Μ. Συντυχάκης : Νομοσχέδιο για τα περιφερειακά κανάλια: Συγκέντρωση της «πίτας», ακόμα πιο ασφυκτικός έλεγχος της ενημέρωσης

Στο «πιάτο» μεγαλοεπιχειρηματιών έρχεται να προσφέρει τα περιφερειακά μέσα ενημέρωσης η κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο για την «αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις», που εισήχθη προς συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.

Πίσω από τα μεγάλα λόγια των εισηγητών της ΝΔ περί «διαφάνειας», «θέσπισης κανόνων», «υγιούς διαδικασίας αδειοδότησης» και «ευταξίας στο τοπίο των ΜΜΕ της περιφέρειας», που «θα τα ενισχύσει και θα τους δώσει την δυνατότητα να αναπτυχθούν», καλύφθηκε και έμεινε αναπάντητο το ερώτημα «ενημέρωση από ποιον και για ποιον;», και κουκουλώθηκε η πρόθεση συγκέντρωσης της «πίτας» σε λίγα χέρια.

Στο σκοτάδι έμειναν και οι αντεργατικές πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως αυτή για το ελάχιστο προσωπικό που τίθεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας, το οποίο μπορεί να απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους ή μερικής απασχόλησης, καθώς και με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Μπορεί να αποτελεί προσωπικό ανεξάρτητων εταιρειών παραγωγής στις οποίες ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, να αποτελεί προσωπικό συνδεδεμένων επιχειρήσεων ή ακόμα ακόμα και να μην το διαθέτει καθόλου ο διεκδικητής της άδειας, αλλά να καταθέσει απλά μια υπεύθυνη δήλωση ότι θα το προσλάβει εν ευθέτω χρόνω…

Ο βουλευτής του ΚΚΕ, Μανώλης Συντυχάκης, σημείωσε ότι με το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου τα περιφερειακά τηλεοπτικά κανάλια, όπως και τα πανελλαδικά, θα ανήκουν πλέον σε μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ ανοίγεται και δρόμος για ευρύτερες συμπράξεις με στόχο την περαιτέρω συγκεντροποίηση σε λίγα χέρια μέσω της δικτύωσης, κάτι που σημαίνει ότι «τα μικρότερα κανάλια δεν θα μπορέσουν να αντέξουν τον ανταγωνισμό».

Ο Μ. Συντυχάκης στηλίτευσε, ακόμα, τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ότι οι όροι χορήγησης των αδειών που προβλέπει το νομοσχέδιο δήθεν «διασφαλίζουν τη διαφάνεια, τη δημοσιότητα» και «την ίση μεταχείριση», εξηγώντας πως οι επιχειρηματικοί όμιλοι θα είναι αυτοί που θα «λυμαίνονται» τις άδειες και οι οποίοι «αποτελούν τη μήτρα της διαπλοκής και της διαφθοράς». Πρόσθεσε, δε, ότι η διαφθορά πηγάζει ακριβώς από το γεγονός ότι συχνότητες και κανάλια ανήκουν σε εφοπλιστές και βιομηχάνους «που κυνηγούν το κέρδος με όλους τους τρόπους και διαπλέκονται με το αστικό κράτος και το πολιτικό του προσωπικό». Κατήγγειλε, επίσης, το γεγονός ότι πουθενά στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει τη χορήγηση περιφερειακής τηλεοπτικής σε μεγαλοεπιχειρηματίες που κατέχουν κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας.

Στη συνέχεια, ανέδειξε τις συνέπειες που υπάρχουν στην ενημέρωση του λαού, όταν μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι κατέχουν περιφερειακά ή πανελλαδικά κανάλια για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.

«Η ενημέρωση στα χέρια επιχειρηματικών συμφερόντων αυτομάτως σημαίνει και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής, των στόχων αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού, με μοναδικό στόχο τον εγκλωβισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας για να μην μετατραπεί σε ακόμα μεγαλύτερη αμφισβήτηση της κυρίαρχης πολιτικής», ανέφερε χαρακτηριστικά, κάνοντας λόγο και για την κατάσταση που επικρατεί αυτήν τη στιγμή με τα «νέα» και «παλιά» κόμματα του συστήματος που υπηρετούν την ίδια επικίνδυνη, αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική που εφαρμόζεται διαχρονικά. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε πως δεν υπάρχει αντικειμενικότητα και πολυφωνία, συμπληρώνοντας πως «ούτε η κρατική ΕΡΤ είναι αντικειμενική».

«ΚΚΕ πουθενά… Ούτε θέσεις, ούτε οι πλούσιες δραστηριότητες του ΚΚΕ, οι καθημερινές παρεμβάσεις του μέσα και έξω από τη Βουλή», υπογράμμισε και κατέκρινε την ελλιπή και δυσανάλογη με τα εκλογικά ποσοστά του εκπροσώπηση του ΚΚΕ στα τηλεοπτικά κανάλια, σημειώνοντας πως την ίδια στιγμή υπερεκπροσωπούνται κόμματα. Κατέκρινε και την έμμεση καταστρατήγηση της αρχής της αναλογικότητας «μέσω της πρόσκλησης σε εκπομπές συγκεκριμένων δημοσιογράφων ή δημοσιολογούντων που πρόσκεινται στο ένα ή στο άλλο κόμμα και ουσιαστικά αναπαράγουν την κυρίαρχη πολιτική αντιπαράθεση χωρίς αντίλογο».

Ο Μ. Συντυχάκης χαρακτήρισε αποπροσανατολιστικό τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι τάχα «σκοπός του κράτους είναι να εξασφαλίσει αντικειμενικότητα και ποιοτικό πρόγραμμα», διότι «η αντικειμενική πληροφόρηση, η ελευθερία της δεοντολογίας, της ηθικής και της ενημέρωσης φτάνει μέχρι εκεί που δεν απειλείται, δεν αμφισβητείται το σάπιο και διεφθαρμένο σύστημα», το οποίο αντιπαλεύουν οι δυνάμεις του ΚΚΕ και τα ταξικά συνδικάτα σε καθημερινή βάση.

Ακόμα, υπογράμμισε πως ο παραπάνω κυβερνητικός ισχυρισμός αποτελεί πρόκληση σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας, φέρνοντας μια σειρά από παραδείγματα πρόσφατων ιμπεριαλιστικών πολεμικών συγκρούσεων των οποίων η αλήθεια έχει αποδειχθεί ότι είναι «το πρώτο θύμα» και αποκαλύπτοντας, μεταξύ άλλων: «Ποινικοποιείται ακόμη και η πρόθεση του δημοσιογράφου να ερευνήσει κάτι που δεν είναι “εγκεκριμένο”!

Μέχρι και άρση της διαπίστευσης μπορεί να γίνει ακόμα και για «προσπάθεια συλλογής μη εγκεκριμένης πληροφορίας». Διευκρίνισε ότι αυτή η «φίμωση» επικρατεί και στις ΗΠΑ, αλλά και στην ΕΕ, όπου «ενισχύεται το πλαίσιο της λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας των δημοσιογράφων, ειδικά για ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση “κρίσεων”», ενώ εντείνεται και η κρατική λογοκρισία, με αποτέλεσμα να μην γίνεται καμία κουβέντα για την αιτία που γεννά τους πολέμους, δηλαδή «τα συμφέροντα που συγκρούονται για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς», και για τις επιδιώξεις της αστικής τάξης που παρουσιάζονται ως «εθνικό συμφέρον».

Τέλος, στα ιδιωτικά ή κρατικά μέσα ενημέρωσης που αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική και ελέγχονται από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, αντέταξε εκείνες τις πηγές ενημέρωσης, όπως ο «Ριζοσπάστης», ο «Οδηγητής» και ο «902.gr», που αποκαλύπτουν την αλήθεια και αποκωδικοποιούν τις εξελίξεις με κριτήριο τις ανάγκες των εργαζομένων και επιβεβαιώνουν ότι ο λαός έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στις εξελίξεις. Ξεκαθάρισε ότι για το ΚΚΕ «το δικαίωμα στην ενημέρωση, την ψυχαγωγία και τον Πολιτισμό μπορεί να διασφαλιστεί, όταν οι συχνότητες και οι τηλεπικοινωνίες είναι λαϊκή περιουσία και υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες με ριζικές αλλαγές στην εξουσία. Για να εξασφαλιστεί όμως αυτό, προκύπτει η ανάγκη να γίνουν όλα αυτά κοινωνική ιδιοκτησία στο πλαίσιο ενός κράτους που θα κάνει κουμάντο ο ίδιος ο λαός και οι εργαζόμενοι», προσθέτοντας ότι το ΚΚΕ διεκδικεί την ευθύνη για τα Μέση Ενημέρωσης να την έχουν το κράτος, η Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση και οι κοινωνική φορείς.