικά αιτήματα που αφορούν τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα.
Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων σε σχετική ανακοίνωση, τα γενικά αιτήματα, που συνδέονται κυρίως με την απαίτηση για κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου, είναι τα εξής:
«- Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης να μην ξεπερνούν τα 60 έτη για τους άνδρες και τα 55 για τις γυναίκες, τα 55 έτη και τα 50 αντίστοιχα για τους εργαζόμενους στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
– Καταβολή της 13ης και της 14ης σύνταξης κύριας και επικουρικής.
– Αναπροσαρμογή συντάξεων κύριων και επικουρικών με βάση το ύψος του πληθωρισμού.
– Να επανέλθει ο υπολογισμός της κύριας σύνταξης στο πριν του νόμου 4387/2016 καθεστώς και σε κάθε περίπτωση να εγγυάται αξιοπρεπή διαβίωση.
– Να καταργηθεί η εισφορά-κράτηση για υγειονομική περίθαλψη από τις επικουρικές συντάξεις.
– Να θεσπιστεί κατώτατη σύνταξη για όλες τις αιτίες συνταξιοδότησης (γήρατος, θανάτου, νόσου) στο 80% του ελάχιστου νομοθετημένου μισθού για τον δημόσιο τομέα.
– Να σταματήσει άμεσα η παραβίαση της ίσης μεταχείρισης που συνδέεται με την καταβλητέα εκ μεταβιβάσεως σύνταξη σε χήρους/χήρες που λαμβάνουν και εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη από το δημόσιο, καθώς και με το δικαίωμα επιλογής της μέγιστης σύνταξης.
Να μην υπάρχει διαφορετική νομοθετική αντιμετώπιση που να συνδέεται με τον χρόνο του θανάτου του/της συζύγου.
Βάσει του προ του ν. 4387/2016 καθεστώτος, οι χήροι/χήρες των δημοσίων υπαλλήλων ή συνταξιούχων οι οποίοι λάμβαναν και εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη από το Δημόσιο, επέλεγαν εξαρχής να λαμβάνουν τη μεγαλύτερη σύνταξη (ή τη δική τους ή τα 7/10 της σύνταξης του/της συζύγου τους) και το 25% της άλλης σύνταξης. Έτσι, αν διάλεγαν να λαμβάνουν το 25% της εκ μεταβιβάσεως σύνταξης, ουσιαστικά λάμβαναν εξαρχής το 25% των 7/10.
Στις περιπτώσεις θανάτου μετά την εφαρμογή του ν. 4387/2016, δεν παρέχεται δικαίωμα επιλογής. Ο/Η χήρος/χήρα εξακολουθεί να λαμβάνει τη δική του/της σύνταξη ολόκληρη και για τα τρία πρώτα χρόνια λαμβάνει τα 7/10 της σύνταξης του θανόντος συζύγου.
Μετά την τριετία, η εκ μεταβιβάσεως σύνταξη, δηλαδή τα 7/10 μειώνονται στο 50%, δηλαδή λαμβάνει το 35% της εκ μεταβιβάσεως σύνταξης.
Όλοι/όλες οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι του Δημοσίου οι οποίοι καθίστανται και δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως σύνταξης, λόγω θανάτου του/της συζύγου τους υπαλλήλου ή συνταξιούχου του δημοσίου, ανεξάρτητα από τον χρόνο θανάτου αυτών, να λαμβάνουν κανονικά τη δική τους σύνταξη, καθώς και την εκ μεταβιβάσεως σύνταξη του θανόντος, χωρίς καμία περικοπή, δηλαδή τα 7/10.
– Με αφορμή την εξαγγελθείσα νομοθετική ρύθμιση για τις συντάξεις χηρείας, λόγω των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του νόμου 4387/2016 και δεδομένου ότι στους συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους εφαρμόστηκε η προβλεπόμενη περικοπή στις συντάξεις χηρείας, να νομοθετηθεί η επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν στις περικοπές που έγιναν.
– Η σύνταξη του θανόντος συζύγου να θεωρείται ενιαία, δηλαδή και η εθνική και η ανταποδοτική και η προσωπική διαφορά και να μεταβιβάζεται ως ενιαία.
– Η σύνταξη των αμφοτερόπλευρα ορφανών (ορφανά και από τους δύο γονείς) να ανέρχεται στο 100% της σύνταξης των θανόντων γονέων και όχι στο 50% που ισχύει σήμερα και να παρατείνεται η καταβολή της έως το 28ο έτος της ηλικίας τους».
