Άγριο σορτάρισμα… με όρους Χρηματιστηρίου φαίνεται ότι επιχειρείται για τις τιμές του ελαιολάδου στην παγκόσμια αγορά του 2,5% των καταναλωτών που τρώνε λάδι ελιάς τη φετινή ελαιοκομική περίοδο που αρχίζει προσεχώς, καθώς η «μετοχή» του χρυσού υγρού που παράγει και η Κρήτη ανεβοκατεβαίνει και ως φαίνεται εξαρτάται εν πολλοίς από τη μη επιβολή δασμών σε λάδια αμφιβόλου ποιότητας από την Τυνησία!
Και επιπλέον, υπολογίστε και εισαγωγές από Τουρκία περίπου 400.000 τόνων. Η προσφορά καλύπτει τη ζήτηση και είναι νόμος της αγοράς να πέσει η τιμή! Αλλά ως πού θα φτάσει; Ή για την ακρίβεια, ως πού αντέχει ο παραγωγός να φτάσει η τιμή ανά κιλό για να συνεχίσει να καλλιεργεί; Στην πρόβλεψη ότι φέτος θα πιάσει 3,5 ευρώ ξέρουν καλά οι αγρότες ότι θα… «μπουν» μέσα για τα καλά, δηλαδή δεν θα «βγάλουν» ούτε τα λιπάσματα ούτε τα μεροκάματα για τους εργάτες!
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που ως και χθες θεωρούνταν ασφαλείς -υπ’ όψιν οι τιμές συνεχώς μπορεί να αλλάξουν με βάση τη ζήτηση ή κάποιο «κόλπο» παραγωγού χώρας- η τιμή παραγωγού ανά κιλό για φέτος υπολογίζεται να καθίσει στα 3,5 ευρώ μέσο όρο, την ώρα που τα έξοδά του υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό αυτό για την εξαγωγή ενός κιλού ελαιολάδου!
Τι σημαίνει αυτό; Ο παραγωγός «μπαίνει» μέσα και πλέον καθίσταται ασύμφορο να καλλιεργήσει και να πουλήσει. Την ίδια ώρα, τυνησιακά λάδια με αναμίξεις πωλούνται στο ράφι πολύ φθηνότερα, με υπερκέρδη μάλιστα για τους Τυνήσιους οι οποίοι αναμειγνύουν αλγερινά και μαροκινά έλαια και τα πωλούν στα 3 ευρώ το κιλό, καθώς η αξία των 3 ευρώ στην Τυνησία έχει 18 φορές μεγαλύτερη αγοραστική αξία!
Συνεπώς, οι Τυνήσιοι παραγωγοί πλουτίζουν και οι Κρητικοί φτωχαίνουν ή εγκαταλείπουν μια καλλιέργεια χιλιετιών, καθώς δε «βγαίνουν» ούτε τα έξοδα! Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέει στην εφημερίδα «Πατρίς» ο εντεταλμένος σύμβουλος Ποιότητας Ζωής της Υπαίθρου στην Περιφέρεια Κρήτης, γνωστός αγροτοσυνδικαλιστής από παλιά αλλά και ο ίδιος παραγωγός, κ. Πρίαμος Ιερωνυμάκης, ότι αν λάβει κάποιος υπ’ όψιν ότι φέτος η τιμή του λαδιού θα «καθίσει» στα 3,5 ευρώ για τον παραγωγό ανά λίτρο, τα έξοδά του για την παραγωγή ενός κιλού ελαιολάδου -που θα πουλήσει στον τυποποιητή- φτάνουν τα 4 ως και 4,5 ευρώ, υπολογίζοντας μέσα σε αυτά όλα τα έξοδα που απαιτούνται.
Ο κ. Ιερωνυμάκης υπολογίζει και τα έξοδα για την παραγωγή ενός κιλού ελαιολάδου έτοιμου να φύγει από τον παραγωγό, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι είναι περίπου κατά ένα ευρώ πάνω από την τιμή πώλησης από τον παραγωγό. Κάθε εργάτης θέλει μεροκάματο 70 ευρώ για τη συγκομιδή, ενώ δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι εργάτες για να κάνουν τη δουλειά όπως πρέπει, λέει ο κ. Ιερωνυμάκης και συνεχίζει: «Προσθέστε τους λογαριασμούς άρδευσης, τα λιπάσματα, τους συμπληρωματικούς ψεκασμούς για τον δάκο παράλληλα με της Περιφέρειας, αλλά και για άλλα έντομα όπως ρυγχίτη ή πυρηνοτρίτη, το φρεζάρισμα, το κλάδεμα και τον προσωπικό κόπο, βγαίνουν από τα 3,5 ευρώ τα έξοδα του καλλιεργητή;».
Επιπλέον, ο κ. Ιερωνυμάκης προσθέτει και την απώλεια από την αξία της ακίνητης περιουσίας που πλέον τα χωράφια δεν πιάνουν λεφτά για να πουληθούν. «Το παιχνίδι είναι στημένο, έκαναν πόλεμο στο ελαιόλαδο, λέγοντας ότι είναι φθηνό ώστε να ανέβει η τιμή στο ράφι για να προωθηθεί το σπορέλαιο», υποστηρίζει ο εντεταλμένος σύμβουλος της Περιφέρειας Κρήτης.
Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι τα έσοδα του ελαιοπαραγωγού έχουν ήδη συμπιεστεί προς τα κάτω, αφού έχουν εξαιρεθεί από τις επιδοτήσεις οι δενδρώδεις καλλιέργειες, ενώ επίσης ο ελαιοπαραγωγός έχει απωλέσει τουλάχιστον 80% από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ όλα αυτά τα χρόνια.
Καλή παραγωγή αλλά…
Και όλα αυτά συμβαίνουν, ενώ εκτιμάται -σύμφωνα με την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελαιολάδου- ότι η φετινή παραγωγή στην Ελλάδα δεν θα είναι καθόλου κακή, καθώς θα φτάσει περίπου 300.000 τόνους. Ποσότητα αυξημένη σε σύγκριση με τους 230.000 τόνους της προηγούμενης χρονιάς.
Για την Κρήτη υπολογίζεται -όπως λένε- ότι η παραγωγή θα είναι 70.000 και πάνω…
Η αυξημένη παραγωγή βέβαια σημαίνει ότι αφού η προσφορά καλύπτει τη ζήτηση, η τιμή για τον καταναλωτή θα «πέσει», αρκεί να το δούμε φθηνότερο στο ράφι, αλλά ταυτόχρονα «πέφτει» η τιμή και για τον παραγωγό. Ήδη η τιμή παραγωγού για έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι περίπου 4 ευρώ το κιλό και αποτελεί μεγάλη κατρακύλα αν σκεφτεί κάποιος ότι έπιανε και τα 8 ευρώ στην έναρξη της προηγούμενης ακριβώς ελαιοκομικής περιόδου -δηλαδή 2025-2026- και κατέληξε στο τέλος της χρονιάς στα 5 ευρώ.
Τιμή στο ράφι
Τι γίνεται όμως με τις τιμές στο ράφι; Τον Ιανουάριο του 2026, το επώνυμο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο υποχώρησε στα 9,4-9,5 ευρώ το λίτρο, καταγράφοντας αισθητή μείωση από τα 11,5 ευρώ του Οκτωβρίου 2025 και τα 13,5-14 ευρώ της περιόδου 2023-2024, ενώ στην αγορά διατίθενται πλέον επιλογές ακόμη και στα 7,2 ευρώ.
Ταυτόχρονα, τα σούπερ μάρκετ αξιοποιούν εντατικά τις προσφορές για να προσελκύσουν τους καταναλωτές, ρίχνοντας κατά περιπτώσεις την τιμή έως και τα 6,5 ευρώ το λίτρο. Η αυξημένη διαθεσιμότητα από τη νέα παραγωγή εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τις τιμές σε αυτά τα επίπεδα, αλλά δύσκολα θα «πέσει» κι άλλο.
Ο καταλυτικός ρόλος της Μεσογείου
Πάντως, η Ελλάδα δεν κινείται μόνη της. Η Ισπανία -η μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως- αναμένεται να κινηθεί στα 1,4-1,5 εκατ. τόνους, ενώ σημαντικές ποσότητες κοντά στους 400.000 τόνους αναμένονται και από την Τουρκία. Συνολικά, οι πρώτες εκτιμήσεις για τη λεκάνη της Μεσογείου κάνουν λόγο για περίπου 3-3,2 εκατ. τόνους τη νέα περίοδο.
Η μεγαλύτερη προσφορά είναι ένας από τους βασικούς λόγους που οι τιμές δεν αναμένεται να επιστρέψουν εύκολα στα επίπεδα-ρεκόρ των προηγούμενων ετών.
Έτσι, η νέα ελαιοκομική περίοδος ξεκινά με ένα παράδοξο: η καλή παραγωγή είναι καλή είδηση για την αγορά και τον καταναλωτή, αλλά όχι κατ’ ανάγκη για τον παραγωγό. Με τις ποσότητες να αυξάνονται και το κόστος να παραμένει υψηλό, το μεγάλο στοίχημα των επόμενων μηνών θα είναι αν η τιμή του ελαιολάδου μπορεί να βρει μια ισορροπία που να αφήνει περιθώριο βιωσιμότητας στον παραγωγό, χωρίς να επιστρέφει το προϊόν σε απαγορευτικά επίπεδα για το νοικοκυριό.
ΤΑΡΙΦΑ ΑΠΟ 70 ΕΥΡΩ ΤΗ ΜΕΡΑ ΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΠΛΑΣΙΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ
Με δανεικά μεροκάματα… γιατί δε συμφέρουν οι εργάτες γης!
Σε πρακτικές από το παρελθόν… προτού μπουν στην καλλιέργεια αλλοδαποί εργάτες επιστρέφουν πλέον οι Κρητικοί, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το μεγάλο έξοδο της ελαιοσυγκομιδής. Το μεροκάματο κυμαίνεται στα 70 ευρώ ημερησίως, αλλά αν είναι Σαββατοκύριακο μπορεί και να διπλασιαστεί.
Οι περισσότεροι παραγωγοί στην Κρήτη, όχι οι κατ’ επάγγελμα αγρότες, επιλέγουν Σαββατοκύριακο να μαζέψουν ελιές για να μην λείπουν από τις δουλειές τους τις καθημερινές.
Έτσι αναγκάζονται να δίνουν 100άρια και 150άρια για ένα μεροκάματο π.χ. Κυριακής και σκεφτείτε ότι μπορεί να χρειαστούν αρκετά Σαββατοκύριακα από τον Οκτώβρη ως τα Χριστούγεννα για να συλλέξουν τον καρπό από όλα τα χωράφια τους, που συνήθως στην Κρήτη ήταν από παλιά μικρά με λίγες ρίζες και διάσπαρτα.
Έτσι επιστρέφουν και πάλι στους δανεικούς… Δηλαδή καλούν τον αδερφό ή κάποιον συγγενή και φίλο για να τους βοηθήσουν να μαζέψουν τις ελιές τους και εν συνεχεία πάνε και εκείνοι και βοηθούν να μαζέψει τις ελιές τους ο συγγενής που τους βοήθησε!
Το σύστημα αυτό δείχνει ότι και επαρκής αριθμός εργατών γης δεν υπάρχει, και όσοι υπάρχουν από τρίτες χώρες δεν γνωρίζουν καλά τη δουλειά, τα μεροκάματα είναι ακριβά, ενώ οι εργάτες γης που είχαν εκπαιδευτεί -ερχόμενοι από την Αλβανία τις προηγούμενες δεκαετίες- έχουν «βγει» εκτός μεροκάματων, αφού με σκληρή δουλειά κατόρθωσαν να έχουν δικές τους δουλειές και να ριζώσουν στην Κρήτη, χρησιμοποιώντας και εκείνοι με τη σειρά τους άλλους εργάτες από τρίτες χώρες ή δανεικούς… διατηρώντας την πυρηνικότητα της οικογένειας -αλλά και της εθνικότητάς τους- για να προκόψουν ξένοι σε ξένο κράτος!
