1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Ερωτήσεις και απαντήσεις από τον ψυχολόγο Γιώργο Σφακιανάκη

Αγαπητοί αναγνώστες,

Η καθημερινότητα όλων μας είναι γεμάτη σκέψεις, συναισθήματα, δυσκολίες, αλλά και αναζητήσεις. Συχνά έχουμε ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις μας, την οικογένεια, τα παιδιά, το άγχος, την αυτοεκτίμηση ή τις προκλήσεις της σύγχρονης ζωής.

Μέσα από αυτή τη στήλη θα έχουμε την ευκαιρία να συζητούμε μαζί, με εχεμύθεια, σεβασμό και επιστημονική τεκμηρίωση, θέματα που μας απασχολούν. Στόχος δεν είναι να δώσουμε «έτοιμες λύσεις», αλλά να προσφέρουμε κατανόηση, γνώση και χρήσιμες κατευθύνσεις που μπορούν να βοηθήσουν στην προσωπική μας πορεία. Επίσης, εννοείται ότι η αλληλεπίδραση αυτή δεν μπορεί κι ούτε έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει ή υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη ψυχοθεραπεία.

Σας προσκαλώ να μοιραστείτε τις σκέψεις και τους προβληματισμούς σας. Κάθε ερώτημα αξίζει προσοχής, γιατί πίσω από κάθε ερώτηση υπάρχει ένας άνθρωπος.

Όποιος επιθυμεί, μπορεί να του στέλνει στο mail του, [email protected], ερωτήματα (αναφέροντας σαν «Θέμα» του mail: Ερώτηση για την «Πατρίδα»). Με τις ερωτήσεις-απαντήσεις να δημοσιεύονται στην επόμενη κυκλοφορία της εφημερίδας.

Εννοείται υπάρχει σεβασμός στο απόρρητο και θα διατηρείται η ανωνυμία του κάθε ατόμου.

Παρακάτω δημοσιεύουμε τα ερωτήματα που μας έστειλαν αναγνώστες με τις απαντήσεις τους.

«Γιατί πάντα ερωτεύομαι ανθρώπους που δεν είναι διαθέσιμοι συναισθηματικά; Όταν κάποιος με θέλει πραγματικά, εγώ κάπως ξενερώνω».

Καλησπέρα σας. Αυτό που περιγράφετε μπορεί να είναι αρκετά μπερδεμένο: από τη μία να θέλετε μια σχέση και από την άλλη, όταν κάποιος σας δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον, να νιώθετε ότι κάτι μέσα σας τραβιέται πίσω. Κι είναι σίγουρα αρκετά λογικό τότε να αναρωτιέστε «γιατί θέλω πάντα αυτό που δεν μπορώ να έχω;».

Ξέρετε, όμως, μερικές φορές, η έντονη έλξη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει και μεγαλύτερη συναισθηματική συμβατότητα. Η αβεβαιότητα, η προσμονή και η προσπάθεια να κερδίσουμε το ενδιαφέρον ενός ανθρώπου μπορούν καμιά φορά να δημιουργήσουν πολύ έντονα συναισθήματα. Όταν, αντίθετα, κάποιος είναι διαθέσιμος και η σχέση αρχίζει να γίνεται πιο ασφαλής, μπορεί να μην υπάρχει η ίδια «ένταση» – και αυτή η ηρεμία να μπερδεύεται με έλλειψη έλξης.

Αξίζει επίσης να αναρωτηθείτε τι σας είναι πιο οικείο στις σχέσεις. Μήπως έχετε μάθει, με κάποιον τρόπο, να συνδέετε την αγάπη με την προσπάθεια, την αβεβαιότητα ή την ανάγκη να αποδείξετε την αξία σας; Ή μήπως η πραγματική εγγύτητα σάς κάνει πιο ευάλωτους απ’ όσο θα θέλατε; Δεν σημαίνει ότι ισχύει απαραίτητα κάτι από αυτά -άλλωστε η κάθε περίπτωση είναι και διαφορετική. Τα παραπάνω είναι απλώς ερωτήματα που μπορούν να ανοίξουν έναν ενδιαφέροντα δρόμο αυτοπαρατήρησης.

Φυσικά βέβαια, δε χρειάζεται να πιέσετε τον εαυτό σας να θέλει κάποιον μόνο επειδή σας θέλει. Δε γίνεται αυτό άλλωστε. Αν όμως παρατηρείτε ότι αυτό επαναλαμβάνεται σαν ένα μοτίβο και καταλήγει να σας δυσκολεύει στις σχέσεις σας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να σας βοηθήσει να καταλάβετε τι βρίσκεται πίσω από αυτό και, κυρίως, τι πραγματικά χρειάζεστε από μια σχέση.

«Γιατί αισθάνομαι υπεύθυνη για τα συναισθήματα όλων των άλλων; Αν κάποιος είναι στενοχωρημένος, σκέφτομαι αμέσως τι έκανα εγώ και πώς μπορώ να τον κάνω να νιώσει καλύτερα».

Γεια σας. Αυτό που περιγράφετε μοιάζει σίγουρα αρκετά κουραστικό, καθότι σας βάζει διαρκώς σε μια θέση όπου πρέπει να «διορθώσετε» εσείς το συναίσθημα του άλλου. Και όταν κάποιος είναι στενοχωρημένος, αντί να σκεφτείτε πρώτα «τι του συμβαίνει;», το μυαλό σας πηγαίνει αυτόματα στο «μήπως έκανα κάτι εγώ;».

Μερικές φορές, πίσω από κάτι τέτοιο υπάρχει μια έντονη ανάγκη να διατηρούμε την ηρεμία και τη σταθερότητα στις σχέσεις μας. Ίσως έχετε μάθει (μέσω πρότερων εμπειριών σας) να προσέχετε πολύ τις διαθέσεις των άλλων, να αποφεύγετε τις συγκρούσεις ή να αισθάνεστε ότι, αν κάποιος δεν είναι καλά, κάπως πρέπει να το αναλάβετε εσείς.

Έτσι μπορεί να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο άλλος στενοχωριέται, εσείς αισθάνεστε υπεύθυνη, προσπαθείτε να τον καθησυχάσετε ή να διορθώσετε την κατάσταση, προσωρινά ανακουφίζεστε, αλλά ταυτόχρονα ενισχύεται η πεποίθηση ότι πράγματι ήταν δική σας δουλειά.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διάκριση: μπορείτε να νοιάζεστε για τα συναισθήματα των άλλων χωρίς να είστε υπεύθυνη γι’ αυτά. Μπορείτε να ακούσετε, να δείξετε κατανόηση και να ζητήσετε συγγνώμη όταν πραγματικά έχετε πληγώσει κάποιον, χωρίς να χρειάζεται να αναλάβετε κάθε δυσάρεστο συναίσθημα γύρω σας. Είναι μια λεπτή γραμμή που μπορεί συχνά να είναι δύσκολο να τηρηθεί στην πράξη αλλά αν κατορθωθεί μπορεί να βοηθήσει τα μέγιστα.

Ίσως βοηθήσει να αρχίσετε να παρατηρείτε τη στιγμή που εμφανίζεται αυτόματα η σκέψη «έφταιξα εγώ;». Η διερεύνηση αυτού του μοτίβου, ιδιαίτερα αν σας δυσκολεύει στις σχέσεις σας, μπορεί να γίνει πολύ ουσιαστικά και μέσα από την ψυχοθεραπεία.

«Έχω μάθει να είμαι πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου. Αν κάνω ένα λάθος, μιλάω μέσα μου με τρόπο που δεν θα μιλούσα ποτέ σε έναν φίλο μου. Πώς αλλάζει αυτή η εσωτερική φωνή;»

Γεια σας. Ξέρετε, το ότι αναγνωρίζετε πώς μιλάτε στον εαυτό σας με έναν τρόπο που δεν θα μιλούσατε ποτέ σε έναν φίλο σας είναι ήδη ένα σημαντικό πρώτο βήμα. Η αυστηρή εσωτερική φωνή δεν εμφανίζεται τυχαία. Συχνά έχει μάθει να λειτουργεί σαν ένας τρόπος να μας προστατεύει από το λάθος, την απόρριψη ή την αποτυχία (πχ «αν είμαι αρκετά αυστηρή με τον εαυτό μου, ίσως τα καταφέρω καλύτερα την επόμενη φορά»).

Μόνο που στην πράξη μπορεί τελικά να μας κρατάει σε μια μόνιμη αίσθηση ότι δεν είμαστε αρκετοί.

Η αλλαγή βέβαια δεν γίνεται συνήθως προσπαθώντας απλώς να «σκεφτόμαστε θετικά». Χρειάζεται πρώτα να αρχίσετε να παρατηρείτε αυτή τη φωνή: Τι λέει όταν κάνετε ένα λάθος; Είναι «έκανα ένα λάθος» ή γίνεται αμέσως «είμαι άχρηστη», «πάλι τα κατάφερα χάλια», «ποτέ δεν θα μάθω»; Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί άλλο είναι να αξιολογούμε μια συμπεριφορά και άλλο να καταδικάζουμε ολόκληρο τον εαυτό μας.

Μπορείτε σταδιακά να δοκιμάσετε να απαντάτε σε αυτή τη φωνή όπως θα απαντούσατε πράγματι σε έναν άνθρωπο που αγαπάτε: με ειλικρίνεια, αλλά και με κατανόηση. Όχι βέβαια «δεν πειράζει τίποτα», αλλά «έκανα ένα λάθος, δεν μου αρέσει, όμως αυτό δεν ακυρώνει την αξία μου».

Και ίσως αξίζει να αναρωτηθείτε από πού μάθατε ότι η αυστηρότητα είναι απαραίτητη για να είστε αρκετή. Η εξερεύνηση αυτής της ιστορίας, μέσω ενός κύκλου ψυχοθεραπείας, μπορεί να βοηθήσει ώστε η εσωτερική σας φωνή να γίνει σταδιακά λιγότερο τιμωρητική και περισσότερο υποστηρικτική.

«Γιατί όταν κάποιος μου κάνει ένα κομπλιμέντο δυσκολεύομαι να το πιστέψω, ενώ όταν κάποιος μου κάνει μια αρνητική παρατήρηση την κουβαλάω για μέρες;»

Χαίρετε. Αυτό που περιγράφετε έχει πολύ νόημα και το συναντάμε συχνά όταν η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας δεν συμφωνεί εύκολα με κάτι (θετικό, εν προκειμένω) που ακούμε από τους άλλους.

Ένα κομπλιμέντο μπορεί τότε να «συγκρούεται» με μια εσωτερική πεποίθηση, όπως «δεν είμαι τόσο καλή», που με τη σειρά της δημιουργεί σκέψεις όπως «το λέει απλώς για να είναι ευγενικός» ή «αν με γνώριζε καλύτερα, δεν θα το έλεγε». Αντίθετα, μια αρνητική παρατήρηση μπορεί να ταιριάζει περισσότερο με όσα ήδη πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Έτσι, ο εγκέφαλος μπορεί να της δίνει πολύ μεγαλύτερο βάρος. Είναι ένας τρόπος λειτουργίας που μπορεί να ενισχύεται από τη λεγόμενη «γνωσιακή προκατάληψη», την τάση μας δηλαδή των ανθρώπων να δίνουμε στις πληροφορίες που συμφωνούν με τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις περισσότερη βάση, ιδιαίτερα όταν αφορούν κάτι σημαντικό για εμάς.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο προσωπικό που αξίζει να εξεταστεί: τι σημαίνει για εσάς το να σας βλέπουν θετικά και τι σημαίνει το να σας κρίνουν αρνητικά; Αν, για παράδειγμα, η αποδοχή των άλλων έχει συνδεθεί με την αίσθηση της προσωπικής σας αξίας, μια αρνητική παρατήρηση μπορεί να βιώνεται όχι απλώς ως «κάποιος δεν συμφώνησε μαζί μου», αλλά ως «μήπως τελικά δεν είμαι αρκετή;».

Τελικά, στόχος δεν είναι να πείσετε τον εαυτό σας να πιστεύει κάθε κομπλιμέντο, αλλά να αρχίσετε να δίνετε στα θετικά λόγια τον ίδιο χώρο που ήδη δίνετε στα αρνητικά. Και όταν επίσης μια αρνητική κριτική μένει για μέρες στο μυαλό σας, να μπορείτε να ρωτάτε: «Είναι κάτι που χρειάζεται να μάθω από αυτό ή κάτι που απλώς με πλήγωσε;».

Αν αυτή η δυσκολία με την αυτοεικόνα επαναλαμβάνεται, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσετε από πού έχει διαμορφωθεί και να χτίσετε σταδιακά μια πιο σταθερή σχέση με τον εαυτό σας.

«Έχω απομακρυνθεί από μια φίλη μου μετά από έναν μεγάλο καβγά. Έχουν περάσει δύο χρόνια και ακόμα σκέφτομαι αν έπρεπε να κάνω εγώ το πρώτο βήμα. Πότε αξίζει να ξανανοίγουμε μια πόρτα και πότε πρέπει να αποδεχόμαστε ότι μια σχέση τελείωσε;»

Καλησπέρα. Σίγουρα δεν είναι εύκολο να ξέρετε αν μια σχέση τελείωσε πραγματικά ή αν απλώς έμεινε στη μέση μετά από ένα δύσκολο καβγά. Και μετά από δύο χρόνια, το ερώτημα «μήπως θα έπρεπε να κάνω εγώ το πρώτο βήμα;» μπορεί να παραμένει κι επειδή δεν υπήρξε ίσως ποτέ ένα καθαρό κλείσιμο.

Ίσως βοηθήσει να ξεκαθαρίσετε κάτι: Θέλετε να ξαναμιλήσετε μαζί της ή νιώθετε ότι οφείλετε να το κάνετε; Αν υπάρχει ακόμη ενδιαφέρον και εκτιμάτε τη συγκεκριμένη σχέση, ένα πρώτο βήμα μπορεί να έχει νόημα. Χωρίς όμως να σημαίνει ότι αναλαμβάνετε όλη την ευθύνη για όσα συνέβησαν. Μπορείτε απλώς να αναγνωρίσετε το δικό σας μέρος και να αφήσετε χώρο και στη δική της πλευρά.

Από την άλλη, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η επανασύνδεση δεν θα ήταν απαραίτητα καλή επιλογή – π.χ. αν στη σχέση υπήρχε επαναλαμβανόμενη απαξίωση, έλλειψη σεβασμού ή ένα μοτίβο που σας πλήγωνε και δεν άλλαζε. Εκεί, το ζητούμενο δεν είναι απλώς αν «λείπει» ο άλλος, αλλά αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια διαφορετική σχέση από αυτή που είχατε.

Και κάτι ακόμα σημαντικό: δεν είναι απαραίτητο να είστε βέβαιη για το αποτέλεσμα για να στείλετε ένα μήνυμα. Μπορείτε να κάνετε μια μικρή, ειλικρινή κίνηση χωρίς να απαιτείτε να ξαναγίνετε φίλες όπως πριν. Η απάντησή της ή κι η απουσία απάντησης- θα σας δώσει στη συνέχεια μια πραγματική πληροφορία για το αν υπάρχει έδαφος για επαφή.

Αν βλέπετε ότι αυτό το «μήπως έφταιγα;» σας κρατάει εγκλωβισμένη για χρόνια, ίσως αξίζει να το επεξεργαστείτε λίγο βαθύτερα. Όχι απαραίτητα για να αποφασίσετε αν θα επιστρέψετε σε αυτή τη σχέση, αλλά για να μπορέσετε να συμφιλιωθείτε με ό,τι συνέβη.

«Γυρίζω από τη δουλειά και δεν έχω ενέργεια ούτε για τα βασικά. Τα Σαββατοκύριακα χρειάζομαι σχεδόν όλο το Σάββατο για να συνέλθω. Πώς καταλαβαίνουμε ότι απλώς κουραστήκαμε και πότε μιλάμε για burnout;»

Καλησπέρα. Η κούραση μετά από μια απαιτητική μέρα είναι φυσιολογική. Όταν όμως η εξάντληση γίνεται σχεδόν μόνιμη και χρειάζεστε το μεγαλύτερο μέρος του Σαββατοκύριακου μόνο και μόνο για να επανέλθετε, αξίζει μάλλον να την πάρετε λίγο πιο σοβαρά.

Το burnout δεν είναι απλώς «είμαι πολύ κουρασμένη». Είναι ένα φαινόμενο που σχετίζεται με χρόνιο εργασιακό στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Συνήθως περιλαμβάνει έντονη εξάντληση, μεγαλύτερη ψυχική απόσταση ή αρνητικά συναισθήματα απέναντι στη δουλειά και μια αίσθηση ότι η αποτελεσματικότητά μας έχει μειωθεί. Δεν χρειάζεται βέβαια να υπάρχουν όλα με τον ίδιο τρόπο για να αξίζει να ασχοληθούμε με αυτό.

Ένα χρήσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν ξεκουράζεστε. Μετά από λίγες ημέρες πραγματικής αποφόρτισης αισθάνεστε σταδιακά καλύτερα ή η εξάντληση παραμένει; Έχετε αρχίσει να δυσκολεύεστε να συγκεντρωθείτε, να απολαμβάνετε πράγματα που πριν σας ευχαριστούσαν ή να νιώθετε μόνιμα ότι «δεν προλαβαίνετε να ανασάνετε»; Επίσης, έχει σημασία αν η δυσκολία περιορίζεται στη δουλειά ή έχει αρχίσει να επηρεάζει και την υπόλοιπη ζωή σας.

Ταυτόχρονα, δεν είναι καλό να αποδίδουμε κάθε επίμονη κόπωση αυτόματα στο burnout. Ύπνος, σωματική υγεία, άγχος, κατάθλιψη και άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να προκαλέσουν παρόμοια εικόνα.

Αν βλέπετε ότι η εξάντληση επιμένει ή επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητά σας, αξίζει να το συζητήσετε με έναν επαγγελματία ψυχικής ή σωματικής υγείας, ώστε να διερευνηθεί τι ακριβώς συμβαίνει και τι χρειάζεται να αλλάξει.

«Έχω περάσει δύσκολα πράγματα στη ζωή μου και συνήθισα να τα αντιμετωπίζω όλα μόνος μου. Τώρα που έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου, δυσκολεύομαι να του ζητήσω βοήθεια. Νιώθω ότι αν δείξω αδυναμία, θα με θεωρήσει λιγότερο δυνατό».

Γεια σας. Καταλαβαίνω το ότι μάθατε να τα βγάζετε πέρα μόνος σας πιθανότατα σας βοήθησε σε δύσκολες περιόδους της ζωής σας. Όταν ένας τρόπος αντιμετώπισης μάς έχει προστατεύσει για χρόνια, δεν είναι πάντα εύκολο να τον αφήσουμε στην άκρη, ακόμα κι όταν οι συνθήκες αλλάζουν.

Ίσως έχετε συνδέσει, κάπου στην πορεία, τη δύναμη με το «δεν χρειάζομαι κανέναν». Έτσι, το να ζητήσετε βοήθεια μπορεί να μη μοιάζει απλώς με μια πρακτική ανάγκη, αλλά με κάτι που απειλεί την εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας.

Μπορεί να εμφανίζεται η σκέψη «αν δείξω ότι δυσκολεύομαι, θα με δει διαφορετικά» ή «πρέπει να μπορώ να το διαχειριστώ μόνος μου».

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου» και στο «πρέπει να τα καταφέρνω πάντα μόνος μου». Το δεύτερο μπορεί να γίνει αρκετά περιοριστικό, ιδιαίτερα μέσα σε μια κοντινή σχέση. Η αμοιβαιότητα δεν σημαίνει ότι ο ένας γίνεται εξαρτημένος από τον άλλον. Σημαίνει ότι υπάρχουν στιγμές που στηρίζουμε και στιγμές που στηριζόμαστε.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να γίνετε ξαφνικά πιο «ευάλωτος», αλλά να δοκιμάσετε μικρά βήματα. Να πείτε, για παράδειγμα, «αυτή την περίοδο δυσκολεύομαι λίγο και θα ήθελα να είσαι κοντά μου». Και μετά να παρατηρήσετε τι πραγματικά συμβαίνει -όχι τι φοβάστε ότι θα συμβεί.

Αν η ανάγκη να τα αντιμετωπίζετε όλα μόνος σας είναι πολύ βαθιά και επηρεάζει τις σχέσεις σας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσετε από πού προέρχεται αυτή η ανάγκη και να βρείτε έναν τρόπο να νιώθετε δυνατός χωρίς να χρειάζεται να είστε πάντα μόνος. Κι αποτελεί σίγουρα και μια πολύ καλή βάση ώστε να εξοικειωθείτε με το να μοιράζεστε προβληματισμούς σας και να λαμβάνετε στήριξη σχετικά με αυτούς.