«Φωτιές ανάβει» το λάδι από την Τυνησία

Στο επίκεντρο μιας ευρωπαϊκής συζήτησης με έντονο γεωπολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα βρίσκεται το ελληνικό -και ιδιαίτερα το κρητικό- ελαιόλαδο, καθώς επανέρχεται δυναμικά το ενδεχόμενο αύξησης των αδασμολόγητων εισαγωγών ελαιολάδου από την Τυνησία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρόκειται για μια εξέλιξη, που προκαλεί έντονη ανησυχία στην Κρήτη, καθώς το βασικό αγροτικό προϊόν, το ελαιόλαδο, απειλείται από πιέσεις τιμών και συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.

Αυτά συμβαίνουν, την ώρα που αναμένεται σήμερα ή αύριο να ανακοινωθούν τα αποθέματα ελαιολάδου από την Τυνησία, που ήδη έχει ρίξει τις τιμές από 3,20 ως 3,60 ευρώ το κιλό.

Η Κρήτη παραμένει ένας από τους σημαντικότερους ελαιοκομικούς πυρήνες της Μεσογείου, με προϊόντα υψηλής ποιότητας, ισχυρή ταυτότητα και εξαγωγικό προσανατολισμό. Ωστόσο, οι πρόσφατες πολιτικές και εμπορικές εξελίξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας.

Το ζήτημα τέθηκε εκ νέου σε εθνικό επίπεδο, με ερώτηση από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, με πρωτοβουλία του βουλευτή Ρεθύμνης Μανόλη Χνάρη. Όπως επισημαίνεται, στο πλαίσιο των ευρωμεσογειακών συμφωνιών, η Τυνησία έχει ήδη τη δυνατότητα να εξάγει δεκάδες χιλιάδες τόνους παρθένου ελαιολάδου στην Ε.Ε. χωρίς δασμούς, ενώ υπάρχουν πλέον σαφείς ενδείξεις ότι επιδιώκεται αύξηση της ποσόστωσης έως και τους 100.000 τόνους ετησίως.

Ο Μανόλης Χνάρης

Παράλληλα, ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στα ζητήματα ποιότητας και διαφάνειας. Όπως καταγγέλλεται, έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις, όπου τυνησιακό ελαιόλαδο εισάγεται χύμα, αναμειγνύεται με έλαια άγνωστης προέλευσης, επανετικετοποιείται και επανεξάγεται ως ευρωπαϊκό προϊόν.

Τέτοιες πρακτικές, πέρα από το οικονομικό σκέλος, πλήττουν ευθέως την εικόνα του κρητικού ελαιολάδου, το οποίο έχει χτιστεί διαχρονικά πάνω στην ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα και τη φήμη του τόπου.

Καταλήγοντας, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ερωτούν τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων:

1) «Ποια είναι η θέση της Κυβέρνησης σε ενδεχόμενη εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε. και της Δημοκρατίας της Τυνησίας, με αντικείμενο την αύξηση της εισαγωγής τυνησιακού ελαιόλαδου στον ευρωπαϊκό χώρο έως τους 100.000 τόνους, με μηδενική δασμολογική επιβάρυνση;

2) Ποιο είναι το ακριβές σχέδιο, που έχετε ή προτίθεστε να εισηγηθείτε στην Ε.Ε., για την αποτροπή επίτευξης μίας τέτοιας εμπορικής συμφωνίας;

3) Σε περίπτωση επίτευξης μίας τέτοιας συμφωνίας, ποια ακριβώς μέτρα θα πάρει η Κυβέρνηση για την προστασία του ελληνικού ελαιόλαδου και την κατοχύρωση της θέσης του στις διεθνείς αγορές;

4) Είναι σε γνώση της Κυβέρνησης φαινόμενα νοθείας τυνησιακού ελαιόλαδου, που έχει εισαχθεί στην ελληνική αγορά;

5) Ποιο είναι το ακριβές σχέδιο που προτίθεστε να εισηγηθείτε στην Ε.Ε. αναφορικά με την ιχνηλασιμότητα του τυνησιακού ελαιόλαδου και την αποτροπή φαινομένων παράνομης ανάμειξης, επανετικετοποίησης και τριγωνοποίησης του;».

Στην Ευρωβουλή

Το θέμα έχει λάβει και ευρωπαϊκές διαστάσεις, καθώς ο ευρωβουλευτής Μανόλης Κεφαλογιάννης κατέθεσε ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κάνοντας λόγο για «αθρόες εισαγωγές» και παρουσιάζοντας στοιχεία που δείχνουν ότι οι εισαγωγές τυνησιακού ελαιολάδου έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, ενώ η μέση τιμή εισαγωγής έχει μειωθεί αισθητά.

Εξελίξεις που, όπως τονίζεται, δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά και εντείνουν τον ανταγωνισμό εις βάρος των παραγωγών χωρών όπως η Ελλάδα.

Ο Μανόλης Κεφαλογιάννης

Ο κ. Κεφαλογιάννης αναφέρει στην ερώτησή του: «Σύμφωνα με ανακοινώσεις της τυνησιακής Κυβέρνησης, έχει ξεκινήσει διαδικασία διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., με στόχο την αύξηση της υφιστάμενης αδασμολόγητης ποσόστωσης εξαγωγών τυνησιακού ελαιολάδου, η οποία δύναται να φθάσει έως και τους 100.000 τόνους ετησίως.

Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, οι εισαγωγές ελαιολάδου από την Τυνησία έως τον Αύγουστο 2025 ανήλθαν σε 131.000 τόνους, σημειώνοντας αύξηση κατά 11%, σε σύγκριση με το έτος εμπορίας 2023/24 και κατά 7,3%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Την ίδια στιγμή, η μέση τιμή εισαγωγής τυνησιακού ελαιολάδου μειώθηκε από 5,48 EUR/kg τον Νοέμβριο 2024 σε 3,48 τον Αύγουστο 2025.

Οι εξελίξεις αυτές προκαλούν ανησυχία στους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, σε μια περίοδο που ο κλάδος αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος παραγωγής, πίεση τιμών και έντονο ανταγωνισμό, ενώ τίθενται και ζητήματα διαφάνειας, ιχνηλασιμότητας και θεμιτού ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά.

Ερωτάται η Επιτροπή:

«Είναι ενήμερη σχετικά με την πρόθεση αύξησης της αδασμολόγητης εξαγωγικής ποσόστωσης ελαιολάδου προς την Ε.Ε. και ποιες ενέργειες ή αξιολογήσεις έχει ήδη πραγματοποιήσει;

Προτίθεται να προβεί σε ειδική εκτίμηση των επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ελαιολάδου και στους παραγωγούς των κρατών-μελών, ώστε να λάβει μέτρα για την ενίσχυση των ελέγχων, της διαφάνειας και της ισότιμης μεταχείρισης των εισαγωγών από τρίτες χώρες;».