«Παιδική κακοποίηση: Από την αναγνώριση στην προστασία»: Ημερίδα του ΕΚΚΑ για την έγκαιρη παρέμβαση

Στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς χτύπησε την Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου η «καρδιά» του διαλόγου για την παιδική προστασία στην Ελλάδα. Το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) διοργάνωσε ευρεία επιστημονική ημερίδα με θέμα «Παιδική κακοποίηση: Από την αναγνώριση στην προστασία», αναδεικνύοντας τις επιτακτικές προκλήσεις του συστήματος, την ανάγκη συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων και τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης των σημαδιών βίας κατά των παιδιών.

Σκοπός της ημερίδας ήταν να αναδειχθεί το κρίσιμο αυτό ζήτημα και να συμβάλει στον ουσιαστικό διάλογο για την έγκαιρη αναγνώριση, την καταγραφή, την παρακολούθηση και την προστασία των ανηλίκων. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν προτάσεις για την ενίσχυση των μηχανισμών καταγραφής και έγκαιρης παρέμβασης για παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Στην εναρκτήρια ομιλία, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου μίλησε για το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, τις πολιτικές, τις παρεμβάσεις και τις προκλήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην έγκαιρη παρέμβαση και την προστασία, μέσα από την αναγνώριση των ενδείξεων κακοποίησης, αλλά και στην αντιμετώπιση σύγχρονων μορφών βίας, όπως ο εκφοβισμός σε όλες τις μορφές του. Επίσης ανέδειξε την ανάγκη προστασίας ολόκληρης της σχολικής κοινότητας και τη σημασία της συνεργασίας των αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων.

«Αρραγής αλυσίδα προστασίας»

Την ανάγκη να αντικρίσει η κοινωνία την πραγματικότητα με ειλικρίνεια και θάρρος υπογράμμισε κατά τον χαιρετισμό της η αντιπρόεδρος του ΕΚΚΑ, Ευαγγελία Γιαννακάκου.

Όπως σημείωσε η κ. Γιαννακάκου, στόχος της συνάντησης είναι «να αποτυπώσουμε την υφιστάμενη κατάσταση γύρω από το οδυνηρό φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης, να αναδείξουμε τις προκλήσεις του συστήματος παιδικής προστασίας, αλλά και να χαράξουμε τις κατευθύνσεις εκείνες για την ενίσχυση των μηχανισμών καταγραφής, έγκαιρης παρέμβασης και συστηματικής παρακολούθησης».

Αναφερόμενη στα δραματικά δεδομένα που διαχειρίζονται οι υπηρεσίες, τόνισε πως τα στοιχεία που φτάνουν καθημερινά στο ΕΚΚΑ και στην εθνική γραμμή 1107 «δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι οι σιωπηλές κραυγές παιδιών που βιώνουν σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική βία, συχνά πίσω από τις κλειστές πόρτες των ίδιων τους των σπιτιών». Παράλληλα, επεσήμανε ότι η κακοποίηση αποτελεί μια «πανδημία» χωρίς κοινωνικά ή οικονομικά σύνορα, ενώ στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή αναδύονται νέες, ακόμα πιο επικίνδυνες μορφές απειλής.

Η αντιπρόεδρος του ΕΚΚΑ στάθηκε ιδιαίτερα στις παθογένειες του συστήματος, εξηγώντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δοκιμάζεται καθημερινά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. «Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ο χρόνος αντίδρασης. Στην παιδική προστασία η καθυστέρηση μερικών ημερών ή ακόμα και λίγων ωρών μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή ενός παιδιού», προειδοποίησε, συμπληρώνοντας ότι «δεν αρκεί να παρεμβαίνουμε κατασταλτικά, αφού συμβεί το κακό, αλλά οφείλουμε να αναδιαρθρώσουμε τις δομές μας ώστε να λειτουργούν προληπτικά».

Προς αυτή την κατεύθυνση, η κ. Γιαννακάκου εξήγησε ότι το ΕΚΚΑ θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την ενίσχυση τριών βασικών πυλώνων:

* Έγκαιρη και ενιαία καταγραφή: Δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος συλλογής δεδομένων για την αποτύπωση του πραγματικού μεγέθους του προβλήματος.

* Έγκαιρη παρέμβαση: Εκπαίδευση εκπαιδευτικών, υγειονομικών και αστυνομικών αρχών για την αναγνώριση των σημαδιών και την ενεργοποίηση πρωτοκόλλων, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των γραμμών βοήθειας και των ομάδων άμεσης κοινωνικής παρέμβασης.

* Συστηματική παρακολούθηση: «Η απομάκρυνση ενός παιδιού από ένα κακοποιητικό περιβάλλον δεν είναι το τέλος του δρόμου, είναι η αρχή», υπογράμμισε, επισημαίνοντας την υποχρέωση παρακολούθησης των παιδιών στις ανάδοχες οικογένειες ή τις δομές φιλοξενίας.

«Η αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης δεν είναι έργο ενός μόνο φορέα. Απαιτεί μία αρραγή αλυσίδα προστασίας, όπου κάθε κρίκος -από τον πολίτη που καταγγέλλει μέχρι τον δικαστή που αποφασίζει- θα λειτουργεί με ενσυναίσθηση», κατέληξε η κ. Γιαννακάκου.

«Ανοιχτή πληγή ολόκληρης της κοινωνίας»

Από την πλευρά του, ο αντιπρύτανης Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Αριστοτέλης Τζιαμπίρης, ανέδειξε τη θεσμική και κοινωνική ευθύνη του ακαδημαϊκού ιδρύματος.

«Ως πανεπιστημιακή κοινότητα δεν στεκόμαστε ποτέ απλοί παρατηρητές των κοινωνικών παθογενειών», σημείωσε ο κ. Τζιαμπίρης, συμπληρώνοντας ότι «η γνώση, η έρευνα και η πανεπιστημιακή αλήθεια αποκτούν πραγματικό νόημα μόνο όταν υπηρετούν τον άνθρωπο και πάνω από όλα τα παιδιά μας».

Ο αντιπρύτανης υπογράμμισε ότι το πρώτο καθοριστικό σκαλοπάτι είναι η πλήρης αναγνώριση του προβλήματος, καθώς η παιδική κακοποίηση δεν εξαντλείται στη σωματική βία, αλλά κρύβεται συχνά πίσω από τη συναισθηματική αποστέρηση, την παραμέληση, την ψυχολογική πίεση, αλλά και τις νέες μορφές ψηφιακής κακοποίησης. «Κεντρικός στόχος είναι η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση όλων μας. Κανένα περιστατικό να μη χάνεται στη γραφειοκρατία ή ακόμα χειρότερα στη σκιά της αδιαφορίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, ο κ. Τζιαμπίρης τόνισε ότι τα Πανεπιστήμια αποτελούν θεματοφύλακες της κοινωνικής συνείδησης και στηρίζουν έμπρακτα τις δομές προστασίας, φέρνοντας ως παράδειγμα τη λειτουργία Συμβουλευτικού Κέντρου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στελεχωμένου με ψυχολόγους και ψυχιάτρους, για τη στήριξη φοιτητών που έχουν υποστεί κακοποίηση.

«Ένα κοινωνικό σύστημα κρίνεται από τον τρόπο που συμπεριφέρεται στα παιδιά του. Η παιδική κακοποίηση δεν είναι ιδιωτική υπόθεση ούτε οικογενειακό ζήτημα, είναι ανοιχτή πληγή ολόκληρης της κοινωνίας», κατέληξε στην τοποθέτησή του.

«Μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε μορφή βίας»

Στη συνέχεια της ημερίδας, εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιστημονικοί φορείς και δικαστικοί λειτουργοί παρουσίασαν τις δικές τους αναλύσεις για την πρόληψη, την καταγραφή και τους μηχανισμούς προστασίας των ανηλίκων.

Η Χρυσούλα Αρκουδή, Policy Officer στη Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης και Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανέπτυξε τις διεθνείς και ευρωπαϊκές τάσεις, εστιάζοντας στα επιδημιολογικά δεδομένα και τη συγκριτική προσέγγιση.

Μιλώντας για τον κοινό αγώνα για την προστασία του παιδιού, τόνισε πως η βία σε οποιαδήποτε μορφή δεν πρέπει ποτέ να συνδέεται με την παιδική ηλικία, η οποία οφείλει να είναι ταυτισμένη με το παιχνίδι, την αγάπη και τη φιλία. Υπογράμμισε τη θέση για μηδενική ανοχή απέναντι σε κάθε μορφή βίας κατά των παιδιών, είτε αυτή εκδηλώνεται στο φυσικό είτε στο ψηφιακό περιβάλλον, σημειώνοντας πως ο στρατηγικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η διαμόρφωση ενός παιδοκεντρικού, ολιστικού και συντονισμένου συστήματος προστασίας.

Παραθέτοντας τα ανησυχητικά στοιχεία της UNICEF και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), ανέφερε ότι κατά την τελευταία καταγραφή του 2020 σημειώθηκαν πάνω από 40.000 θάνατοι παιδιών παγκοσμίως, εκ των οποίων οι 7.000 οφείλονταν σε πολεμικές συρράξεις.

Η κ. Αρκουδή επισήμανε ότι η ΕΕ ενισχύει συνεχώς τους μηχανισμούς της, αντιμετωπίζοντας το σύνολο του βιώματος του παιδιού, τις συνθήκες διαβίωσής του, καθώς και τις επιπτώσεις στην υγεία και την ανάπτυξή του. Κλείνοντας, υπενθύμισε πως πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο βρίσκεται ένα παιδί, πίσω από κάθε νομοθεσία υπάρχει ένα δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί, πίσω από κάθε θεσμικό πλαίσιο μια ευθύνη, και πίσω από κάθε απόφαση πρέπει να ακούγεται η φωνή του ίδιου του παιδιού.

«Η έγκαιρη αναγνώριση είναι ήδη μέρος της προστασίας»

Η δρ ‘Αρτεμις Αναγνώστου-Δεδούλη, πρόεδρος του ΕΚΚΑ και της Προσωρινής Διοίκησης της «Κιβωτού του Κόσμου», καθώς και Εθνική Συντονίστρια για την Ευρωπαϊκή Εγγύηση για το Παιδί, μίλησε για το «Εθνικό Πλαίσιο Καταγραφής και Παρακολούθησης Περιστατικών Παιδικής Κακοποίησης ως Εργαλείο Πρόληψης και Προστασίας».

Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση της Κυψέλης που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, θέτοντας καίρια ερωτήματα: Πότε ένα παιδί που κακοποιείται γίνεται ορατό; Ποιος βλέπει το παιδί; Ποιος διασφαλίζει τη συνέχεια της προστασίας του;

Η δρ Αναγνώστου – Δεδούλη υπογράμμισε ότι ποτέ δεν είναι αργά για να προστατεύσουμε ένα παιδί, αν και όσο καθυστερεί η παρέμβαση, τόσο πιο σύνθετη γίνεται η κατάσταση και τόσο πιο εξειδικευμένη, σταθερή και μακροχρόνια υποστήριξη απαιτείται. Όπως εξήγησε, η απομάκρυνση από ένα κακοποιητικό περιβάλλον σταματά την έκθεση στον κίνδυνο, αλλά δεν διαγράφει όσα έχει ζήσει το παιδί. Συνεπώς, η έγκαιρη αναγνώριση δεν είναι απλώς το πρώτο στάδιο μιας διοικητικής διαδικασίας, αλλά συνιστά ήδη τμήμα της ίδιας της προστασίας. Παράλληλα, διαχώρισε την καταγραφή από την παρακολούθηση, σημειώνοντας πως η καταγραφή απαντά στο «τι γνωρίζουμε», ενώ η παρακολούθηση μας επιτρέπει να γνωρίζουμε «τι κάναμε και τι απέγινε το παιδί».

Τόνισε, ωστόσο, ότι κανένα πληροφοριακό σύστημα δεν μπορεί από μόνο του να προστατεύσει ένα παιδί. Το ζητούμενο είναι να υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι και οι υποδομές, πεδίο στο οποίο καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις. Ανέδειξε την ανάγκη για περισσότερες κοινωνικές υπηρεσίες, περισσότερους κοινωνικούς λειτουργούς και εξειδικευμένο προσωπικό στην αναγνώριση και διαχείριση του τραύματος. Αναφερόμενη στον θεσμό της αναδοχής, τον χαρακτήρισε εξαιρετικά πολύτιμο, προειδοποιώντας παράλληλα πως μια νέα αποτυχία στις σχέσεις του παιδιού μπορεί να προκαλέσει ακόμα σοβαρότερη ρήξη στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται σωστή προετοιμασία, προσεκτική αντιστοίχιση και συνεχή επιστημονική υποστήριξη.

«Το κλειδί δεν είναι οι περισσότερες διατάξεις, αλλά η στελέχωση»

Η Δάφνη Κυριακή Τσίχλη, εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, παρουσίασε την εισήγηση «Παιδική Κακοποίηση: Νομικές Διαστάσεις και Μηχανισμοί Προστασίας».

Η κ. Τσίχλη υπογράμμισε ότι ο Εισαγγελέας Ανηλίκων, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, λαμβάνει πάντα ως γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, παρουσιάζοντας εκτενώς το νομοθετικό πλαίσιο που βρίσκεται σε ισχύ.

Παράλληλα, έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων όσον αφορά το νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο. Όπως επισήμανε χαρακτηριστικά, το «κλειδί» για την αντιμετώπιση της παιδικής θυματοποίησης δεν βρίσκεται στη νομοθέτηση περισσότερων προστατευτικών διατάξεων για το ανήλικο θύμα, αλλά στην κατάλληλη και επαρκή στελέχωση των αρμόδιων φορέων που εμπλέκονται στο πεδίο της παιδικής προστασίας.