Εως πρότινος η Ελλάδα παρουσίαζε το εξής παράδοξο: είχε τους εργαζομένους με τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εβδομάδα και μια από τις χαμηλότερες επιδόσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας. Πλέον, σύμφωνα με την ανάλυση των γερμανικών εταιρειών IFB και Data Pulse Research, παρουσιάζει ένα ακόμη παράδοξο, καθώς οι Ελληνες εργαζόμενοι σχεδόν δεν αρρωσταίνουν, ή για την ακρίβεια δεν λαμβάνουν άδειες ασθενείας, όμως η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή.
Αν μπορούσε κανείς να το περιγράψει αυτό με τίτλους, θα έγραφε απλώς ότι «αν οι λιγότερες ημέρες με άδεια ασθενείας σήμαιναν ισχυρότερη οικονομία, η Ελλάδα θα έπρεπε να… άκμαζε». Κι αυτό γιατί οι εργαζόμενοι στη χώρα μας δηλώνουν μόλις 0,2 εβδομάδες άδειας για ασθένεια τον χρόνο, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 2,62 εβδομάδες. Οι πλέον… φιλάσθενοι εργαζόμενοι φαίνεται ότι ζουν στη Νορβηγία με 5,9 εβδομάδες δηλωμένες και παρ’ όλα αυτά η χώρα παρουσιάζει την υψηλότερη παραγωγικότητα, μετά το Λουξεμβούργο.
Αναλυτικά, και παρά το γεγονός ότι οι Ελληνες εργαζόμενοι δηλώνουν τις λιγότερες ημέρες ασθενείας στην Ευρώπη –1,4 ημέρα με άδεια ασθενείας τον χρόνο (στοιχεία του 2024)– η παραγωγικότητα της οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με πολλές χώρες που εμφανίζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά απουσιών από την εργασία. Τα στοιχεία στηρίζονται σε συγκριτική ανάλυση δεδομένων του ΟΟΣΑ, που βασίζεται σε εναρμονισμένες έρευνες εργατικού δυναμικού και δείχνουν ότι ο μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος απουσιάζει περίπου 2,6 εβδομάδες ετησίως λόγω ασθενείας.
Σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Νορβηγία και η Φινλανδία, οι απουσίες φθάνουν ακόμη και τις πέντε έως έξι εβδομάδες τον χρόνο. Η Γερμανία, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης τα τελευταία δύο χρόνια, καταγράφει περίπου 3,6 εβδομάδες αναρρωτικής αδείας ετησίως, μια επίδοση που την τοποθετεί περίπου στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης. Στον αντίποδα βρίσκονται χώρες όπως η Ελλάδα και η Ρουμανία, όπου οι δηλωμένες ημέρες ασθενείας είναι εξαιρετικά χαμηλές, κάτω από μία εβδομάδα τον χρόνο.
Σε πρώτη ανάγνωση, η εικόνα αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη καλύτερης υγείας ή ισχυρότερης εργασιακής ηθικής. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι αριθμοί αυτοί αντανακλούν κυρίως τις συνθήκες της αγοράς εργασίας και το επίπεδο κοινωνικής προστασίας. Σε οικονομίες όπου η εργασιακή ανασφάλεια παραμένει υψηλή και η απουσία από την εργασία μπορεί να συνεπάγεται απώλεια εισοδήματος ή φόβο απώλειας της θέσης εργασίας, οι εργαζόμενοι τείνουν να συνεχίζουν να εργάζονται ακόμη και όταν είναι άρρωστοι. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό διεθνώς ως «presenteeism» –η παρουσία στην εργασία παρά την ασθένεια– είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στις οικονομίες του Νότου.
Ερευνα: Απαιτητική στις συνθήκες εργασίας η γενιά Ζ
Και η χώρα μας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις περιορισμένες ημέρες ασθενείας που καταγράφονται στα στατιστικά στοιχεία, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις σχετικές συγκρίσεις της Ευρώπης, χώρες με πολύ υψηλότερα ποσοστά αναρρωτικών αδειών –όπως η Νορβηγία ή το Βέλγιο– βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις ως προς το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας. Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι η οικονομική απόδοση δεν καθορίζεται από τον αριθμό των ημερών απουσίας, αλλά από βαθύτερους διαρθρωτικούς παράγοντες: την τεχνολογική ένταση της παραγωγής, την οργάνωση της εργασίας, το επίπεδο επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο και την ποιότητα των υποδομών.
Σύμφωνα λοιπόν με τις μελέτες, το «λιγότερες αναρρωτικές άδειες σημαίνουν υψηλότερη παραγωγικότητα» δεν επιβεβαιώνεται από τα ευρωπαϊκά δεδομένα.Οπως επισημαίνουν μάλιστα οι ειδικοί, στην ελληνική περίπτωση η χαμηλή καταγραφή ημερών ασθενείας μπορεί να λειτουργεί ακόμη και αρνητικά για την οικονομική απόδοση, καθώς η εργασία υπό καθεστώς ασθενείας αυξάνει τον κίνδυνο λαθών, παρατείνει τον χρόνο ανάρρωσης και ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη διάδοση ασθενειών στον χώρο εργασίας, μειώνοντας τελικά τη συνολική αποτελεσματικότητα.
