«Σαρώνουν» στους διεθνείς διαγωνισμούς τα τυποποιημένα κρητικά ελαιόλαδα, με ποσοστά διακρίσεων που αγγίζουν ακόμη και το 100%, με χρυσά και διπλά χρυσά βραβεία να επιβεβαιώνουν την εξαιρετική ποιότητα του προϊόντος.
Ωστόσο, αυτή η διεθνής αναγνώριση δεν «εξαργυρώνεται» για τον τόπο που παράγει το προϊόν, που χαρακτηρίζεται -και όχι άδικα- ως το «χρυσάφι» της κρητικής γης… Οι τιμές παραγωγού παραμένουν καθηλωμένες, η εμπορική κινητικότητα είναι περιορισμένη και η υπεραξία του επώνυμου προϊόντος δεν διαχέεται ούτε στους τυποποιητές, ούτε στους ελαιουργούς, ούτε -τελικά- στους ίδιους τους παραγωγούς.
Το μεγαλύτερο μέρος του κρητικού ελαιολάδου εξακολουθεί να διακινείται χύμα. Παρά τις ποιοτικές επιδόσεις και τις διεθνείς διακρίσεις, οι τυποποιημένες ποσότητες παραμένουν μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής. Έτσι, η υπεροχή στην ποιότητα δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εμπορικό πλεονέκτημα.
Κι όμως, αυτό δεν «εξαργυρώνεται» στην αγορά. Όπως επισημαίνει η διευθύντρια του Οργανοληπτικού Εργαστηρίου Ρεθύμνου, Ελευθερία Γερμανάκη, πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. «Άλλο η παραγωγή και άλλο η επιχειρηματικότητα», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η ποιότητα από μόνη της δεν αρκεί χωρίς στρατηγική προώθησης, δίκτυα, branding και σταθερή παρουσία στις αγορές-στόχους.
Παρά τα εμπόδια, διαπιστώνεται σαφής αλλαγή νοοτροπίας, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές. Οι παραγωγοί επενδύουν σε γνώση, σε σεμινάρια, σε επιστημονικά δεδομένα, σε εξειδικευμένες καλλιεργητικές και ελαιοποιητικές πρακτικές.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της ποιότητας των ελαιολάδων, που φθάνουν στους διεθνείς διαγωνισμούς και αποσπούν διακρίσεις, έχει διαδραματίσει ο Παγκρήτιος Διαγωνισμός Ελαιολάδου, που φέτος πραγματοποιείται για 12η χρονιά.
Σύμφωνα με τη διευθύντρια του Οργανοληπτικού Εργαστηρίου της Ένωσης Ρεθύμνου και panel supervisor του διαγωνισμού, κυρία Ελευθερία Γερμανάκη, ο βασικός στόχος του Παγκρήτιου Διαγωνισμού ήταν από την αρχή ήταν η αναβάθμιση της ποιότητας του παραγόμενου ελαιολάδου.
«Στους πρώτους διαγωνισμούς, διακρινόταν περίπου το 15% των δειγμάτων. Σήμερα, το ποσοστό ξεπερνά το 90%», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Στον πρώτο διαγωνισμό, όπου συμμετείχαν τουλάχιστον 50 ελαιόλαδα, η εικόνα ήταν διαφορετική. Πολλοί προσκόμιζαν ένα μπουκάλι λάδι κατευθείαν από τη γραμμή παραγωγής, χωρίς να γνωρίζουν τις απαιτήσεις αξιολόγησης.
Μαθαίνουν όταν… διαφωνούν
Ένα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που προκύπτει μέσα από τον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ελαιολάδου δεν αφορά τα βραβεία, αλλά τη διαδικασία που ακολουθεί.
Μετά την αξιολόγηση, οι παραγωγοί δεν μένουν απλώς με ένα αποτέλεσμα στα χέρια. Ακολουθεί ουσιαστική ανατροφοδότηση, εκπαίδευση και καθοδήγηση από εξειδικευμένους επιστήμονες, ώστε να κατανοήσουν τι δεν λειτούργησε σωστά και πώς μπορούν να το διορθώσουν στην επόμενη παραγωγική περίοδο.
Η διαδικασία αυτή λειτουργεί αποκαλυπτικά για πολλούς. Όπως επισημαίνεται, δεν είναι λίγες οι φορές που παραγωγοί διαφωνούν με την αξιολόγηση και θεωρούν ότι το δικό τους λάδι έπρεπε να καταταγεί πρώτο. Εκεί ενεργοποιείται μια εκπαιδευτική πρακτική με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: τους δίνεται να δοκιμάσουν τρία δείγματα -ένα ανώτερο, ένα κατώτερο και το δικό τους- χωρίς να γνωρίζουν ποιο είναι ποιο.
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, επιλέγουν ως καλύτερο ένα άλλο δείγμα και όχι το δικό τους.
Η εμπειρία αυτή λειτουργεί καταλυτικά. Οι ίδιοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τις διαφορές στην ένταση του φρουτώδους, στην πικράδα, στο πικάντικο, στα πιθανά ελαττώματα. Μπαίνουν ουσιαστικά στη διαδικασία της γευσιγνωσίας και κατανοούν έμπρακτα τι σημαίνει ποιοτική υπεροχή.
Έτσι, ο Διαγωνισμός δεν περιορίζεται σε μια ετήσια αξιολόγηση, αλλά εξελίσσεται σε μηχανισμό διαρκούς βελτίωσης. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο κέρδος: η σταδιακή αλλαγή νοοτροπίας και η καλλιέργεια μιας νέας κουλτούρας ποιότητας στην κρητική ελαιοπαραγωγή.
Ελπίδες για το μέλλον
Σήμερα, οι συμμετέχοντες είναι σαφώς πιο εκπαιδευμένοι. Γνωρίζουν ότι η ποιότητα δεν περιορίζεται στη χαμηλή οξύτητα, αλλά περιλαμβάνει τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, τη φρεσκάδα, την ισορροπία, τη σωστή έκφραση της ποικιλίας.
Ελπιδοφόρο στοιχείο, γενικότερα για το μέλλον του ελαιολάδου, αποτελεί η αλλαγή νοοτροπίας των νεότερων παραγωγών, των ελαιουργών, αλλά και των τυποποιητών. Είναι πιο εκπαιδευμένοι, στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, παρακολουθούν σεμινάρια και αναζητούν εξειδικευμένη γνώση.
Θετικό στοιχείο αποτελεί η ενεργοποίηση των διαδικασιών για τις πρώτες ουσιαστικές εξαγωγές ΠΓΕ Ελαιολάδου Κρήτης. Η περσινή χρονιά, πρώτη μετά την αναγνώριση της Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης, δεν επέτρεψε την πλήρη αξιοποίηση του θεσμού λόγω χρονικών περιορισμών.
Φέτος, ωστόσο, αναμένεται να γίνουν τα πρώτα ουσιαστικά βήματα, με τυποποιήσεις και πιστοποιήσεις που θα επιτρέψουν στο κρητικό ελαιόλαδο να αποκτήσει πιο σταθερή και οργανωμένη παρουσία στις διεθνείς αγορές.
Η Κρήτη παραμένει ένας ευλογημένος τόπος για την ελαιοκαλλιέργεια. Το ιδιαίτερο ανάγλυφο, ο συνδυασμός θάλασσας και βουνού, οι κλιματολογικές συνθήκες και η μακρά παράδοση δημιουργούν ένα μοναδικό οικοσύστημα παραγωγής.
Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω από το 90% του παραγόμενου ελαιολάδου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εξαιρετικά παρθένο.
Ο Διαγωνισμός
Στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ελαιολάδου, επικεφαλής θα είναι η καταξιωμένη κυρία Έφη Χριστοπούλου, χημικός, εμπειρογνώμονας της Ε.Ε. και του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, θεμελιώτρια της οργανοληπτικής αξιολόγησης στην Ελλάδα, με εμπειρία από το 1982 έως σήμερα.
Συντονίστρια του Διαγωνισμού είναι η panel supervisor του Οργανοληπτικού Εργαστηρίου ΑΣΡ, έμπειρη γευσιγνώστρια και με πολλαπλές συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς, κυρία Ελευθερία Γερμανάκη.
Η ομάδα αξιολόγησης των δειγμάτων απαρτίζεται από εκπαιδευμένους δοκιμαστές και από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης, οι οποίοι είναι μέλη διαπιστευμένων ομάδων, αξιολογούνται σε τακτά διαστήματα για την ικανότητα και αξιοπιστία των δοκιμών τους, και έχουν μεγάλη εμπειρία ως κριτές σε ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς ελαιολάδου.
Ένας ακόμη στρατηγικός στόχος ήταν ο Διαγωνισμός να προηγείται χρονικά των μεγάλων διεθνών διοργανώσεων, ώστε οι παραγωγοί να έχουν ήδη μια έγκυρη αξιολόγηση πριν απευθυνθούν στο εξωτερικό.
Ο πρώτος στόχος του Διαγωνισμού ήταν η βελτίωση της ποιότητας. Ο δεύτερος, να πραγματοποιείται νωρίτερα από τους διεθνείς διαγωνισμούς, ώστε οι Κρητικοί παραγωγοί να γνωρίζουν πού βρίσκονται και να μην «τρέχουν» άσκοπα με υπερβολικές προσδοκίες και έξοδα στο εξωτερικό.
Τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους: τα ελαιόλαδα που διακρίνονται στην Κρήτη, όταν συμμετέχουν σε διεθνείς διοργανώσεις, επιστρέφουν σχεδόν στο σύνολό τους με χρυσά και ανώτερα βραβεία.
«Παγωμένη» η αγορά ελαιολάδου στην Κρήτη – Ασύμφοροι, άγονοι διαγωνισμοί και χαμηλές τιμές συνθέτουν το σκηνικό
Σε μία από τις πιο δύσκολες ελαιοκομικές χρονιές των τελευταίων ετών εξελίσσεται η φετινή περίοδος στην Κρήτη, με τις τιμές να παραμένουν καθηλωμένες και την εμπορική κίνηση να χαρακτηρίζεται εξαιρετικά περιορισμένη.
Αν και, με τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν φέτος και οδήγησαν σε εξαιρετικά μειωμένη παραγωγή, θα περίμενε κανείς μια καλύτερη προοπτική για το λάδι που υπήρχε και ίσως καλύτερες τιμές, δεν συμβαίνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Η μείωση ανά περιοχή ξεκινά από το 40% της περυσινής χρονιάς, που επίσης δεν ήταν καλύτερη και φθάνει ως το 90% στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο.
Αιτία οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, με ακραία καιρικά φαινόμενα (χαλάζι που «ράβδισε» πρόωρα τις ελιές), αλλά και η λειψυδρία, που δεν άφησε να αρδευτούν τα λιόφυτα, όπως ήταν επιβεβλημένο. Φυσικά, καθοριστικός παράγοντας η μη ολοκλήρωση του προγράμματος του δάκου, που προφανώς επηρέασε αρνητικά την παραγωγή.
Οι πρόσφατοι διαγωνισμοί συνεταιρισμών αποτυπώνουν το κλίμα στασιμότητας που επικρατεί στην αγορά. Στον Α.Σ. Χουδετσίου (28 τόνοι, οξύτητα 0,39) και στον Α.Σ. Κριτσάς (30 τόνοι, οξύτητα 0,48), οι διαδικασίες κηρύχθηκαν άγονες, καθώς δεν κατατέθηκε καμία προσφορά.
Στη Ζάκρο (55-60 τόνοι, οξύτητα 0,50) και στη Σκοπή Σητείας (60 τόνοι, οξύτητα 0,30-0,50) κατατέθηκε από μία προσφορά, με τιμή 4,71 ευρώ το κιλό, η οποία κρίθηκε ασύμφορη. Στο Θραψανό, για 20 τόνους έξτρα παρθένου ελαιολάδου, η μοναδική προσφορά διαμορφώθηκε στα 4,30 ευρώ το κιλό.
Την ίδια ώρα, μία μικρή ποσότητα έξτρα παρθένου ελαιολάδου, 20 τόνοι, πωλήθηκε μέσω διαγωνισμού από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Εμπάρου στην τιμή των 5,60 ευρώ το κιλό, αποτελώντας ωστόσο εξαίρεση σε μια αγορά που εμφανίζει εμφανή έλλειψη ζήτησης.
Παρά το γεγονός ότι η ποιότητα του προϊόντος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, οι πράξεις είναι περιορισμένες, οι διαγωνισμοί συχνά άγονοι και οι παραγωγοί προβληματισμένοι, καθώς οι τιμές κινούνται σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται στο αυξημένο κόστος παραγωγής.
Η εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι στιγμής δείχνει μια αγορά σε αναμονή, χωρίς ουσιαστική κινητικότητα, σε μία χρονιά που ξεκίνησε με προσδοκίες, αλλά εξελίσσεται με έντονη αβεβαιότητα.
