Με ποδήλατο από τη Δανία στο Λιτόχωρο – 34χρονη … «φοβητσιάρα» έκανε ολομόναχη 3.500 χλμ

Μία γυναίκα, ένα ποδήλατο, 3.500 χιλιόμετρα, δέκα χώρες και ένας στόχος που επιτεύχθηκε. Η 34χρονη Μαριλένα Καραντινινή ξεκίνησε τον Ιούλιο, ολομόναχη, ένα ταξίδι με ποδήλατο από τη Δανία με προορισμό την Ελλάδα. Πενήντα δύο ημέρες αργότερα, έχοντας διασχίσει Δανία, Γερμανία, Τσεχία, Αυστρία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Κροατία, Μαυροβούνιο, Αλβανία και Ελλάδα, έφτασε στο Λιτόχωρο, ολοκληρώνοντας μια δύσκολη αλλά γεμάτη εμπειρίες διαδρομή. Σε όλο το ταξίδι δεν χρησιμοποίησε άλλο μέσο μετακίνησης, παρά μόνο τα πλοία στα αναγκαία περάσματα από τη Δανία στη Γερμανία και από την Αλβανία στην Κέρκυρα.

Screenshot

Η νεαρή γυναίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, κατάγεται από τα Τρίκαλα Ημαθίας και την Πτολεμαΐδα, όμως το μέρος που έζησε όλα της τα καλοκαίρια και θεωρεί «το χωριό της» είναι το Λιτόχωρο. Μεγάλωσε, ωστόσο, στο εξωτερικό, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ σήμερα έχει μόνιμη κατοικία στη Δανία.

Η ιδέα για το ταξίδι ξεκίνησε σχεδόν σαν αστείο. «Έλεγα “φέτος θα πάω στο Λιτόχωρο με το ποδήλατο”, επειδή είχα κάνει διάφορες ολιγοήμερες εκδρομές με αυτό. Ήθελα όμως κάτι που να διαρκεί περισσότερο. Κάποια στιγμή γνώρισα ανθρώπους που είχαν κάνει μεγάλα ταξίδια με ποδήλατο και άρχισα να πιστεύω ότι ίσως θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα», λέει η Μαριλένα Καραντινινή, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Το ταξίδι ήταν, όπως εξηγεί, ένα δώρο στον εαυτό της για την τελευταία της αποφοίτηση. «Έχω σπουδάσει διάφορα πράγματα. Μέχρι πριν από δύο χρόνια δούλευα σε μια εταιρεία μάρκετινγκ στο Λονδίνο, αλλά σταμάτησα να εργάζομαι για να σπουδάσω και να γίνω οδηγός και εκπαιδευτής φύσης. Είναι ουσιαστικά μια δουλειά που έχει να κάνει με το βουνό, τη θάλασσα, τα ποτάμια, τις λίμνες και γενικά με δραστηριότητες στη φύση», εξηγεί.

Η σχολή ήταν στη Δανία, αλλά η εκπαίδευση έγινε στη Σουηδία και τη Νορβηγία. Παράλληλα, εργαζόταν ως δασκάλα κολύμβησης, κάνοντας μαθήματα σε παιδιά από μηδέν έως οκτώ ετών. Η συγκεκριμένη δουλειά ήταν, μάλιστα, αυτή που της επέτρεψε να κυνηγήσει το όνειρό της, καθώς έλαβε τη διαβεβαίωση ότι η θέση της στην πισίνα και οι μικροί κολυμβητές της θα την περίμεναν, όταν θα επέστρεφε.

Γιατί όμως ένα τέτοιο ταξίδι; Η ίδια δυσκολεύεται να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση. «Απλώς ήθελα να το κάνω. Δεν υπήρχε κάτι πιο βαθύ. Και επιπλέον ίσως να μην υπήρχε ξανά το περιθώριο στη ζωή μου να λείψω τόσο μεγάλο διάστημα από τη δουλειά και να μπορέσω να επιστρέψω και πάλι εκεί», υπογραμμίζει. Η απόφαση αυτή εντάσσεται, όπως λέει, και σε μια ευρύτερη αλλαγή στη ζωή της. «Νομίζω ότι όταν ήμουν πιο μικρή, ήμουν πολύ πιο προσεκτική. Έκανα μια πολύ συντηρητική καριέρα. Πήγα στο πανεπιστήμιο, μετά ξεκίνησα να εργάζομαι, έβγαζα λεφτά, είχα το ενοίκιο για το σπίτι μου… Αυτά τα φυσιολογικά στάδια που ζει ένας άνθρωπος. Όμως όσο μεγάλωνα ήθελα κάτι άλλο. Γι’ αυτό άλλαξα και καριέρα, γι’ αυτό σταμάτησα να δουλεύω, γι’ αυτό ήρθα πρόπερσι στην Ελλάδα για έναν χρόνο, για να ανεβαίνω κάθε εβδομάδα στο βουνό. Νομίζω ότι είμαι πιο τολμηρή τώρα απ’ ό,τι ήμουν στα 25 μου», τονίζει.

Οι αντιδράσεις και η προετοιμασία

Λίγο καιρό αργότερα, η απόφαση ελήφθη και η Μαριλένα την ανακοίνωσε στους γονείς της. «Ο πατέρας μου είπε “τι ωραία ιδέα” και η μαμά μου “πω πω, γιατί μου το κάνεις αυτό!”. Δύο εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις, αλλά στο βάθος ήξεραν ότι μπορούσα να τα καταφέρω. Σίγουρα το έβρισκαν επικίνδυνο και ίσως δεν κοιμήθηκαν πολύ καλά αυτούς τους δύο μήνες. Πιστεύω όμως ότι το γεγονός πως η διαδρομή ήταν στην Ευρώπη το έκανε λίγο πιο εύκολο για εκείνους», αναφέρει.

Έτσι, ετοίμασε τα πράγματά της, συνολικού βάρους 40 κιλών: τέσσερις τσάντες με ρούχα, μπουκάλια με νερό, φαγητό, κατσαρολάκι και γκαζάκι, είδη πρώτων βοηθειών, εργαλεία για να επισκευάσει το ποδήλατό της αν χρειαστεί και, φυσικά, την… αιώρα της. «Κοιμόμουν σχεδόν σε όλο το ταξίδι σε αιώρα, την οποία έστηνα στο δάσος. Κάποιες φορές έκανα ελεύθερο κάμπινγκ και μερικές άλλες έμενα στις αυλές σπιτιών, τις οποίες έβρισκα μέσα από διάφορες εφαρμογές και σελίδες. Ο κόσμος ανεβάζει τη διεύθυνσή του και σου δίνει ουσιαστικά τη δυνατότητα να πας και να μείνεις στην αυλή του για μία νύχτα, ενώ συνήθως σου επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις και το ντους. Αυτό το χρησιμοποίησα αρκετά στη Γερμανία και την Τσεχία. Γνώρισα υπέροχους και πολύ φιλόξενους ανθρώπους», λέει η ποδηλάτισσα. Στις μεγάλες πόλεις, πάντως, επέλεγε να μένει σε χόστελ, ώστε να κάνει ένα μικρό διάλειμμα, να απολαύσει ένα μπάνιο και να πλύνει τα ρούχα της.

Το εντυπωσιακό είναι πως το φιλόδοξο σχέδιό της δεν είχε αποτυπωθεί εκ των προτέρων σε έναν χάρτη. Με εξαίρεση μία συγκεκριμένη στάση στη Ριέκα της Κροατίας, όπου είχε προγραμματίσει να περάσει λίγες ημέρες με φίλους, δεν σχεδίαζε από πριν τις διαδρομές της, παρά μόνο κάθε πρωί, οπότε και αποφάσιζε πού θα ήταν η επόμενη στάση της. «Έκανα περίπου 80 με 120 χιλιόμετρα την ημέρα. Ξεκινούσα το πρωί και, πέρα από πεντάλεπτες στάσεις, σταματούσα το βράδυ. Οπότε κοιτούσα ένα σημείο που να είναι περίπου στα 100 χιλιόμετρα από εκεί που είχα ξυπνήσει και, φυσικά, προς την κατεύθυνση της Ελλάδας», εξηγεί.

Το ταξίδι και τα απρόοπτα

«Απλώς μία μέρα έφυγα από το σπίτι στη Δανία και άρχισα να κάνω ποδήλατο. Ήταν τόσο απλό», περιγράφει η κ. Καραντινινή το ξεκίνημα του ταξιδιού της. Με πλοηγό μία εφαρμογή σχεδιασμένη για ποδηλατικές διαδρομές, απέφευγε τους αυτοκινητοδρόμους. Αφού συνήθισε την αίσθηση ότι κάποιες φορές μπορεί να τύχει ένα λεωφορείο να περάσει ξυστά από δίπλα της, άρχισε να απολαμβάνει και τις αντιδράσεις των οδηγών, οι οποίοι, βλέποντάς την φορτωμένη, την εμψύχωναν και της έδιναν κουράγιο. «Πολλοί κατέβαζαν το παράθυρο για να μου πουν “το ‘χεις!”, “θα τα καταφέρεις!”. Άλλοι με ρωτούσαν αν χρειάζομαι κάτι, ενώ κάποιες φορές μου ζητούσαν το Instagram μου για να με ακολουθήσουν», λέει και θυμάται ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που καλούνταν να απαντήσει ενώ ανέβαινε εξαντλητικές ανηφόρες.

Αν και σε χώρες όπως η Κροατία, το Μαυροβούνιο και η Αλβανία επέλεξε την παραλιακή διαδρομή για να αποφύγει τις μεγάλες ανηφόρες, όπως τονίζει, συνάντησε πολλές και απότομες κλίσεις. «Το Μαυροβούνιο είναι όλο βουνά, η Σλοβενία έχει πάρα πολλές ανηφόρες και κατηφόρες. Από την Αυστρία μπήκα στην Ουγγαρία για να αποφύγω κάποια βουνά», θυμάται.

Αξέχαστο θα της μείνει το γεγονός ότι στην Τσεχία, επειδή η κλίση του δρόμου ήταν πολύ μεγάλη, μία ημέρα έσπρωχνε το ποδήλατο για τρεις ώρες, ενώ κάτι ανάλογο συνέβη, για λίγο μικρότερο διάστημα, και μία άλλη ημέρα στο Μαυροβούνιο. «Το όμορφο με την ανηφόρα είναι ότι μετά συνήθως έχει κατηφόρα», λέει με αισιοδοξία.

Τα εργαλεία που είχε μαζί της χρειάστηκαν, καθώς έπαθε λάστιχο τουλάχιστον τρεις φορές. Η αλυσίδα της, αντίθετα, άντεξε σε όλο το ταξίδι. «Είχα και κάποια προβλήματα με τις ταχύτητες, αλλά δεν μπορούσα να τα φτιάξω μόνη μου, οπότε χρειάστηκε να πάω σε ποδηλατάδικο δύο φορές», σημειώνει.

Σχεδόν σε όλο το ταξίδι επικρατούσαν υψηλές θερμοκρασίες, στην Κροατία ωστόσο βίωσε ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο. «Ξέσπασε ξαφνικά μία πολύ τρομακτική καταιγίδα, με κεραυνούς που έπεφταν ακριβώς δίπλα μου και έπρεπε να σταματήσω αμέσως και να βρω κάπου να μείνω. Εκείνη την ημέρα έκανα ποδήλατο μόνο τη μισή μέρα. Το επόμενο πρωί, βέβαια, ήταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Βγήκε ο ήλιος και συνέχισα», αναφέρει.

Από την Κροατία έχει να θυμάται ακόμη ένα δύσκολο περιστατικό. «Σύμφωνα με τον πλοηγό μου, ο δρόμος που επέλεξα ήταν χωματόδρομος. Στην πραγματικότητα, όμως, υπήρχαν κάτι βράχια και αναγκάστηκα να ξεφορτώσω το ποδήλατο και να το κουβαλήσω στα χέρια για δύο χιλιόμετρα. Μετά γύρισα πίσω και κουβάλησα ξεχωριστά τις τσάντες», λέει.

Στη Γερμανία, πάλι, έζησε μία στιγμή που τη σημάδεψε. «Κινούμουν σε ένα δάσος και ξαφνικά είδα ένα σήμα που έλεγε να μην βγούμε από το μονοπάτι, επειδή πιθανόν να υπάρχουν νάρκες έξω από αυτό. Και, καθώς συνέχιζα, ξαφνικά βρήκα ένα αγριογούρουνο, μία μαμά που θήλαζε τα μωρά της. Επειδή δεν μπορούσα να βγω από το μονοπάτι, δεν είχα πολλές επιλογές, οπότε απλά έκανα αρκετό θόρυβο και εκείνη έφυγε», επισημαίνει.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο ίδιο μονοπάτι υπήρχαν πεσμένα δέντρα και χρειάστηκε να κουβαλήσει το ποδήλατο, με τα 40 κιλά φορτίου, πάνω από αυτά. Στη συνέχεια άρχισε να βρέχει, ενώ το αποκορύφωμα ήταν όταν γλίστρησε το ποδήλατο και έπεσε. «Τέτοια πράγματα δεν έγιναν πάρα πολλά, αλλά είναι ένα μέρος της περιπέτειας. Και σχεδόν πάντα, όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, είτε γνώριζα κάποιον που με βοηθούσε είτε, επειδή είχα αργήσει να φτάσω εκεί που είχα υπολογίσει, έφτανα κάπου αλλού και έβλεπα κάτι πάρα πολύ όμορφο. Οπότε σχεδόν πάντα το έβλεπα σαν καλή τύχη, ακόμα κι αν στην αρχή φαινόταν πολύ άσχημο», λέει με συγκίνηση.

Η ατρόμητη «φοβητσιάρα»

Με μοναδικό στόχο να φτάσει στο αγαπημένο της Λιτόχωρο ποδηλατώντας, η Μαριλένα Καραντινινή δεν ρίσκαρε να της κλέψουν το μεταφορικό της μέσο. Έτσι, τα σημεία όπου επέλεγε να στήσει την αιώρα της ήταν μακριά από κατοικημένες περιοχές, με το ποδήλατο πάντα καλά κλειδωμένο. «Γενικά είμαι πολύ φοβητσιάρα. Φοβάμαι όλη την ώρα, απλώς έχω πάρει την απόφαση να κάνω τα πράγματα, ακόμα κι αν φοβάμαι. Κάνα δυο φορές άκουσα θορύβους από ζώα και τρόμαξα. Είχα κάνει όμως την έρευνά μου και για παράδειγμα στη Σλοβενία, που έχει πάρα πολλές αρκούδες, δεν κοιμήθηκα καθόλου έξω. Σε άλλες χώρες, όμως, όπου ήξερα ότι μπορεί να υπάρχουν μόνο άλογα ή ελάφια, επέλεξα να κοιμηθώ μόνη μου στο δάσος και δεν έγινε τίποτα», αναφέρει.

Μία στιγμή απόγνωσης βίωσε στην Ουγγαρία, όταν και πάλι ο πλοηγός της την οδήγησε σε ένα χωριό, όπου υπολόγιζε να μείνει σε ένα κάμπινγκ. Μόνο που το κάμπινγκ είχε κλείσει οριστικά δύο χρόνια νωρίτερα. «Ήταν 11 το βράδυ και δεν είχα πού να στήσω. Ευτυχώς, βρήκα ένα ζευγάρι στον δρόμο που είχε βγει βόλτα με τον σκύλο του. Τους ρώτησα πού θα μπορούσα να μείνω και με φιλοξένησαν. Ήταν πάρα πολύ καλοί άνθρωποι και περάσαμε πολύ όμορφα μαζί», υπογραμμίζει.

Κάποιες στιγμές σαν κι αυτές, πάντως, η ποδηλάτισσα έβαζε τα κλάματα. Τις προσπερνούσε όμως γρήγορα και -όπως λέει, δεν μοιραζόταν εκείνη τη στιγμή όσα ζούσε με τους δικούς της ανθρώπους. «Συνήθως, όταν γίνονταν αυτά τα δραματικά, είτε δεν είχα σήμα είτε ήταν μία ώρα που δεν ήθελα να ανησυχήσω κανέναν. Οπότε πολύ συχνά απλά τα ζούσα μόνη μου. Μέσα στο άγχος μου δεν ήθελα να χρειάζεται να διαχειριστώ και τα συναισθήματα των άλλων, που θα αγχώνονταν με αυτό που ζούσα. Τους έπαιρνα συνήθως μετά και τους το έλεγα όταν ήμουν έτοιμη να γελάσω κι εγώ με αυτά που είχαν γίνει, ώστε να γελάσουμε μαζί», λέει χαρακτηριστικά.

Ο τερματισμός και ο νέος στόχος

Τα πιο σημαντικά δάκρυα, πάντως, τα έχυσε αφού μπήκε στην Ελλάδα και βρέθηκε στο αγαπημένο της βουνό. «Την τελευταία μέρα, ενώ έκανα ποδήλατο και περνούσα πάνω από τον Όλυμπο για να φτάσω στο Λιτόχωρο, μπορεί να έκλαψα πέντε-έξι φορές. Από χαρά, από συγκίνηση, από την ομορφιά, από το ότι ένιωθα πως έφτανα επιτέλους στον στόχο μου», τονίζει. «Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που είχα φτάσει επιτέλους και αντικρίζοντας τον Όλυμπο γέμισα με καινούργια ενέργεια. Οι τελευταίες ώρες που έκανα ποδήλατο ήταν σαν ένα όνειρο. Δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε πόνο ούτε κούραση. Ήταν απλώς σκέτη ευτυχία», συμπληρώνει.

Εκεί την περίμενε ο πατέρας της μαζί με την αντιδήμαρχο Λιτοχώρου, γεγονός που τη συγκίνησε ακόμη περισσότερο. Το πρώτο βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκε από την ενέργεια που είχε, ενώ περιγράφει το αίσθημα σαν να επιπλέει ή να ίπταται πάνω σε ένα συννεφάκι.

Η Μαριλένα Καραντινινή ετοιμάζεται πλέον για το ταξίδι της επιστροφής στη Δανία την ερχόμενη Πέμπτη. Αυτή τη φορά, τόσο η ίδια όσο και το ποδήλατό της θα ταξιδέψουν με αεροπλάνο. Το ποδήλατο, όμως, δεν πρόκειται να μείνει για πολύ καιρό ανενεργό, αφού στα σχέδιά της είναι ήδη ένα νέο, μεγαλύτερο ταξίδι…