Το 7% του πληθυσμού της χώρας, ηλικίας 16 ετών και άνω, δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,5% μέτρια, ενώ το 78,5% πολύ καλή ή καλή υγεία. Παράλληλα, το 24% του πληθυσμού έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας. Χρόνιο πρόβλημα ή χρόνια πάθηση δηλώνουν περίπου 1 στις 4 γυναίκες (26,5%) και 1 στους 5 άνδρες (21,4%). Χρόνιο θεωρείται το πρόβλημα υγείας, ή η πάθηση που διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει περισσότερους από 6 μήνες, με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή.
Αυτά προκύπτουν από έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 (εισοδήματα 2024), σύμφωνα επίσης με την οποία:
Το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, είχε περιορίσει, για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 9,1% είχε περιορίσει κάποιες δραστηριότητες ή δυσκολευτεί σε αυτές, αλλά όχι πάρα πολύ.
*Σωματική διάπλαση*
Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για τη μέτρηση της παχυσαρκίας του πληθυσμού. Είναι ένα ευρέως διαδεδομένο διαγνωστικό εργαλείο των πιθανών προβλημάτων υγείας ενός ατόμου σε σχέση με το βάρος του και υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος (σε κιλά) με το τετράγωνο του ύψους (σε μέτρα).
Στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω:
-1,9% είναι ελλιποβαρείς (ΔΜΣ < 18,5)
-43,1% είναι φυσιολογικού βάρους (ΔΜΣ: 18,5- 24,9)
-42,1% είναι υπέρβαροι (ΔΜΣ: 25- 29,9),
-12,9% είναι παχύσαρκοι (ΔΜΣ ≥ 30).
-1 στους 2 άνδρες (48,5%) είναι υπέρβαρος, ενώ η αναλογία υπέρβαρων γυναικών είναι περισσότερες από 3 στις 10 (36%).
Η έρευνα κατέγραψε περιορισμούς που υφίστανται στις αισθητηριακές και σωματικές λειτουργίες του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω και, πιο συγκεκριμένα, τον βαθμό δυσκολίας στην όραση, την ακοή, την κινητικότητα και τη μνήμη και συγκέντρωση, ανεξάρτητα εάν οι περιορισμοί προκύπτουν λόγω ηλικίας, ασθενειών, ατυχημάτων ή εκ γενετής προβλημάτων.
-Το 17,3% του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολία στην όραση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν βλέπει τίποτα). Ποσοστό 60,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
-Το 9,9% αντιμετωπίζει δυσκολία στην ακοή (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν ακούει τίποτα). Ποσοστό 62,8% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
-Το 15,1% αντιμετωπίζει δυσκολία κατά τη μετακίνησή του (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να περπατήσει ή να ανέβει/κατέβει σκάλα χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε βοηθήματος ή βοήθειας από άλλον). Ποσοστό 62,6% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
-Το 9,9% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει δυσκολία με τη μνήμη/συγκέντρωση (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν θυμάται τίποτα ή δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε ό,τι κάνει). Ποσοστό 62,9% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
-Το 8% του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολία με τη φροντίδα (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του, όπως να πλένεται, να ντύνεται κ.λπ.). Ποσοστό 62,1% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
-Το 5,2% αντιμετωπίζει δυσκολία στην επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους (κάποια δυσκολία, μεγάλη δυσκολία, δεν καταλαβαίνει τους άλλους ή δεν τον/την καταλαβαίνουν, παρόλο που μιλούν την ίδια γλώσσα). Ποσοστό 56,7% αυτών είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
*Ιατρική εξέταση ή θεραπεία*
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν από τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 6 στα 10 άτομα (57,6%) ηλικίας 16 ετών και άνω χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία. Από αυτούς που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία, το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε.
Σύμφωνα με την έρευνα, ποσοστό 20,5% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, δεν έλαβε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, κάθε φορά που χρειάστηκε. Το ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται στο 10,5%.
*Οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία*
Σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, η στοματική υγεία μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης πολλών παθήσεων. Με την έρευνα καταγράφεται η χρήση υπηρεσιών που σχετίζονται με τη στοματική υγεία, συγκεκριμένα η ανάγκη για οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία.
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 1 στους 2 (47,4%) χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία.
Ποσοστό 30,5% όσων χρειάστηκαν οδοντιατρική/στοματολογική/ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία δεν την έλαβε κάθε φορά που χρειάστηκε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ποσοστό 20,3% του φτωχού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν έλαβε οδοντιατρική /στοματολογική /ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία κάθε φορά που χρειάστηκε. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 13,1%.
Για περίπου 7 στους 10 (71,6%) ο κύριος λόγος ήταν οικονομικός.
Με την έρευνα συγκεντρώθηκαν επίσης πληροφορίες που αφορούν και στη συχνότητα των επισκέψεων του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, για δικό του πρόβλημα υγείας, σε:
(α) ιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή προσωπικό ιατρό, (β) ιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό, για εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, και (γ) οδοντίατρο/στοματολόγο/ορθοδοντικό.
Κατά τους τελευταίους 12 μήνες, 1- 2 φορές επισκέφτηκε:
-Ιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή τον προσωπικό ιατρό, το 40% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω,
-Ιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό για ειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, το 27% του πληθυσμού,
-Οδοντίατρο/στοματολόγο/ορθοδοντικό, το 33,5% του πληθυσμού.
Με κριτήριο την κύρια εργασία ή την καθημερινή ασχολία (για όσους εργάζονται), από την έρευνα προκύπτει ότι:
-περίπου 3 στους 10 (31,8%) εργαζόμενους, ηλικίας 16 ετών και άνω, κυρίως κάθονται.
-Ποσοστό 15,3% των εργαζομένων, κυρίως κάνουν βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική δραστηριότητα.
Με την έρευνα καταγράφηκε, επίσης, ο χρόνος, στη διάρκεια μιας συνηθισμένης εβδομάδας, κατά τον οποίο ο ερευνώμενος αθλείται, γυμνάζεται ή κάνει άσκηση για ψυχαγωγία, για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόμενα, χωρίς διακοπή, δραστηριότητες που κατ’ ελάχιστο προκαλούν μικρή αύξηση στην αναπνοή και στους καρδιακούς παλμούς. Δεν περιλαμβάνονται οι σωματικές δραστηριότητες οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της εργασίας ή στο πλαίσιο της κύριας ενασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι οικιακές εργασίες για μία νοικοκυρά, ενώ περιλαμβάνεται η μετακίνηση (προς και από την εργασία, το σχολείο, την αγορά / σούπερ-μάρκετ κ.λπ.) με τα πόδια ή με ποδήλατο διάρκειας, τουλάχιστον 10 λεπτών συνεχόμενα, χωρίς διακοπή. Περίπου 1 στους 10 (11,8%) δεν ασκείται καθόλου στη διάρκεια μίας συνηθισμένης εβδομάδας.
Παράλληλα, η έρευνα κατέγραψε τη συχνότητα κατανάλωσης φρούτων (φρέσκων, κονσερβοποιημένων, αποξηραμένων ή και κατεψυγμένων) στη διάρκεια μίας τυπικής εβδομάδας, οπουδήποτε (στο σπίτι, στο εστιατόριο, κ.λπ.). Δεν περιλαμβάνονται οι χυμοί φρούτων.
Καταγράφηκε, επίσης, η συχνότητα κατανάλωσης λαχανικών και σαλατών, φρέσκων, κατεψυγμένων, αποξηραμένων ή κονσερβοποιημένων. Περιλαμβάνονται τα όσπρια, ενώ οι πατάτες, ως υδατάνθρακες, ανήκουν στην τροφική ομάδα του ψωμιού και των δημητριακών και δεν συμπεριλαμβάνονται. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι χυμοί λαχανικών.
-6 στους 10 (60,1%) ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνουν λαχανικά ή σαλάτες καθημερινά (τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,5% δεν καταναλώνει καθόλου.
-Περίπου 6 στους 10 (56,9%) καταναλώνουν φρούτα καθημερινά (τουλάχιστον μία φορά την ημέρα), ενώ ποσοστό 0,7% δεν καταναλώνει καθόλου.
Με την έρευνα συλλέχθηκαν πληροφορίες και αναφορικά με τις καπνιστικές συνήθειες του πληθυσμού στη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών. Στα αποτελέσματα που παρατίθενται ακολούθως περιλαμβάνεται και το ηλεκτρονικό τσιγάρο.
-Το 22,6% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει καθημερινά.
-Το 1,7% καπνίζει μερικές φορές την εβδομάδα.
-Το 1,7% καπνίζει μερικές φορές τον μήνα.
-Το 1,2% καπνίζει μερικές φορές τον χρόνο.
-Το 72,8% δεν καπνίζει.
Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς το φύλο στα ποσοστά του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που καπνίζουν. Συγκεκριμένα, καπνίζουν καθημερινά:
-περίπου 3 στους 10 (29,6%) άνδρες ηλικίας 16 ετών και άνω και,
-λιγότερες από 2 στις 10 (15,9%) γυναίκες ηλικίας 16 ετών και άνω.
*Αλκοόλ*
-Το 3,8% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καταναλώνει καθημερινά αλκοολούχα ποτά.
-Λιγότεροι από 2 στους 10 (17,8%) καταναλώνουν μερικές φορές την εβδομάδα.
-Περίπου 1 στους 4 (25,9%) καταναλώνει μερικές φορές τον μήνα.
-Λιγότεροι από 2 στους 10 (18,3%) καταναλώνουν μερικές φορές τον χρόνο.
-Περίπου 1 στα 3 άτομα (34,3%) δεν καταναλώνει καθόλου αλκοολούχα ποτά.
Τέλος, το ποσοστό του πληθυσμού 16 ετών και άνω που επιβαρύνθηκε πάρα πολύ οικονομικά από τις δαπάνες, ήταν:
-για παροχή ιατρικής φροντίδας, 6,2%
-για παροχή οδοντιατρικής/στοματικής φροντίδας, 3,6% και
-για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών, 10,5%.
