Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις στον χώρο του ελληνικού μπάσκετ, μετά την απόφαση της ΕΕΑ να κρίνει ένοχο τόσο τον Βαγγέλη Λιόλιο, όσο και την ΚΑΕ Προμηθέας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση την οποία εξέδωσε η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού έγιναν δεκτές όλες οι καταγγελίες της ΚΑΕ Μαρούσι και ως εκ τούτου ανακαλείται το πιστοποιητικό συμμετοχής της πατρινής ομάδας και αναμένεται «τσουνάμι» εξελίξεων στα διοικητικά της ΕΟΚ.
Κι αυτό γιατί ουσιαστικά η ΕΕΑ έκρινε πως ο Βαγγέλης Λιόλιος ήταν ένοχος για εικονική μεταβίβαση των μετοχών το 2020, γεγονός που του άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του στην προεδρία της Ελληνικής Ομοσπονδίας Μπάσκετ το 2021.
Μια παραπλάνηση κρατικής αρχής που έγινε κατ’ εξακολούθηση και τα επόμενα χρόνια.
Από το 2021 και κάθε επόμενο έτος, η ΕΕΑ έπρεπε να ανανεώνει το πιστοποιητικό συμμετοχής της ΚΑΕ Προμηθέας. Κάθε χρόνο γινόταν η κατάθεση των απαιτούμενων εγγράφων και κάθε χρόνο η ΕΕΑ χορηγούσε το πιστοποιητικό. Άρα κάθε χρόνο η εικονική μεταβίβαση παρέμενε ανεξέταστη!
Αυτό ονομάζεται «κατ’ εξακολούθηση» και τιμωρείται βαριά. Δεν πρόκειται για μια στιγμιαία παράβαση. Πρόκειται για ετήσια επανάληψη της ίδιας παραπλανητικής πράξης που δημιουργούσε την εντύπωση νομιμότητας, ενώ η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, σύμφωνα και με τη σημερινή απόφαση της ΕΕΑ.
Κάθε πιστοποιητικό που εκδόθηκε από το 2021 ως το 2026 στηρίχθηκε στην εικονική μεταβίβαση του 2020. Κάθε έγκριση της ΕΕΑ βασίστηκε σε δεδομένα που δεν αντικατόπτριζαν την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, από τη στιγμή που η ΚΑΕ Μαρούσι αναμένεται να κλιμακώσει τις ενέργειές της, στέλνοντας τον Λιόλιο στην ΕΦΙΠΗΔ και στον εισαγγελέα, οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές και θα τον «τελειώσουν» από την προεδρία της ΕΟΚ, εφόσον κριθεί εκ νέου ένοχος.
Όσον αφορά την Ε.ΦΙ.Π.Η.Δ., η ΚΑΕ Μαρούσι ζητάει ουσιαστικά να εξεταστεί αν οι ενέργειες ή οι ιδιότητες του Βαγγέλη Λιόλιου ως προέδρου της ΕΟΚ συνάδουν με τις αρχές του φίλαθλου πνεύματος, της δεοντολογίας και της ηθικής του αθλητισμού, με την Επιτροπή να εξετάζει την καταγγελία και ακολούθως, να καλεί τα εμπλεκόμενα μέρη, εφόσον το κρίνει, και να αποφασίζει αν υπάρχει παράβαση κανονισμών ή αρχών δεοντολογίας.
