Η Κρήτη έχει μπει για τα καλά πλέον στους …ρυθμούς της ελαιοκομικής περιόδου και μάλιστα η φετινή παραγωγή στο νησί, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα πλούσια, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας ακόμα τους 100.000 τόνους, έναντι 35-40000 που είχαμε πέρσι.
Την ίδια στιγμή η ποιότητα του κρητικού ελαιόλαδου λόγω του μεγάλου όγκου βροχοπτώσεων, ανεβαίνει πολλά σκαλιά συγκριτικά με τα τελευταία χρόνια, όπως τονίζει στο patris.gr, ο πρόεδρος της ΕΑΣΗ, Σταύρος Γαβαλάς.
«Φαίνεται ότι θα έχουμε μια εξαιρετική χρονιά όσον αφορά την ποιότητα αλλά και την ποσότητα του ελαιόλαδου. Πιστεύω θα είναι από τις καλύτερες χρονιές των τελευταίων ετών. Εκτιμώ ότι φέτος μπορούμε να φτάσουμε τους 100 και πλέον χιλιάδες τόνους, που είναι ένα πολύ μεγάλο νούμερο για τα δεδομένα της Κρήτης.Όλο το νησί έχει βεντέμα. Από άκρη σε άκρη, τα νερά ήταν ευεργετικά, οι βροχοπτώσεις πραγματικά ήταν θεόσταλτες και αυτό συμβάλλει στην καλύτερη δυνατή ποιότητα γιατί είναι αλήθεια ότι σε αυτό πέρσι αντιμετωπίσαμε κάποια προβλήματα».
Το μεγάλο ερώτημα βέβαια που βρίσκεται στα χείλη των παραγωγών που κοπιάζουν σε καθημερινή βάση για το λάδι της χρονιάς, έχει να κάνει με τις τιμές και κατ’ επέκταση με το κέρδος τους.
«Δεν θέλω να κινδυνολογήσω, υπάρχει όντως μια παραξενιά στο θέμα των τιμών, με πολλούς να προσπαθήσουν να τη ρίξουν. Αν υπήρχε και μια καλή τιμή στο ελαιόλαδο, θα μιλούσαμε για πάνω από μισό δισεκατομμύριο στην Κρήτη Τα καλά ελαιόλαδα, τα ποιοτικά ελαιόλαδα, τα πιστοποιημένα ελαιόλαδα θα έχουνε πάντως μια καλή τιμή. Χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω αυτό το εύρος, αλλά εκτιμώ ότι θα έχουν τιμή που θα ικανοποιήσει και θα αποφέρει ένα αρκετά καλό εισόδημα στους παραγωγούς», δηλώνει ο κ. Γαβαλάς και προσθέτει:
«Δυστυχώς δεν έχουμε καταφέρει να τυποποιήσουμε τα ελαιόλαδα της Κρήτης, φεύγει έξω πολύ μικρές ποσότητες τυποποιημένο και ό,τι φεύγει σε χύμα ή σε βυτία, χάνει την όποια υπεραξία μπορεί να έχει ένα εξαιρετικό προϊόν. Αν δεν καταφέρουμε λοιπόν -που δεν το βλέπω να συνεννοούμαστε- να φτιάξουμε μεγάλες οργανώσεις για να μπορούμε να κάνουμε μεγάλες ποσότητες τυποποιημένου ελαιόλαδου, δυστυχώς αυτή θα είναι η μοίρα του. Να περιμένουμε να καταστραφεί η Ισπανία, να έχει μια χαμηλή παραγωγή για να απολαμβάνουμε εμείς καλύτερες τιμές».
Η νέα ελαιοκομική περίοδος ξεκινά λοιπόν μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, με τις εξελίξεις στην παραγωγή, στις τιμές και στα αποθέματα να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών και τις αντοχές του πρωτογενούς τομέα.
