«Παγωμένη» είναι η αγορά ελαιολάδου στην Κρήτη, με τις τιμές να κυμαίνονται στα ίδια, ίσως και κάποια χαμηλότερα επίπεδα από την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και του 2024, παρά το γεγονός ότι η παραγωγή είναι δραματικά μειωμένη. Οι τιμές, που αυτή τη στιγμή «δίνει» η αγορά, κυμαίνονται μεταξύ 4,80 και 5,20 ευρώ, ανάλογα με την ποιότητα, αλλά δεν υπάρχει κινητικότητα, αλλά ούτε και αισιοδοξία για καλύτερες τιμές.
Την ώρα, πάντως, που οι πράξεις πώλησης ελαιολάδου που γίνονται είναι ελάχιστες, εξελίξεις αναμένονται μέσα στην εβδομάδα, καθώς η Τυνησία αναμένεται να ανακοινώσει τα αποθέματά της.
Πάντως, η συγκεκριμένη χώρα, σύμφωνα με τους παράγοντες τις αγοράς, έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στο ελληνικό και κατ’ επέκταση στο κρητικό ελαιόλαδο, αφού φέτος έχει δώσει τιμές από 3,20 ως 3,60 ευρώ, ενώ έχει δώσει τιμή ασφαλείας στα 2,95.
Μιλώντας στην «Π», ο πρόεδρος των Ελαιουργών του Ηρακλείου, Μάκης Αφθονίδης, τόνισε ότι «πρόκειται για μια πολύ κακή χρονιά στην παραγωγή ελαιολάδου στην Κρήτη, που -ανάλογα με την περιοχή- είναι διαφορετική εικόνα. Χαρακτηριστικά επισημαίνει ότι στην περιοχή, όπου βρίσκεται το δικό του ελαιουργείο: «όση δουλειά έχουμε κάνει ως τώρα σε ολόκληρη τη σεζόν, θα την είχαμε κάνει σε μια χρονιά που θα είχε βεντέμα σε μια εβδομάδα».
Όσον αφορά την πορεία της σεζόν, σύμφωνα με τον κ. Αφθονίδη, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από τα όσα συμβαίνουν στις μεσογειακές χώρες, αλλά και στη διεθνή αγορά σε σχέση με το ελαιόλαδο.
Ένα στοιχείο, που θα οδηγήσει τις εξελίξεις το επόμενο διάστημα, σύμφωνα με τον πρόεδρο των ελαιουργών, είναι η ανακοίνωση των αποθεμάτων ελαιολάδου από την Τυνησία -αύριο ή την Πέμπτη- γεγονός που σίγουρα θα επηρεάσει την κατάσταση και στην Ελλάδα, αλλά και στην Κρήτη.
Η κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, είναι περίεργη και όταν ζητάμε από τον κ. Αφθονίδη να σχολιάσει την χρονιά, τονίζει: «Η χρονιά δεν είναι καλή, τα δέντρα μας θα έλεγα είναι “σοκαρισμένα” από την λειψυδρία, αλλά και από το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα της δακοκτονίας.
Οι ποσότητες είναι πολύ μειωμένες και η ποιότητα θα μπορούσε να είναι και καλύτερη. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν βγάζουμε μόνο εμείς καλά λάδια, βγάζουν κι αλλού. Μπορεί να είναι οι ποσότητες μειωμένες, αλλά δεν υπάρχει και αγοραστικό ενδιαφέρον».
Αρκεί για τυποποίηση
Μπορεί το λάδι που θα παράξει φέτος η Κρήτη να είναι κατά 40% ως 50% λιγότερο από μια κανονική χρονιά, και ακόμα περισσότερο από μια καλή, αλλά αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά το κομμάτι της αγοράς, που αφορά στην τυποποίηση. Όπως δήλωσε στην «Π» ο πρόεδρος των Τυποποιητών Ελαιολάδου Κρήτης, Γιώργος Ανδρεαδάκης:
«Το πρόβλημα υπάρχει κυρίως στην διακίνηση του χύμα ελαιολάδου, όπου η αλήθεια είναι, όπως μαθαίνουμε, ότι δεν υπάρχει κινητικότητα. Εμείς, ως τυποποιητές, δεν αντιμετωπίζουμε πρόβλημα, ούτε με τη μειωμένη παραγωγή, γιατί αν υποθέσουμε ότι φέτος η Κρήτη θα παράγει 40.000 ως 50.000 τόνους, αυτή είναι η ποσότητα, που οδηγείται κάθε χρόνο στην τυποποίηση πανελλαδικά.
Φυσικά, αυτές οι ποσότητες προέρχονται από όλη την Ελλάδα και δεν τις παίρνουμε μόνο από την Κρήτη. Οι τυποποιητές συνεχίζουν να αγοράζουν κανονικά τις ποσότητες που χρειάζονται και οι τιμές που δίνουν είναι από 4,80 ως 5,20 το κιλό, ανάλογα με την ποιότητα του λαδιού».
Για το σπίτι
Φέτος, η παραγωγή λαδιού στην Κρήτη παρουσιάζει μια ποικιλομορφία, με εξαιρετικά λίγες περιοχές να έχουν ικανοποιητική παραγωγή. Σε αυτές δεν είναι η περιοχή των Ασιτών, από την οποία προέρχεται ο Μιχάλης Καμπιτάκης, αντιπρόεδρος της Ένωσης Συνεταιριστικών Οργανώσεων Ελλάδας, και πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ασιτών.
Ο ίδιος περιγράφει στην «Π» μια κατάσταση εξαιρετικά διαφοροποιημένη από άλλες χρονιές τονίζοντας: «Στο ελαιουργείο του Συνεταιρισμού, έχουμε αλέσει φέτος 60 τόνους, ενώ άλλες χρονιές, την ίδια περίοδο, είχαμε αλέσει 400. Αν δεν ήταν οι συνθήκες έτσι όπως κάναμε παλαιότερα στον Συνεταιρισμό, θα ετοιμάζαμε τα βυτία για να τα πουλήσουμε· τώρα, δεν υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον».
Η τιμή του λαδιού -σύμφωνα με τον κ. Καμπιτάκη- είναι χαμηλότερη από πέρυσι, που τέτοια εποχή το λάδι έφθανε και τα 5,50 ευρώ το κιλό, αλλά αυτό τελικά φαίνεται να μην είναι το σημαντικότερο, αφού, όπως ο ίδιος λέει: «Οι άνθρωποι βγάζουν λίγο λάδι και το κρατούν για τα σπίτια και τις οικογένειές τους.
Κάποιοι που βγάζουν λίγο παραπάνω το δίνουν σε συγγενείς και φίλους, είτε πουλώντας το, είτε δανεικό για να περάσουν κι αυτοί τη χρονιά».
Χαρακτηριστική περίπτωση, όπως επισημαίνει ο κ. Καμπιτάκης, αποτελούν παραγωγοί με μεγάλες εκμεταλλεύσεις, 2.000 και 3.000 ελιές, που φέτος δεν θα βγάλουν λάδι ούτε για το σπίτι τους.
Καθηλωμένες οι τιμές ως 5 ευρώ τις τελευταίες εβδομάδες
Χωρίς ουσιαστικές μεταβολές ξεκίνησε το 2026 για την αγορά του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου στην Κρήτη, με τις τιμές να παραμένουν καθηλωμένες στα επίπεδα των τελευταίων εβδομάδων. Τα στοιχεία του Δελτίου Τιμών του ΣΕΔΗΚ, σε συνδυασμό με δεδομένα από ελαιουργεία του νησιού, αποτυπώνουν μια αγορά χαμηλής κινητικότητας και περιορισμένων συναλλαγών.
Για ελαιόλαδο οξύτητας έως τρεις γραμμές, οι τιμές στην Κρήτη κινούνται σταθερά στο εύρος 4,80 έως 5,00 ευρώ το κιλό, χωρίς διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα τέλη Δεκεμβρίου. Πρόκειται για το στενότερο εύρος τιμών μεταξύ των βασικών ελαιοκομικών περιοχών της χώρας.
Από την εικόνα που προκύπτει σε διάφορες περιοχές του νησιού, οι περισσότερες προθέσεις αγοράς από ελαιουργικές επιχειρήσεις διαμορφώνονται στα 4,70-4,90 €/κιλό, ενώ οι πράξεις στα 5 ευρώ το κιλό παραμένουν περιορισμένες και αφορούν κυρίως ελαιόλαδα αυξημένων ποιοτικών προδιαγραφών.
Η ελάχιστη τιμή, που καταγράφεται στο τελευταίο δελτίο για την Κρήτη, είναι τα 4,80 €/κιλό, με τη μέγιστη να παραμένει αμετάβλητη στα 5,00 €/κιλό.
Παρά τη σημαντική πρόοδο της συγκομιδής και το γεγονός ότι σε αρκετές περιοχές έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, η αγορά εμφανίζει χαμηλή εμπορική δραστηριότητα. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι το ποσοστό των φορέων, που δηλώνουν τιμές στο Δελτίο ΣΕΔΗΚ παραμένει χαμηλό, γύρω στο 30%, στοιχείο που υποδηλώνει περιορισμένη διάθεση για πράξεις.
Σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας, η Κρήτη εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα. Στην Πελοπόννησο, οι τιμές του εξαιρετικά παρθένου κυμαίνονται από 4,20 έως 5,10 €/κιλό, ενώ στα νησιά διαμορφώνονται στα 4,20 €/κιλό. Σε πανελλαδικό επίπεδο, η αγορά παραμένει εγκλωβισμένη σε στενά όρια, χωρίς ενδείξεις ουσιαστικής ανοδικής τάσης.
Η εικόνα, που διαμορφώνεται τις πρώτες εβδομάδες του έτους, παραπέμπει σε μια αγορά αναμονής, με περιορισμένο αριθμό πράξεων και σταθεροποίηση τιμών, εξέλιξη που διατηρεί την αβεβαιότητα γύρω από το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών.
