Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Π. Χρηστίδης: Χρειαζόμαστε μια συνταγματική αναθεώρηση που θα αντέξει στον χρόνο και όχι στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση

Βρίσκομαι, σήμερα, στο βήμα όχι για να αντιπαρατεθώ σε μια διαδικασία, αλλά για να θέσω ένα προκαταρκτικό ερώτημα, το οποίο αν δεν απαντηθεί κάθε συζήτηση για αναθεώρηση παραμένει αιωρούμενη.

Ξεκινάμε αυτό το εγχείρημα επειδή πιστεύουμε πραγματικά στη βελτίωση του θεσμικού μας πλαισίου, ή επειδή η καθημερινή πολιτική πρακτική έχει αποστασιοποιηθεί τόσο πολύ από το γράμμα και το πνεύμα του ισχύοντος Συντάγματος, ώστε η αναθεώρηση να μοιάζει ευκολότερος δρόμος από την απλή τήρησή του;

Τρεις προϋποθέσεις χωρίς τις οποίες η αναθεώρηση κινδυνεύει να μείνει γράμμα κενό.

Πιστεύω βαθιά ότι μια συνταγματική μεταρρύθμιση δεν κρίνεται από την ταχύτητα ψήφισής της, αλλά από το αν καταφέρνει να ριζώσει στη συνείδηση της κοινωνίας. Και για να ριζώσει, χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, τρεις θεμελιώδεις προϋποθέσεις.

Πρώτη προϋπόθεση: μια κοινή αφηγηματική βάση για το πού πάει η χώρα θεσμικά, διατυπωμένη με όρους που να μπορούν να αποδεχθούν ρεύματα πέρα από τη στιγμιαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Τι σημαίνει στην πράξη.
Η πρόταση λέει: πριν αλλάξουμε άρθρα του Συντάγματος, χρειαζόμαστε μια κοινή ιστορία για το πού πάει η χώρα θεσμικά — μια απάντηση στο “τι είδους πολιτεία θέλουμε να είμαστε” που να μην είναι μονοπώλιο μιας παράταξης.

Ας το σπάσω σε κομμάτια:

“Κοινή αφηγηματική βάση” : δεν αρκεί μια τεχνική λίστα αλλαγών. Χρειάζεται μια απάντηση στο ερώτημα γιατί αλλάζουμε, ποιο πρόβλημα λύνουμε, προς ποια κατεύθυνση πάμε ως πολιτεία. Χωρίς αυτή την ιστορία, η αναθεώρηση μοιάζει με τυχαία μπαλώματα, όχι με συνεκτικό σχέδιο.

“Πού πάει η χώρα θεσμικά”: όχι οικονομία, όχι εξωτερική πολιτική — ειδικά το πώς κατανέμονται εξουσίες, πώς ελέγχεται η εξουσία, πώς λειτουργεί το κράτος δικαίου.

“Ρεύματα πέρα από τη στιγμιαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία”: εδώ είναι η ουσία. Αυτή η αφήγηση δεν πρέπει να είναι η αφήγηση της σημερινής κυβέρνησης μόνο. Πρέπει να είναι κάτι που θα μπορούσε να αποδεχθεί και η αντιπολίτευση, και το επόμενο κόμμα που θα κυβερνήσει, και οι πολίτες γενικότερα, όχι κάτι που θα ανατραπεί με την επόμενη εκλογική νίκη.

Γιατί αυτό είναι τόσο σημαντικό!

Γιατί είναι ουσιαστικά η αντίθεση κομματικού σχεδίου vs. εθνικής συναίνεσης. Αν η αναθεώρηση διαβαστεί σαν “το σχέδιο της ΝΔ” ή “το σχέδιο του ΠΑΣΟΚ”, γεννιέται ήδη νεκρή !
Η επόμενη πλειοψηφία θα τη θεωρήσει εχθρική και θα προσπαθήσει να την ανατρέψει. Αν όμως στηριχθεί σε μια αφήγηση ευρύτερα αποδεκτή, έχει πιθανότητες να αντέξει.

Δεύτερη προϋπόθεση: ειλικρινής, όχι σχηματική, ένταξη του ελέγχου που ασκούν τα ευρωπαϊκά όργανα και η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου· ένα Σύνταγμα που προσπαθεί να παρακάμψει αυτόν τον έλεγχο δεν προστατεύει την εθνική κυριαρχία, απλώς μεταθέτει την κρίση σε ξένο έδαφος.

Τρίτη προϋπόθεση: πλατιά πολιτική συνεννόηση που να υπερβαίνει τον αριθμητικό κανόνα του άρθρου 110 και να αγγίζει την ουσία της συναίνεσης.
Χωρίς αυτά τα τρία, όποιο κείμενο κι αν προκύψει θα γεννηθεί
με έλλειμμα νομιμοποίησης.

Θα πρόσθετα και μια τέταρτη, προκαταρκτική συνθήκη, στην οποία έχει επιστήσει την προσοχή και μέρος της συνταγματικής επιστήμης: την ανάγκη ο πολίτης να γνωρίζει πραγματικά το Σύνταγμά του, πέρα από νομικίστικες διατυπώσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι βλέπουμε σήμερα ακαδημαϊκούς να επενδύουν σε έργα προσιτής, λαϊκής συνταγματικής παιδείας απευθυνόμενης στον μέσο πολίτη. Χωρίς αυτή τη βάση κατανόησης, η αναθεώρηση συζητιέται πάνω από τα κεφάλια των πολιτών, όχι μαζί τους.

Το παράδειγμα του άρθρου 86.

Το πιο εύγλωττο παράδειγμα αυτού του ελλείμματος είναι η πορεία του άρθρου 86. Παρακολουθήσαμε την Κυβέρνηση να μεταβάλλει επανειλημμένα τη θέση της για την ποινική ευθύνη των υπουργών: άλλοτε υποστηρίζοντας ότι η ισχύουσα ρύθμιση αρκεί, άλλοτε ανακοινώνοντας πρόθεση αλλαγής, χωρίς ποτέ να εξηγηθεί με σαφήνεια γιατί η ίδια πλειοψηφία που επικαλέστηκε τη διάταξη σε συγκεκριμένες υποθέσεις είναι τώρα εκείνη που ζητά να την ξαναγράψει. Αυτή η ασυνέπεια δεν αναδεικνύει αγωνία για τη νομοτεχνική τελειότητα του άρθρου, αναδεικνύει προσπάθεια να μετατεθεί χρονικά η πολιτική κρίση για συγκεκριμένα ζητήματα δημόσιας λογοδοσίας.

Αξίζει να θυμηθούμε ότι η σημερινή μορφή της διάταξης δεν επιβλήθηκε μονομερώς από κανέναν: διαμορφώθηκε το 2001 με τη συμφωνία των τότε μεγάλων πολιτικών δυνάμεων, και ξαναγράφτηκε το 2019 από μια πλειοψηφία που είχε τότε πλήρη ελευθερία να τη διαμορφώσει όπως έκρινε σωστό. Το συμπέρασμα είναι απλό: η ευθύνη για τη σημερινή μορφή του άρθρου 86 δεν είναι ανώνυμη ή ιστορική. Είναι συγκεκριμένη και μοιρασμένη ανάμεσα σε διαδοχικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, και κανείς δεν μπορεί σήμερα να την αποδώσει αποκλειστικά αλλού.

Ο κίνδυνος μιας ψευδο-δέσμευσης με 180 ψήφους.

Θέλω να επιστήσω την προσοχή της Βουλής σε ένα σημείο νομικοπολιτικής μεγάλης σημασίας. Ακούγεται η άποψη ότι αρκεί η σημερινή Βουλή να ψηφίσει με ενισχυμένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών ότι μια συγκεκριμένη διάταξη χρειάζεται αναθεώρηση, για να δεσμευτεί ουσιαστικά η επόμενη αναθεωρητική Βουλή ως προς το περιεχόμενο της αλλαγής.

Αυτή η ερμηνεία αντιστρέφει τη λογική του άρθρου 110:
ο συντακτικός νομοθέτης δεν ζήτησε δύο διαδοχικές Βουλές για να προσθέσει μια τυπική επικύρωση, αλλά για να διασφαλίσει ότι μια νέα λαϊκή εντολή, προερχόμενη από νέες εκλογές, θα κρίνει πραγματικά, και όχι σχηματικά, το περιεχόμενο της αλλαγής.

Αν αφήσουμε να παγιωθεί η αντίθετη αντίληψη, θα έχουμε δημιουργήσει προηγούμενο που θα βαρύνει κάθε μελλοντική πλειοψηφία, όποιο κι αν είναι το πολιτικό της πρόσημο.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το ίδιο ακριβώς ζήτημα έχει απασχολήσει επισταμένως και τη συνταγματική επιστήμη: σε ποιο βαθμό δεσμεύεται πραγματικά η δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή από την απόφαση της πρώτης, όταν το ίδιο το κείμενο του άρθρου 110 αφήνει το ζήτημα ερμηνευτικά ανοιχτό; Το ερμηνευτικό αυτό κενό δεν είναι πρόσκληση για μονομερή κατάληψη νοήματος από τη σημερινή πλειοψηφία· είναι, αντίθετα, υπενθύμιση ότι ο θεσμός των δύο διαδοχικών Βουλών, με ενδιάμεση παρεμβολή νέων εκλογών, έχει νόημα μόνο αν κάθε φάση διατηρεί πραγματική, όχι εικονική, ελευθερία κρίσης.

Δεν αρκεί, όμως, να καταγγείλουμε τον κίνδυνο, οφείλουμε να τον κλείσουμε νομοτεχνικά, εδώ και τώρα.

Προτείνω, συνεπώς, δύο συγκεκριμένα βήματα.

– Πρώτον, το ίδιο το ψήφισμα της παρούσας Βουλής να διατυπώσει ρητά ότι καθορίζει αποκλειστικά τις προς αναθεώρηση διατάξεις, και όχι το περιεχόμενο της μελλοντικής ρύθμισής τους, ώστε να μην μείνει κανένα περιθώριο για μεταγενέστερη επίκληση δεσμευτικής προαπόφασης.

– Δεύτερον, να τροποποιηθεί ο Κανονισμός της Βουλής ώστε κάθε τέτοια ψηφοφορία να συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση που να διαχωρίζει σαφώς το αναθεωρητέο άρθρο από οποιαδήποτε προτεινόμενη διατύπωση, ώστε η διάκριση αυτή να μην εξαρτάται από την καλή διάθεση της εκάστοτε πλειοψηφίας, αλλά να είναι θεσμικά κατοχυρωμένη. Αυτό δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια· είναι η μόνη εγγύηση ότι η επόμενη αναθεωρητική Βουλή θα κρίνει πραγματικά, και δεν θα απλώς υπογράφει.

Τώρα θα ήθελα να πω μια κουβέντα για τη Δικαιοσύνη. Θα μπορούσα να πω πολλά. Τα αποτελέσματα της πολιτικής σας αποτυπώνονται στην απαξίωση που αισθάνονται οι πολίτες απέναντι στη Δικαιοσύνη και στον τρόπο με τον οποίο την εργαλειοποιείτε τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για ένα ζήτημα με το οποίο οφείλουμε να ασχοληθούμε πολύ πιο σοβαρά από ό,τι το κάνετε εσείς σήμερα.

Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ είναι προτάσεις που μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη και να προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις.

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 103 για τους δημόσιους υπαλλήλους, γνωρίζετε πολύ καλά, κύριε Υπουργέ, ότι έχετε φέρει πολλούς νόμους για την αξιολόγηση. Δεν έχετε εφαρμόσει, όμως, κανέναν από αυτούς.
Εμείς λέμε «ναι» στην αξιολόγηση. Λέμε όμως «ναι» και στην άρση της γελοιότητας που παρουσιάζεται ως δήθεν μεταρρύθμιση μέσω της συζήτησης για την κατάργηση της μονιμότητας. Μια συζήτηση που παραβιάζει την κοινή λογική.
Η μονιμότητα αποτελεί θεσμική εγγύηση νομιμότητας. Αυτό που θα έπρεπε να κάνετε είναι να στηρίζετε περισσότερο τους δημόσιους υπαλλήλους και όχι να τους απειλείτε ή να τους τιμωρείτε, όπως έχετε κάνει με το πειθαρχικό δίκαιο που έχετε θεσπίσει.

Θα κάνω μια σύντομη αναφορά και στις γυναικοκτονίες. Το ΠΑΣΟΚ πρωτοπορεί καταθέτοντας μια δέσμη προτάσεων για το Σύνταγμα, με στόχο την προστασία των γυναικών από την έμφυλη βία, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί μια βαθιά κοινωνική πληγή.

Και όμως, αυτές οι προτάσεις απορρίπτονται. Την ίδια στιγμή που, σε άλλες περιπτώσεις, επιλέγετε τον δρόμο ενός ποινικού λαϊκισμού που διαρκώς αυξάνει τις ποινές.

Αυτές είναι οι προτάσεις μας για μια συνταγματική αναθεώρηση με σοβαρότητα, θεσμικό βάθος και ουσιαστικό περιεχόμενο. Μια αναθεώρηση χωρίς λαϊκισμούς.

Τέλος, δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε ένα ζήτημα που η δημόσια συζήτηση συστηματικά υποβαθμίζει, αν και αγγίζει άμεσα τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών: την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Το άρθρο 102 κατοχυρώνει στα χαρτιά τη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια δήμων και περιφερειών· στην πράξη, όμως, αυτή η αυτοτέλεια παραμένει σε μεγάλο βαθμό συμβολική, δεσμευμένη από χρηματοδοτική εξάρτηση και συγκεντρωτικές πρακτικές δεκαετιών. Καμία αναθεώρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη αν δεν κλείσει αυτό το χάσμα ανάμεσα στο γράμμα του Συντάγματος και την καθημερινή διοικητική πραγματικότητα.

Αυτές είναι οι προτάσεις μας για μια συνταγματική αναθεώρηση με σοβαρότητα, θεσμικό βάθος και ουσιαστικό περιεχόμενο. Μια αναθεώρηση χωρίς λαϊκισμούς.