Γεώργιος Βιζυηνός: Ο κορυφαίος Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος

Από τους θεμελιωτές του ελληνικού διηγήματος και σημαντικός πρόδρομος της ψυχολογικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, ο Γεώργιος Βιζυηνός συνδύασε με το έργο του προσωπικές εμπειρίες με έντονη ψυχολογική ανάλυση και ζωντανή απεικόνιση της λαϊκής ζωής.

Ο Βιζυηνός έγινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματά του, όπως το «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», που χαρακτηρίζονται από ευαισθησία, ανθρωπιά και βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής.

Ψυχογραφική είναι η τέχνη του Βιζυηνού, σε όλα τα διηγήματα και τις νουβέλες του. Παρατηρεί ο ποιητής και κριτικός Β. Αθανασοπουλος στο τεύχος 1664 του περιοδικού Νεα Εστία. Ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής όσο λίγοι, προσθέτει, μας έδωσε διηγήματα, όπου οι ψυχολογικές προεκτάσεις τους, ο μύθος τους και η σπονδύλωση τους, η εμβέλεια τους, η δραματικότητα τους και η ανθρωπιά τους δε φαίνεται να έχουν προηγούμενο στη λογοτεχνία μας. Οργάνωσε τον λόγο του κατά τέτοιον τρόπο ο Βιζυηνός, ώστε τα φύτρα του, η ευρωστία του, η ζωντάνια και η δραματικότητα του, να μας εντυπωσιάζουν και να μας κερδίζουν. Η παιδική και εφηβική ηλικία του είναι εκείνες όπου αντλεί τα θέματα του. Προπάντων η βασανισμένη ηλικία των παιδικών των χρόνων. Και η τραγωδία του: η δική του και της πατρικής του οικογένειας.

https://www.youtube.com/watch?v=9VyJNsSziX0&list=RD9VyJNsSziX0&start_radio=1

Στην εποχή του ο Βιζυηνός αγνοήθηκε ως λογοτέχνης- και κυριότερα ως πεζογράφος, μια και ως ποιητής, πρωτοεμφανιζόμενος τουλάχιστον, τιμήθηκε με δυο βραβεία του Βουτσιναίου Πανεπιστημιακού διαγωνισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι κέρδισε την αποδοχή των κριτικών της εποχής του: το αντίθετο μάλλον συνέβη, επειδή τα βραβεία προκάλεσαν μίαν αντίδραση ή και την αντιπάθεια των λογοτεχνικών κύκλων. Συχνά ο Βιζυηνός δέχτηκε επιθέσεις από τον τύπο, αποτελώντας μάλιστα και θέμα των γελοιογράφων. Για πολλούς ήταν ένας ανατολίτης, ενας τουρκομερίτης με χαρακτηριστικά Μογγόλου: λοξά μάτια, τσιγκελωτό προς τα κάτω μεγάλο μουστάκι, προτεταμένα μήλα και ενοχλητικά συριστική φωνή. Τους ειχε ενοχλήσει η αρχικά καλή του τύχη που του έδωσε για προστάτη έναν μαικήνα, τον Κωνσταντινουπολιτη τραπεζίτη Γεώργιο Ζαρίφη, που χρηματοδοτούσε τις σπουδές του, αλλά και τις πολυτελείς εκδόσεις των ποιημάτων του. Εύρισκαν επίσης γελοία την επιμονή του να απαγγέλει ποιήματα του στην αίθουσα του Παρνασσού αλλά και σε διάφορα σαλόνια.

Οι παλαιότεροι βιογράφοι του Βιζυηνού, μας μίλησαν για το ξύπνημα της νιότης του και την ερωτική «σκανδαλώδη» ζωή του στην Κύπρο. Σημειώνει ο Κώστας Θρακιωτης στο περιοδικό Θρακικά χρονικά. Εκεί έτυχε να γνωρίσει και την όμορφη γειτονοπούλα του την Μπετινα Φραβασίλη κορίτσι δεκατεσσάρων χρονών. Ο ποιητής άρχισε να την πολιορκεί με γλυκόλογα αισθηματικά. Ετσι τον έπιασαν μια νύχτα να σκαρφαλώνει ιπποτικότατα τον τοίχο του σπιτιού της αγαπημένης του. Σκάνδαλο φοβερό και θανάσιμο. Ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος του επέβαλε αυστηρή τιμωρία: σαράντα μέρες νηστεία με ξερό ψωμί και νερό μονάχα, εκατό πενήντα μετάνοιες κάθε βράδυ και τρεις φορές την ημέρα να διαβάζει τον Μεγάλο απόδειπνο. Κι όχι πως δεν συμπαθούσε, όπως τονίζουν οι βιογράφοι του, το ζωηρό εκείνο καλογεροπαίδι. Τον προόριζε για δάσκαλο και ήθελε να τον χειροτονήσει διάκο. Μα ο ποιητής που είχε συνείδηση των ευθυνών και των πράξεων του, άρχισε από τότε να αντιλαμβάνεται πως το ράσο δεν ήταν στα μέτρα του και πως έπρεπε να αποχειραφετηθει από αυτό. Τις σκέψεις του για την αποδέσμευση του από το ιερατείο τις εξομολογήθηκε στον έμπιστο φίλο του αρχιμανδρίτη Ιωανίκιο. Το όνειρο του ήταν να μάθει γράμματα και να αφοσιωθεί σε αυτά κι όχι να γίνει ιερωμένος…

Στις 14 Απριλίου του 1892, ο Βιζυηνός μπήκε στο Δρομοκαΐτειο από όπου δεν θα βγαινε παρά νεκρός, ύστερα από τέσσερα χρόνια. Ακριβώς στις 15 του Απρίλη του 1896. Ο Γεώργιος Βιζυηνός πέθανε από γενική παράλυση με φαινόμενα κινητικής αταξίας. Ο ποιητής άφησε τη ζωή του για να περάσει στην αθανασία .