Μετά το πέρας τον κοινών δηλώσεων του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πορτογάλο ομόλογό του Λουίς Μοντενέγκρο, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου για τον ρόλο του ευρωπαϊκού Νότου και τη συμμετοχή του στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων λέγοντας ότι δεν υπάρχει καλύτερη ένδειξη του πόσο κοντά είναι οι θέσεις Ελλάδας-Πορτογαλίας από την τιμή που του έχει κάνει ο ομόλογός του να ζητήσει να εκπροσωπήσει την Πορτογαλία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όταν χρειάστηκε για λόγους ανωτέρας βίας λόγω φυσικών καταστροφών να μην μπορεί ο ίδιος να συμμετάσχει. Μίλησε για δύο χώρες του Νότου που απέδειξαν ότι μπορούν να ξεπεράσουν με αυτοπεποίθηση μια δύσκολη κρίση και σήμερα πρωταγωνιστούν στην Ευρώπη και ως προς τη δημοσιονομική πειθαρχία και ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης.
«Ειδικά στα θέμα που έθιξε και ο Λουίς έχουμε μία ταυτόσημη προτεραιότητα: θέλουμε περισσότερους πόρους για τα ζητήματα που αφορούν την κλιματική κρίση», τόνισε ο πρωθυπουργός υπογραμμίζοντας την ανάγκη προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που βρίσκεται ήδη εδώ.
Αναφέρθηκε στην ανάγκη ο τουριστικός κλάδος και των δύο χωρών να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα αλλά και στις προκλήσεις του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου επισημαίνοντας ωστόσο ότι «κανείς δεν πρόκειται να είναι απολύτως ευχαριστημένος από την κατάληξη αυτής της διαπραγμάτευσης» και υπογραμμίζοντας την ανάγκη να γίνουν από όλους κάποιες υποχωρήσεις, με κόκκινες γραμμές τη συνοχή και την κοινή αγροτική πολιτική.
«Συμφωνώ απόλυτα με τον Λουίς ότι θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος θα αποπληρώσουμε τώρα τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης», είπε επίσης ο πρωθυπουργός επιχειρηματολογώντας επί δύο πολύ σημαντικών λόγων.
Σε ερώτηση για το κατά πόσο νιώθουν οι δύο πρωθυπουργοί ότι έχουν επουλωθεί τα τραύματα της κρίσης ο Κυρ. Μητσοτάκης θέλησε να κάνει μια πολύ σύντομη σύγκριση του τρόπου με τον οποίο Ελλάδα και Πορτογαλία ξεπέρασαν τη μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση που χτύπησε τις δύο χώρες πριν από 15-16 χρόνια.
«Η Πορτογαλία χρειάστηκε ένα μνημόνιο, ένα πρόγραμμα για να μπορέσει να βγει από την κρίση, η Ελλάδα χρειάστηκε τρία και η κοινωνίας της υπέφερε για σχεδόν μία δεκαετία. Και η βασική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών είναι η εξής: στην Πορτογαλία οι βασικές πολιτικές δυνάμεις κατάφεραν και συνεννοήθηκαν αμέσως σχετικά με τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις τις οποίες έπρεπε να υλοποιήσουν και δεν μπήκαν στον πειρασμό να τις υπονομεύσουν, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητά τους. Αυτό δυστυχώς στην πατρίδα μου δεν έγινε. Κι αυτός είναι ο λόγος που χρειαστήκαμε τρία προγράμματα και όχι ένα, και που η Ελλάδα υστέρησε σημαντικά σε σχέση με την Πορτογαλία ως προς τη σύγκλιση με την Ευρώπη την τελευταία δεκαετία», τόνισε.
Επεσήμανε ότι ευτυχώς τα τελευταία εφτά χρόνια έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να αφήσουμε αυτές τις δύσκολες εποχές πίσω μας. Υπογράμμισε ότι κάτι που ενώνει τις δύο χώρες είναι ότι είναι υπέρμαχες της δημοσιονομικής σταθερότητας και απέναντι σε οποιαδήποτε φωνή υπόσχεται παροχές χωρίς αντίκρισμα και χωρίς να μπορούν αυτές οι παροχές να πληρωθούν από έναν προϋπολογισμό με συγκεκριμένα όρια.
Ο πρωθυπουργός κλείνοντας τόνισε ότι θα ήταν εύκολο να προσπαθούν να είναι ευχάριστοι μοιράζοντας χρήματα αλλά οι συνέπειες γι αυτό που κατακτήθηκε με τόσο κόπο θα ήταν δραματικές.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
