Για τη «σημαντικότερη διαρθρωτική αλλαγή που συντελείται στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια» γράφει, σε ανάρτησή του, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, και με αυτό εννοεί τη διαρκή ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας.
«Αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας; Κι όμως αλλάζει», είναι η εισαγωγική τοποθέτησή του και συνεχίζει:
«Ακούμε και διαβάζουμε το τελευταίο διάστημα μια κριτική ότι η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία που μας έδωσε το ταμείο ανάκαμψης να μετασχηματίσουμε το παραγωγικό μας μοντέλο και ότι παραμένουμε σχεδόν αποκλειστικά μια οικονομία του τουρισμού και των υπηρεσιών. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η βιομηχανική παραγωγή και η μεταποίηση αποτελούν αμελητέα οικονομικά μεγέθη, χωρίς ουσιαστική πρόοδο τα τελευταία χρόνια.
Κι όμως, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα», αντιτείνει ο υπουργός Επικρατείας που συμπληρώνει:
«Η βιομηχανία όχι μόνο υπάρχει, αλλά ενισχύεται διαρκώς.
Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανικής παραγωγής (που περιλαμβάνει τη μεταποίηση, την ενέργεια, τις εξορύξεις, τα νερά και τα απορρίμματα) αυξήθηκε κατά 11,5% μεταξύ 2019 και 2024 και πλέον αντιστοιχεί στο 15,5% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων δεκαετιών.
Η πορεία της βιομηχανίας ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι ενδεικτική:
2000: 14,5% ΑΕΠ
2010: 12,6% ΑΕΠ
2019: 13,9% ΑΕΠ
2024: 15,5% ΑΕΠ
Με άλλα λόγια, η κρίση χρέους βρήκε τη βιομηχανία στο χαμηλότερο σημείο της, αλλά την τελευταία εξαετία η τάση έχει αντιστραφεί πλήρως. Σήμερα, η συμβολή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ είναι μεγαλύτερη ακόμη και από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 2000».
Και, στη συνέχεια, «ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα απόλυτα μεγέθη.
Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανικής παραγωγής ξεπέρασε τα 32 δισ. ευρώ, όταν τα έσοδα-ρεκόρ από τον τουρισμό το 2025 διαμορφώθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ. Η σύγκριση αυτή καταρρίπτει τον μύθο ότι η ελληνική οικονομία στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό. Πρόκειται βεβαίως για διαφορετικούς οικονομικούς δείκτες, η σύγκριση όμως δείχνει το πραγματικό μέγεθος της συμβολής της βιομηχανίας στην ελληνική οικονομία.
Επιπλέον, η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται καθαρά και στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις.
Στη μεταποίηση, η Ελλάδα καταγράφει μία από τις καλύτερες επιδόσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2019-2025:
*2η στην ΕΕ στην αύξηση της απασχόλησης στη μεταποίηση, με άνοδο 19%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ βαίνει μειούμενος -2%.
*3η στην ΕΕ στην αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης, με άνοδο 44%, έναντι μόλις 7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
*5η στην ΕΕ στην αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, με άνοδο 25%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι μόλις 3%.
Πρόκειται για επιδόσεις που δεν αφορούν έναν μόνο κλάδο, αλλά ένα ευρύ φάσμα παραγωγικών δραστηριοτήτων:
*Ηλεκτρονικά και υπολογιστές: +124%
*Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών: +109%
*Καπνοβιομηχανία: +95%
*Εξαρτήματα αυτοκινητοβιομηχανίας: +85%
*Φαρμακευτικά προϊόντα: +74%
*Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός: +46%
*Τρόφιμα: +21%
*Χημικά: +16%
Η σημασία αυτών των στοιχείων είναι ότι μαζί με την αύξηση της παραγωγής αυξάνονται ταυτόχρονα οι θέσεις εργασίας, η παραγωγικότητα και η προστιθέμενη αξία που παραμένει στην ελληνική οικονομία».
Ενώ όπως διευκρινίζει ακολούθως, «φυσικά, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης. Έχουμε ακόμη σημαντικό δρόμο να διανύσουμε κυρίως στην αύξηση της τεχνολογικής αξίας των προϊόντων μας, της καινοτομίας τους και της διεθνούς αναγνωρισιμότητας και ανταγωνιστικότητάς τους. Όμως τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι η χώρα δεν βρίσκεται σε πορεία αποβιομηχάνισης, αλλά σε πορεία παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Όταν η Ελλάδα είναι 2η στην Ευρώπη στην αύξηση της βιομηχανικής απασχόλησης, 3η στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας και 5η στην αύξηση της παραγωγής, όταν η βιομηχανία αυξάνει το μερίδιό της στο ΑΕΠ και δημιουργεί πάνω από 32 δισ. ευρώ προστιθέμενης αξίας, τότε η συζήτηση πρέπει να πάψει να γίνεται με στερεότυπα.
Σημαντικές μεταρρυθμίσεις του ταμείου ανάκαμψης, όπως για παράδειγμα η απλοποίηση της αδειοδότησης για την εγκατάσταση ΑΠΕ, έχουν συμβάλει στον τριπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος των ΑΠΕ στη χώρα μας και στην αύξηση του μεριδίου της ενέργειας στο ΑΕΠ μας.
Η ελληνική οικονομία επομένως δεν είναι μόνο τουρισμός. Και δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο σε έναν κλάδο της οικονομίας διότι η ανθεκτικότητά μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγική μας ικανότητα και τη διαφοροποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων», επισημαίνει ο Ά. Σκέρτσος.
Και η ανάρτησή του καταλήγει ως εξής:
«Η Ελλάδα παραμένει φυσικά μια οικονομία υπηρεσιών. Όμως σήμερα διαθέτει ισχυρότερη βιομηχανία, περισσότερη μεταποίηση, διπλάσιες εξαγωγές από το 2010 και μεγαλύτερη παραγωγική βάση.
Η μετάβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί. Είναι όμως ήδη μετρήσιμη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat. Και αυτό είναι ίσως η σημαντικότερη διαρθρωτική αλλαγή που συντελείται στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια».
