Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Ούρλιαζαν στην Marfin «μην το ρίξεις είμαστε άνθρωποι μέσα»: Η επιζήσασα Μαρία Καραγιάννη μιλά για τις συλλήψεις

Η Μαρία Καραγιάννη είναι μια από τις γυναίκες-σύμβολο της τραγωδίας της 5ης Μαΐου 2010 όταν κάηκε το υποκατάστημα της Μarfin.

Η κυρία Καραγιάννη, η γυναίκα που βγήκε στο μπαλκόνι του νεοκλασικού της οδού Σταδίου φωνάζοντας για βοήθεια την ώρα που οι φλόγες και οι καπνοί έπνιγαν το κτίριο μίλησε για τις συλλήψεις των δύο 42χρονων και την ταυτοποίηση μίας 46χρονης, 16 χρόνια μετά τον εμπρησμό που στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους, εκ των οποίων η μία ήταν έγκυος. Σύμφωνα με την ίδια, οι δράστες γνώριζαν πως εντός του κτιρίου βρίσκονταν άνθρωποι αφού «ούρλιαζαν “είμαστε άνθρωποι μέσα, μην το ρίξεις, σε παρακαλούμε μην το ρίξεις”».

Η κυρία Καραγιάννη λέει στο MEGA πως αισθάνθηκε «μεγάλη ταραχή» όταν «πληροφορήθηκα ότι έχουμε εξελίξεις σε ό,τι αφορά την εξιχνίαση του μακελειού, του δυστυχήματος, της δολοφονίας, του εγκλήματος. Ανακαλούνται όλες οι μνήμες και ότι έχουμε πάθει τόσα χρόνια μαζί με τον απύθμενο πόνο και τα ερωτηματικά μας που δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε. Γιατί αφαιρέθηκε η ζωή των τριών συναδέλφων μας τόσο άδικα. Αισθανόμαστε κατά βάση αδικημένοι, βαθιά αδικημένοι».

«Να τον παρακαλάς, να τον εκλιπαρείς τον άλλο να μην σε κάψει»

«Από συγκυρίες σωθήκαμε και το χειρότερο είναι ότι αυτοί οι εγκληματίες είχαν πλήρη επίγνωση, το λέω αυτό και θέλω να ακουστεί. Είχαν πλήρη επίγνωση ότι υπήρχαν άνθρωποι μέσα στο κτίριο γιατί όταν κατάφεραν να σπάσουν την τζαμαρία και έχυσαν το εύφλεκτο υγρό εντός του χώρου του καταστήματος οι συνάδελφοί μου από επάνω -εγώ ήμουν στο υπόγειο εκείνη την ώρα, κλείδωνα, ασφάλιζα τα χρεόγραφα της τράπεζας- ούρλιαζαν “μην το ρίξεις είμαστε άνθρωποι μέσα”.

Οπότε καταλαβαίνετε την τραγικότητα. Να τον παρακαλάς, να τον εκλιπαρείς τον άλλο να μην σε κάψει, να μην σου επιτεθεί και εκείνος αψήφιστα, χωρίς δεύτερη σκέψη να κάνει το μοιραίο, να κάνει την εγκληματική ενέργεια και να θέτει σε πυρκαγιά ένα ολόκληρο κτίριο γνωρίζοντας καλά ότι μέσα ήταν άνθρωποι και ήταν πολλοί άνθρωποι», τόνισε η κυρία Καραγιάννη.

 

«Επειδή στο παρελθόν αυτή η άποψη έχει ακουστεί ότι δεν ξέρανε αν είναι άνθρωποι μέσα και θέλανε να κάνουν κακό μόνο στην κτιριακή εγκατάσταση και κατά συνέπεια στην τραπεζική εταιρεία, αυτό δεν ισχύει. Η πραγματικότητα είναι ότι τους έβλεπαν τους ανθρώπους και τους άκουγαν να ουρλιάζουν ότι “είμαστε άνθρωποι μέσα, μην το ρίξεις, σε παρακαλούμε μην το ρίξεις”. Παρ’ όλα αυτά τα πράγματα πήραν την εξέλιξη που όλοι γνωρίζουμε με αυτό το σφοδρό αποτέλεσμα της απώλειας τριών ανθρώπων, του αγέννητου μωρού και της ανήκεστου βλάβης που έχει υποστεί η υγεία όλων μας», συμπλήρωσε.

«Για μία εβδομάδα τουλάχιστον ξέρναγε το σώμα μας αποκαΐδια»

Την ώρα της επίθεσης στην τράπεζα, «ήμασταν 21 ή 23, δεν θυμάμαι σωστά, νομίζω 23» και «την ώρα που ένιωσα δυνατούς γδούπους στο κτίριο -δηλαδή σου έδινε την αίσθηση ότι γίνεται σεισμός- και άκουσα στη συνέχεια να γκρεμίζονται τζάμια με εκκωφαντικό θόρυβο ήμουν στο υπόγειο και κάλεσα αμέσως την αστυνομία και έδωσε πληροφορίες».

Στη συνέχεια, η κυρία Καραγιάννη «προσπάθησα να καλέσω το 166 αλλά είχε τεθεί εκτός λειτουργίας η τηλεφωνική συσκευή του υπογείου οπότε από προηγούμενη επίθεση γιατί βιώσαμε και άλλες επιθέσεις στο παρελθόν, γνωρίζαμε ότι όσο πιο ψηλά πας πιθανότατα να αναπνεύσεις, έτρεξα σαν τρελή να πάω όσο πιο ψηλά μπορούσα, στον τελευταίο όροφο. Εκεί είδα έναν συνάδελφο που μιλούσε στο κινητό και έτρεξα να του το πάρω για να τηλεφωνήσω στον περιφερειακό διευθυντή του καταστήματος προκειμένου να πληροφορήσω για το τι γινόταν».

«Μετά από αυτό το τηλεφώνημα, ανάμεσα σε έντονη φασαρία, οχλαγωγίες, τη σειρήνα που είχε ήδη αρχίσει να χτυπάει, παρέμεινα στο μπαλκόνι με άλλους τέσσερις συναδέλφους. Οι τρεις κατάφεραν να ισορροπήσουν πάνω στο περβάζι που ήταν ένα μαρμαράκι -χωρούσε το μισό παπούτσι- και να περάσουν σε παρακείμενα μπαλκόνια. Εγώ και μία συνάδελφος μείναμε τελευταίες. Εν τω μεταξύ είχε πυκνώσει ο καπνός και δεν έβλεπες τίποτα, δεν έβλεπες πού να πατήσεις», θυμάται.

Κρατούσε στο μπαλκόνι «ένα ημερολόγιο συναλλαγών που έμεινε στο χέρι μου, μαζί με τα κλειδιά του κτιρίου που τα είχα ανά χείρας. Φανταστείτε μία κατάσταση χωρίς καθόλου ψυχραιμία. Μία άθλια κατάσταση την οποία δεν μπορούσε καν να διαχειριστεί. Και από εκείνη την ώρα και μετά καπνός, να κλαίνε μάτια, να μην μπορείς να πάρεις άλλη αναπνοή. Έλεγα “δεν έχω άλλη αναπνοή” γιατί η στοματική κοιλότητα είχε γεμίσει καπνό». «Φανταστείτε μετά μας πλένανε μέρες και στο νοσοκομείο, για μία εβδομάδα τουλάχιστον ξέρναγε το σώμα και τα μαλλιά μας αποκαΐδια», συμπλήρωσε.

«Ευχόμαστε αυτή τη φορά να μην είναι κάποιου είδους παραπληροφόρηση, ούτε κάποιο επικοινωνιακό παιχνίδι και να έχουν φτάσει στην εξιχνίαση των πραγματικών δραστών. Γιατί πρέπει να τακτοποιηθεί και ηθικά αυτό το ζήτημα. Πρέπει να δικαστούν και να μπουν φυλακή», κατέληξε η κυρία Καραγιάννη.

Οι συλλήψεις

Όπως έγραψε νωρίτερα το protothema.gr, ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στάθηκε σύμφωνα με πληροφορίες η αφορμή για την ανάσυρση της δικογραφίας της υπόθεσης της Marfin από το αρχείο. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, το συγκεκριμένο email κατονόμαζε ως υπαίτιους της φονικής επίθεσης τρία συγκεκριμένα πρόσωπα –τα δύο από τα οποία έχουν συλληφθεί, ενώ μια ακόμη γυναίκα που φέρεται να διαμένει στη Μεγάλη Βρετανία τα τελευταία χρόνια αναζητείται– καθώς και επιπλέον μέλη που φέρονται να ανήκουν στην ίδια εγκληματική ομάδα.

Η συγκεκριμένη πληροφορία αξιολογήθηκε ως ιδιαίτερα σοβαρή από τις αρχές, οι οποίες και άνοιξαν εκ νέου τον φάκελο επανεξετάζοντας εξονυχιστικά το προανακριτικό υλικό. Μάλιστα, κατά τις ίδιες πληροφορίες στο πλαίσιο της έρευνας, οι αρχές πραγματοποίησαν διασταύρωση στοιχείων με άλλες εκκρεμείς δικογραφίες. Από τη συγκριτική ανάλυση του υλικού προέκυψε ότι τα τρία αυτά πρόσωπα, εμπλέκονται και σε άλλη δικογραφία, και ταυτίζονται ως προς τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, την αμφίεση και την κινησιολογία με τους δράστες του θανατηφόρου εμπρησμού της τράπεζας.

Οι Αρχές κατάφεραν να φτάσουν στην ταυτοποίηση των συλληφθέντων μέσα από εκτενής ανάλυση βίντεο από πορείες που είχαν τα ίδια ρούχα, αλλά ακάλυπτα τα πρόσωπά τους.