«Μυστικά» δωμάτια-κέντρα παράνομων επιχειρήσεων, «κωδικοποιημένα» λογισμικά παρακράτησης καυσίμων, «πληροφοριοδότες» με σύστημα ενδοεπικοινωνίας, «στρατολογητές» υπαλλήλων.
Η μεγάλη εγκληματική οργάνωση με τις «πειραγμένες» αντλίες που εξαρθρώθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος είχε φροντίσει με κάθε τρόπο να «θωρακίζεται» σε περίπτωση ελέγχου των Αρχών, προκειμένου να μη γίνεται αντιληπτή η παράνομη δραστηριότητα.
Ο 43χρονος «συνεργάτης» του επονομαζόμενου «Θαμνάκια»-«Μεγάλου ή Τρελού», είναι ο απόλυτος αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης εξαπάτησης των πολιτών με το παράνομο λογισμικών στα πρατήρια καυσίμων, σύμφωνα με τα στελέχη της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Αμεσοι συνεργάτες του οι «πληροφορικάριοι», 59 και 30 χρόνων, που είχαν εγκαταστήσει το παράνομο λογισμικό στα πρατήρια καυσίμων συμφερόντων του αρχηγού, παρείχαν ανάλογη τεχνική υποστήριξη και επέλυαν τα προβλήματα που ανέκυπταν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνήθως με απομακρυσμένη πρόσβαση αλλά και με αυτοπρόσωπη παρουσία σε κάποιες περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο λειτουργίας της εγκληματικής οργάνωσης τουλάχιστον τα τελευταία 5 χρόνια, η οικονομική ζημιά που υπέστησαν οι καταναλωτές ξεπερνά τα 25.000.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται η απώλεια για το Δημόσιο. Από τα 20 πρατήρια υγρών καυσίμων που είχε στην επιρροή του ο 43χρονος αρχηγός, σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Δράμα, Μαγνησία, Εύβοια, Λάρισα, Πιερία, στα 16 αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας τους για δύο χρόνια και σφραγίστηκαν από αρμόδια κλιμάκια της ΑΑΔΕ.
Επίσης, για τις εταιρίες του 43χρονου αρχηγού και τον ίδιο δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία του ιδίου αλλά και φυσικών και νομικών προσώπων.
«Κρυφά» δωμάτια
Ολα τα «συνεργαζόμενα» πρατήρια υγρών καυσίμων της εγκληματικής οργάνωσης διέθεταν «κρυφό» δωμάτιο απόκρυψης του λογισμικού. Είχαν πόρτες ασφαλείας με… κωδικό, χωρίς παράθυρα, και στο εσωτερικό του μόνο ένα γραφείο με ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο ήταν εγκατεστημένο το παράνομο λογισμικό.
Αυτό περιελάβανε το «σχέδιο ασφαλείας», καθώς σε περίπτωση ελέγχου είτε απέτρεπαν είτε καθυστερούσαν την είσοδο στον συγκεκριμένο χώρο των κλιμακίων ελέγχων, αποφεύγοντας τον εντοπισμό του παράνομου λογισμικού.
Το επίμαχο λογισμικό ήταν αναρτημένο στην επιφάνεια εργασίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπου απαιτούταν συνδυασμός κωδικών για τη λειτουργία του. Λειτουργία που καθιστούσε αδύνατη την ενεργοποίηση και εντοπισμό του από τις ελεγκτικές αρχές. Το χειριζόταν ένας «πιστοποιημένος» υπάλληλος που βρισκόταν στο δωμάτιο σε συνεργασία με τους υπόλοιπους που βρίσκονταν στις αντλίες και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με σύστημα ενδοεπικοινωνίας.
Ο εξωτερικός υπάλληλος σε περίπτωση ελέγχου ενημέρωνε τον χειριστή του λογισμικού, ο οποίος με το πάτημα ενός πλήκτρου εξαφάνιζε το πρόγραμμα και τη λειτουργία του. Οι υπάλληλοι είχαν τη δυνατότητα να ορίζουν το ποσοστό καυσίμου που θα παρακρατούσε η κάθε αντλία, ανάλογα με το ποσό του καυσίμου που ήθελε ο πολίτης. Οσο περισσότερο καύσιμο ήθελε τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό παρακράτησης.
Ο 43χρονος αρχηγός συντόνιζε καθημερινά τη λειτουργία των πρατηρίων, ενώ ενημερωνόταν για τα ταμεία τους και ανά τακτά χρονικά διαστήματα εισέπραττε μετρητά από αυτά.
Οι «έμπιστοι» του αρχηγού
Ο αρχηγός, προκειμένου να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τα πρατήρια συμφερόντων του, είχε ορίσει ως «υπαρχηγούς» του έναν 52χρονο και έναν 45χρονο, οι οποίοι αναζητούσαν και «στρατολογούσαν» τους κατάλληλους υπαλλήλους για τον χειρισμό του παράνομου προγράμματος.
Παράλληλα προέβαιναν σε ελέγχους εισπράξεων και οφειλών κάθε πρατηρίου, προκειμένου τον τελικό «απολογισμό» να κάνει ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης.
Ο 43χρονος ήταν που μερίμνησε ώστε τα πρατήρια να προμηθευτούν το παράνομο πρόγραμμα μέσω της εταιρίας ενός 47χρονου και μιας 40χρονης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία παρείχε τεχνική υποστήριξη στα πρατήρια μέσω των εξειδικευμένων «πληροφορικάριων», 59 και 30 χρόνων.
13 συλλήψεις, 5 αναζητούνται
Οι αστυνομικοί από την ανάλυση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των εμπλεκομένων, από την επεξεργασία των δεδομένων των συστημάτων της ΑΑΔΕ, από φυσικές παρακολουθήσεις κατέληξαν στις συλλήψεις 13 μελών τις εγκληματικής οργάνωσης και πέντε ακόμη που κατηγορούνται για τη συμμετοχή τους και αναζητούνται.
Οι αστυνομικοί προέβησαν σε έρευνες στα γραφεία της εταιρίας εγκατάστασης του παράνομου προγράμματος, σε 20 πρατήρια καυσίμων και οικίες κατηγορουμένων. Συνολικά κατασχέθηκαν 10 πολυτελή αυτοκίνητα, 59 κεντρικές μονάδες Η/Υ, 30 φορολογικοί μηχανισμοί, 6 πιστόλια και βαλλίστρα, πλήθος σημειώσεων, κινητών τηλεφώνων, usb stick και σκληρών δίσκων, μητρική πλακέτα αντλίας και το χρηματικό ποσό των 250.000 ευρώ.
