Οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν από τα υψηλότερα περιθώρια επιτοκίου, ξεπερνώντας κατά πολύ τη διάμεσο και μέση τιμή της ευρωζώνης, αναφέρει ανάλυση του ΚΕΠΕ με τίτλο, «Bankflation: Ο πληθωρισμός της «τραπεζικής απληστίας».
Η ανάλυση, για την οποία εργάστηκαν o Ερευνητής του ΚΕΠΕ, Γεώργιος Μπερτσάτος, και ο Καθηγητής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, Γιώργος Αγιομυργιανάκης, σημειώνει ότι μετά τις δέκα αλλεπάλληλες αυξήσεις επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας «καταγράφηκε μία ισχυρή ασυμμετρική απόκριση των ελληνικών τραπεζών στις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ, με τα επιτόκια των δανείων να αυξάνονται αμέσως, ενώ τα αντίστοιχα των καταθέσεων να παραμένουν αρχικά αμετάβλητα και εν συνεχεία να αυξάνονται ισχνά, με αποτέλεσμα το περιθώριο επιτοκίου να «σπάει» το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο».
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, αναφέρει η ανάλυση, «πιθανότατα εκμεταλλευόμενες την υψηλή συγκέντρωση και τον χαμηλό ανταγωνισμό στον εγχώριο κλάδο – απαλλαγμένες πια από τα «κόκκινα δάνεια» τα οποία μεταφέρθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους ισολογισμούς τους στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ, ή servicers) – και επωφελούμενες από τις αυξήσεις επιτοκίων αναφοράς της ΕΚΤ, κατέγραψαν μεγάλες αυξήσεις στο καθαρό επιτοκιακό εισόδημα (net interest income) και υψηλές τιμές καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (net interest margin) και, κατά συνέπεια, σημαντικά κέρδη (εκτιμώνται κοντά στα 7,53 δισ. ευρώ τη διετία 2022-2023, ύστερα από μία ετήσια αναγωγή των κερδών του 9μηνου 2023).
Αυτή η υπέρμετρη συσσώρευση κερδών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μπορεί να ονομαστεί και πληθωρισμός της «τραπεζικής απληστίας», σύμφωνα με τους αναλυτές.
Οι δηλώσεις της Κλαούντια Μπουχ
Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι θα είναι αναπόφευκτες παρεμβάσεις, εφόσον δεν εξομαλυνθεί η κατάσταση αυτή, αναφέροντας ότι οι Ελληνες φορολογούμενοι βοήθησαν για την ευστάθεια και στήριξη του τραπεζικού συστήματος μέσω των ανακεφαλαιοποιήσεων, των προγραμμάτων Ηρακλής και του αναβαλλόμενου φόρου.
«Ενδιαφέρον, πλέον, παρουσιάζει η συμπεριφορά των εγχώριων τραπεζών – εν καιρώ ευνοϊκών συνθηκών για αυτές – και το εάν θα συνεισφέρουν στην ελληνική κοινωνία και επιχειρηματικότητα.
Σε διαφορετική περίπτωση, η ατραπός παρεμβάσεων/ρυθμίσεων – για την ελάττωση των επιτοκιακών περιθωρίων, τη θεμελιώδη αύξηση (μείωση) ανταγωνισμού (συγκέντρωσης), και την ενίσχυση ποιότητας των κεφαλαίων – του εγχώριου τραπεζικού κλάδου φαντάζει αναπόφευκτη λύση, έχοντας κατά νου τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας και την αρμονική συμβίωση καταναλωτών, επιχειρήσεων και τραπεζών», αναφέρουν οι αναλυτές.
Οι ίδιοι επικαλούνται τις πρόσφατες δηλώσεις της προέδρου του Ενιαίου Εποπτικού Συμβουλίου (SSM) της ΕΚΤ, Κλαούντια Μπουχ, η οποία προς το τέλος της ομιλίας της έκανε λόγο, εμμέσως πλην σαφώς, για μία λιγότερο τραπεζοκεντρική προσέγγιση και για περισσότερη εστίαση στην κοινωνία.
Σημειώνουν ότι η Μπουχ αναφέρθηκε στις ανησυχίες των καταναλωτών για τα αυξημένα κόστη δανεισμού και τις οικονομικές δυσκολίες, οι οποίοι την ίδια στιγμή παρατηρούν τις τράπεζες να σημειώνουν σημαντικά κέρδη, και πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εντείνει το αίσθημα αδικίας.
«Συμπερασματικά, ο επερχόμενος κύκλος μείωσης των βασικών επιτοκίων εκ μέρους της ΕΚΤ θα αποκαλύψει εάν θα διαδραματιστεί μία επιπλέον επίδειξη ισχύος ενός διαφαινόμενου «τραπεζικού καρτέλ» στη χώρα μας», καταλήγει η ανάλυση του ΚΕΠΕ.
Οι προτάσεις
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες καλό θα ήταν να μεριμνήσουν για:
- την ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών που υπολείπονται των ευρωπαϊκών – εποπτευόμενων από την ΕΚΤ – τραπεζών (14,27% έναντι 15,61% στον δείκτη CET1, και 17,65% έναντι 19,69% στον συνολικό δείκτη TCR: ECB, 2024b), ιδίως αν συνυπολογιστεί η γεωπολιτική αστάθεια με τρία ενεργά μέτωπα (Ουκρανία, Παλαιστίνη, Υεμένη),
- την επιτάχυνση της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs), ούτως ώστε να αυξηθεί ουσιαστικά η ποιότητα των κεφαλαίων.
- την αναθεώρηση των τιμολογιακών πολιτικών τους ως προς τις προμήθειες και για τη μείωση του υψηλότατου περιθωρίου επιτοκίου, ιδίως αν συνυπολογίσουμε τις θετικές επιδράσεις στις τράπεζες από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας (Greek National Productivity Board 2023, KEPE), και
- την αύξηση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, με έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτές αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας, καθώς, κατά μέσο όρο, συνεισφέρουν στο 67% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, απασχολούν το 85% των συνολικών εργαζομένων (Greek National Productivity Board 2023, KEPE) και αποτελούν το 99,9% των συνολικών επιχειρήσεων διαχρονικά.