Παύλος Γερουλάνος: Αν το κράτος είχε κάνει στοιχειωδώς σωστά τη δουλειά του, δεν θα είχαν χαθεί 57 ψυχές στα Τέμπη

«Αν το κράτος και κυρίως η ηγεσία που το καθοδηγεί είχαν κάνει στοιχειωδώς σωστά τη δουλειά τους, δεν θα είχαν χαθεί 57 ψυχές», είπε στην ομιλία του κατά την Επετειακή Αναφορά της Βουλής στη μνήμη των θυμάτων της τραγωδία των Τεμπών ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Παύλος Γερουλάνος. Και συμπλήρωσε: «Πόσο θα ήθελα να μην χρειαζόταν σήμερα επετειακή αναφορά. Να μην είχαμε ζήσει όσα ζήσαμε πριν 3 χρόνια. Το οξυγόνο να μην είχε λείψει ποτέ από αυτά τα παιδιά. Οι κλήσεις να μην είχαν μείνει ποτέ αναπάντητες. Και τα παιδιά να είχαν φτάσει στις αγκαλιές των δικών τους στο σταθμό. Πόσο θα το θέλαμε όλοι μας. Και το μόνο που χρειαζόταν είναι ένα κράτος που τιμά την εμπιστοσύνη που θέλουμε όλοι να του εναποθέσουμε».

 Σε μία συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία ο Παύλος Γερουλάνος έθεσε, μεταξύ άλλων, τρία πολύ βασικά ερωτήματα:

«Πόσο δύσκολο είναι τελικά το αυτονόητο σε αυτή τη χώρα; Πόσο δύσκολη είναι η ενσυναίσθηση; Πόσο δύσκολη είναι η δικαιοσύνη; Τα ερωτήματα αυτά, προφανώς δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση. Αφορούν και όλους εμάς που θέλουμε να πιάσουμε το τιμόνι για να διορθώσουμε τα πράγματα. Και να τα κάνουμε σωστά. Και προφανώς, πήχης δεν είναι η σημερινή κυβέρνηση. Ο πήχης μας είναι μόνο η απαίτηση του Λαού για δημοκρατία, αποτέλεσμα και δικαιοσύνη. Σε αυτούς μιλούμε σήμερα. Σε αυτούς λογοδοτούμε όλοι. Και ας είμαστε ξεκάθαροι, ο κόσμος δεν συγχωρεί τίποτα πια».

Ολόκληρη η ομιλία του Παύλου Γερουλάνου είχε ως εξής:   

  “Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 Όταν ένας νέος άνθρωπος ανεβαίνει σε ένα τρένο, ένας γονιός αφήνει τα παιδιά του στο σχολείο, ή ένας ασθενής εισάγεται στο νοσοκομείο, δεν κάνει πολιτική επιλογή.

 Εμπιστεύεται.

 Εναποθέτει την εμπιστοσύνη του σε ένα κράτος που λειτουργεί.

 Ένα κράτος που ελέγχει υποδομές, προσλαμβάνει σωστά, αφουγκράζεται τις προειδοποιήσεις, και μαθαίνει από τα λάθη του.

 Ένα κράτος που νοιάζεται και έχει φροντίσει.

 Αυτή η εμπιστοσύνη τραυματίστηκε βαριά πριν 3 χρόνια.

 Αιμορραγεί δε επικίνδυνα, κάθε μέρα που εξακολουθούμε να ακούμε παιδιά που προσπαθούν να καθησυχάζουν τους γονείς τους, λέγοντας: «Μην ανησυχείς μάνα, μην ανησυχείς πατέρα, θα κάτσω στα πίσω βαγόνια». 

Κάθε μέρα, όπου η καθημερινότητα μας αναδεικνύει το χάσμα εμπιστοσύνης που χωρίζει την Ελληνίδα και τον Έλληνα από ένα κράτος το οποίο νιώθουν ότι δεν μπορούν να εμπιστεύονται.

Είναι συγκλονιστικό να ακούς αυτές τις λέξεις τρία χρόνια μετά από μια τραγωδία που συγκλόνισε κάθε κύτταρο μέσα μας.

 Για αυτό, και σήμερα, στην τρίτη επέτειο, δεν χρειάζονται μεγάλες κουβέντες. Χρειάζεται νοιάξιμο και ταπεινότητα. Από όλους μας.

 Διότι ως πολιτικό σύστημα, έχουμε την τάση να μιλάμε γρήγορα και να ξεχνάμε γρηγορότερα.

 Να σοκαριζόμαστε, να συγκινούμαστε, να συγκρουόμαστε τηλεοπτικά και μετά να επιστρέφουμε στη ρουτίνα.

 Όμως για τα θύματα και τις οικογένειες τους δεν υπήρξε ποτέ «επιστροφή». Ο χρόνος για εκείνους σταμάτησε.

 Τα Τέμπη για εκείνους δεν ήταν απλώς μια κακή στιγμή. Ήταν η στιγμή που το κράτος δεν προστάτευσε τα παιδιά τους.

 Η στιγμή που το κράτος πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του απέδωσαν. 

Και το κράτος είμαστε όσοι ασκούμε εξουσία.

 Όσοι διαχειρίζονται την εμπιστοσύνη του πολίτη: Κυβερνήσεις, υπουργεία, διοικήσεις, θεσμοί. Διότι η ηγεσία καθοδηγεί.

Η αλήθεια είναι μία:

 Αν το κράτος είχε κάνει στοιχειωδώς σωστά τη δουλειά του, καμία επετειακή αναφορά για τα Τέμπη δεν θα χρειαζόταν σήμερα.

 Δεν θα ζούσαμε τη θλίψη, τον πόνο, αυτό το συλλογικό τραύμα στις καρδιές όλων μας. 

 Δεν θα ζούσαμε όσα μας συντάραξαν, μας εξόργισαν και μας δίχασαν.

 Αν το κράτος και κυρίως η ηγεσία που το καθοδηγεί είχαν κάνει στοιχειωδώς, σωστά τη δουλειά τους δεν θα είχαν χαθεί 57 ψυχές.

 Πόσο θα ήθελα να μην χρειαζόταν σήμερα επετειακή αναφορά. Να μην είχαμε ζήσει όσα ζήσαμε πριν 3 χρόνια. Το οξυγόνο να μην είχε λείψει ποτέ από αυτά τα παιδιά. Οι κλήσεις να μην είχαν μείνει ποτέ αναπάντητες. Και τα παιδιά να είχαν φτάσει στις αγκαλιές των δικών τους στο σταθμό. Πόσο θα το θέλαμε όλοι μας.

 Και το μόνο που χρειαζόταν είναι ένα κράτος που τιμά την εμπιστοσύνη που θέλουμε όλοι να του εναποθέσουμε.

Φανταστείτε λοιπόν μία Ελλάδα όπου η τηλεδιοίκηση στο σιδηρόδρομο είχε ολοκληρωθεί στην ώρα της. 

 Φανταστείτε μία Ελλάδα όπου ο κάθε σταθμάρχης είναι πραγματικά ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση.

 Φανταστείτε μία Ελλάδα όπου η πολιτική ηγεσία ακούει τις προειδοποιήσεις για κάθε θέμα ασφάλειας, και παίρνει έγκαιρα μέτρα.

 Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;

 Και φανταστείτε μία Ελλάδα όπου η πολιτική ηγεσία, [αν γίνει το κακό,] τηρεί κατά γράμμα το πρωτόκολλο διαχείρισης δυστυχημάτων.

 Όπου η πολιτική ηγεσία αφήνει τη Δικαιοσύνη να κάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της, και δεν αφήνει μόνους τους,

τους γονείς των θυμάτων να ψάχνουν τα οστά των παιδιών τους.   

Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;

 Και φανταστείτε τέλος μία Ελλάδα όπου ο Πρωθυπουργός εγγυάται ότι κάθε υπεύθυνος θα λογοδοτήσει, κάθε ένοχος θα πληρώσει δίκαια το τίμημα που του αρμόζει, και θα εγγυηθεί ότι όλες οι ευθύνες, θα αποδοθούν άμεσα και δίκαια.

 Πόσο δύσκολο είναι τελικά το αυτονόητο σε αυτή τη χώρα;

Πόσο δύσκολη είναι η ενσυναίσθηση;

Πόσο δύσκολη είναι η δικαιοσύνη;

 Τα ερωτήματα αυτά, προφανώς δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση. 

 Αφορούν και όλους εμάς που θέλουμε να πιάσουμε το τιμόνι για να διορθώσουμε τα πράγματα. Και να τα κάνουμε σωστά. 

 Και προφανώς, πήχης δεν είναι η σημερινή κυβέρνηση.

 Ο πήχης μας είναι μόνο η απαίτηση του Λαού για δημοκρατία, αποτέλεσμα και δικαιοσύνη.   

 Σε αυτούς μιλούμε σήμερα. Σε αυτούς λογοδοτούμε όλοι.

 Και ας είμαστε ξεκάθαροι, ο κόσμος δεν συγχωρεί τίποτα πια.   

 Απαιτεί από κάθε μία και καθένα μας μία υπέρβαση.

 Να μην ξανασυμβιβαστούμε με την ατιμωρησία που εξοργίζει. Τον ωχαδερφισμό που διαλύει κάθε νοιάξιμο. Την αδιαφάνεια που σκοτώνει.

Να μην κρυβόμαστε πίσω από τις διαχρονικές παθογένειες.

 Να μην επιτρέπουμε την ευθύνη να διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί. Αλλά να αγαπήσουμε την ευθύνη που μας εμπιστεύεται ο πολίτης. Και να την τιμήσουμε. Διότι μόνο έτσι και το κράτος θα την τιμήσει.

 Μπορούμε;

 Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή, αν θέλουμε να σώσουμε την αξιοπιστία της Δημοκρατίας μας, να δικαιολογήσουμε την παρουσία μας, και να πείσουμε ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο.

 Αν θέλουμε αυτό που έγινε στα Τέμπη να μην ξεχαστεί ποτέ, αλλά να γίνει πυξίδα για κάθε έναν και κάθε μια 

που εμπιστεύεται ο Έλληνας πολίτης με την ευθύνη της εξουσίας.

 Το χρωστάμε στα παιδιά που χάθηκαν. Το χρωστάμε στους γονείς που συνεχίζουν να ξυπνούν κάθε μέρα με ένα κενό. Το χρωστάμε στην Πατρίδα.

 Το χρωστάμε σε κάθε νέα και κάθε νέο που θέλει να ζήσει σε ένα κράτος που θα τιμήσει την εμπιστοσύνη που τόσο απλόχερα προσφέρει η Δημοκρατία”.