ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ: «Υπό αξιοπρεπείς συνθήκες θέλω να μείνω και να προσφέρω στην χώρα μου»

Ο ΣΗΤΕΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΝΕΑΡΟΣ ΑΡΧΙΜΟΥΣΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ ΜΙΛΑ ΣΤΗΝ «Π»

648

Είναι μόλις 30 ετών,  με ζηλευτές σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, βραβευμένος, με  ήδη σημαντικές δουλειές στο ενεργητικό του που προμηνύουν κι ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Γεννημένος στην Αθήνα, με  καταγωγή από τη Σητεία και μεγαλωμένος στο Ηράκλειο, ο μαέστρος Γιάννης Πρωτόπαπας δεν φανταζόταν    όσα έχουν συμβεί έως τώρα έστω κι αν όλα ξεκίνησαν με… «Φαντασία». Η ταίνα της Disney όπου διηύθηνε ένας από τους αγαπημένους του μαέστρους, ο Leopold Stokowski  του έδειξε ότι η μουσική είναι το δικό του μονοπάτι στη ζωή.

«Όλα – λέει ο  ίδιος  μιλώντας στην «Π» – ήρθαν σταδιακά με πολλή προσπάθεια, πάθος για τη μουσική, υπομονή και επιμονή. Βέβαια, για μένα είναι ακόμα πολύ νωρίς για να πω ότι έχω καταφέρει κάτι σημαντικό. Για αυτό και θα συνεχίσω βάζοντας όλο και υψηλότερους στόχους».

Τώρα ετοιμάζεται  να  διευθύνει – αυτό το   Σαββατοκύριακο – την ορχήστρα στον «Βαφτιστικό» που επιστρέφει στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου για δύο παραστάσεις.

«Το έχω ξαναπεί -επισημαίνει-και το πιστεύω ακράδαντα ότι αν αυτό το έργο είχε γραφτεί σε μία άλλη γλώσσα, για παράδειγμα στα Ιταλικά, θα παιζόταν στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου μάζι με άλλες σημαντικές οπερέτες του ρεπερτορίου, όπως η Νυχτερίδα του Στράους ή Ο Ορφέας στον Άδη του Όφενμπαχ».

Ο  Γιάννης Πρωτόπαπας μιλά με πάθος και για το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο τονίζοντας ότι είναι    ένας εξαιρετικός χώρος υψηλών προδιαγραφών. «Είμαστε πολύ τυχεροί που το  έχουμε στον τόπο μας. Ανεβάζει το πολιτιστικό επίπεδο της πόλης αρκετά σκαλιά πάνω. Η εμπειρία του να παίζεις εκεί είναι φανταστική. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε ένα μικρό μέγαρο» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος στη συνέντευξή του στην «Π» μιλά για το Ηράκλειο των παιδικών του χρόνων, τα πιο τρελό του όνειρο που  έγινε πραγματικότητα κι αυτό  που περιμένει να πραγματοποιηθεί, για την συγκινητική του εμφάνιση ως αρχιμουσικός στον τόπο καταγωγής του, την Σητεία και πολλά άλλα.

«Από τα παιδικά μου χρόνια στο Ηράκλειο έχω δυνατές φιλίες οι οποίες κρατάνε μέχρι και σήμερα»

-Μόλις 30 και ήδη έχετε κερδίσει σημαντικά βραβεία, ενώ έχετε διευθύνει σημαντικές συναυλίες. Το μικρό παιδί με καταγωγή από τη Σητεία τα φανταζόταν όλα αυτά;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Όλα αυτά ήρθαν σταδιακά με πολλή προσπάθεια, πάθος για τη μουσική, υπομονή και επιμονή. Βέβαια, για μένα είναι ακόμα πολύ νωρίς για να πω ότι έχω καταφέρει κάτι σημαντικό. Για αυτό και θα συνεχίσω βάζοντας όλο και υψηλότερους στόχους.

-Γεννηθήκατε στην Αθήνα από Σητειακούς γονείς, αλλά πολύ νωρίς μετακομίσατε στο Ηράκλειο. Πως ήταν εκείνα τα χρόνια στο Ηράκλειο;

Ήταν πολύ ευχάριστα και ήρεμα χρόνια γεμάτα από όμορφες στιγμές με την οικογένεια και τους φίλους μου. Τότε ξεκίνησε και η ενασχόληση μου με την μουσική, ξεκινώντας μαθήματα πιάνου σε πολύ μικρή ηλικία.

-Τι θυμάστε ιδιαίτερα από το Ηράκλειο των παιδικών σας χρόνων;

Από τα παιδικά μου χρόνια στο Ηράκλειο έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Δυνατές φιλίες από το σχολείο οι οποίες κρατάνε μέχρι και σήμερα. Βόλτες στο στολισμένο κέντρο τις γιορτές αλλά και ωραίες συναυλίες τα καλοκαίρια στο κηποθέατρο Καζαντζάκης, Χατζιδάκις και στην Πύλη Βηθλεέμ.

– Πότε  και πώς αποφασίσατε ότι ο δρόμος της μουσικής  είναι ο δικός σας δρόμος;

Την απόφαση για τον δρόμο της μουσικής και συγκεκριμένα της διεύθυνσης την πήρα σε πολύ μικρή ηλικία, συνεπαρμένος από μια ταίνα της Disney που είχα δει, την Φαντασία. Εκεί διευθύνει ένας από τους αγαπημένους μου μαέστρους, ο Leopold Stokowski. Βλέποντας τον να διευθύνει την ορχήστρα μαγεύτηκα από τις κινήσεις των χεριών του και τον ήχο που έβγαζε η ορχήστρα και είπα ότι αυτό θέλω να κάνω και εγώ. Αυτό βέβαια, παρόλο που συνέβη σε ηλικία 3-4 ετών, είχε μείνει στο υποσυνείδητο μου, με αποτέλεσμα να πάρω συνειδητά την απόφαση όταν ήμουν στην πρώτη τάξη του λυκείου.

-Τί ρόλο έπαιξε η οικογένεια σ’ άυτήν σας την απόφαση;

Η οικογένειά μου έπαιξε σήμαντικο ρόλο διότι μου έδωσαν το ερέθισμα από πολύ μικρός να θέλω να ενασχοληθώ με την μουσική. Άκουγα μάζι με τον πατέρα μου κλασική μουσική και όπερα, οπότε εξοικειώθηκα και αγάπησα πολύ τον συμφωνικό ήχο αρκετά νεαρή ηλικία. Αυτό με συντρόφευε ανά τα χρόνια και μου έδινε κίνητρο να συνεχίσω να ακολουθώ και να εξελίσσομαι σε αυτό που αγαπώ.

-Ποιά ήταν η πρώτη συναυλία που διευθύνατε και ποιά συναισθήματα βιώσατε  όταν ανεβήκατε στο πόντιουμ;

Η πρώτη μου μεγάλη συναυλία ήταν στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα πριν 10 χρόνια περίπου στο Κοντσέρτο για Πιάνο Νο.20 σε Ρε ελάσσονα του Μότσαρτ. Θύμαμαι ότι είχα άρκετο άγχος όσο ήμουν στα παρασκήνια πριν αρχίσει η συναυλία. Αλλά με το που βγήκα στην σκηνή και άρχισα να διευθύνω, ως δια μαγείας όλο το άγχος που είχα έφυγε και αφέθηκα εστιάζοντας μόνο στους μουσικούς, το έργο, και στον ήχο των οργάνων.

-Η επιστροφή στον τόπο καταγωγής της Σητεία και στο Ηράκλειο ως διευθυντής ορχήστρας είχαν παραπάνω συναισθηματική φόρτιση;

Ναι, σίγουρα είχε. Το να παίζεις μετά από χρόνια στο εξωτερικό στον τόπο σου μπροστά σε τόσους φίλους και συγγενείς είναι πολύ συγκινητικό και μία αρκετά ιδιαίτερη εμπειρία. Νιώθω πραγματικά τυχερός και χαίρομαι πολύ που μπορώ και προσφέρω στον τόπο που κατάγομαι και τον τόπο που μεγάλωσα και έχω τόσες όμορφες αναμνήσεις.

-Το πιο τρελό σας  όνειρο που έχετε κάνει για την δουλειά σας και ήδη έχει πραγματοποιηθεί;

Μία μεγάλη επιθυμία που είχα ήταν να διευθύνω στον ιστορικό χώρο του Ηρωδείου. Αυτό έγινε φέτος σε μία επετείακη συναυλία του αγαπημένου μας συνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου για τα 50 του χρόνια καλλιτεχνικής πορείας. Το να διευθύνεις μία τόσο σημαντική συναυλία σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο, κάτω από τα ιερά μάρμαρα της Ακρόπολης είναι πραγματικά μια μαγική εμπειρία που δεν περιγράφεται με λόγια.

-Και ποιό είναι αυτό που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη;

Πολλά δεν έχουν γίνει πραγματικότητα ακόμη. Αυτό όμως που θα ήθελα πολύ είναι να διευθύνω κάποια στιγμή στην Metropolitan Opera της Νεας Υόρκης. Συγκεκριμένα την Τουραντότ του Πουτσίνι, η οποία είναι και η αγαπημένη μου όπερα.

«Η ελληνική πραγματικότητα για έναν νέο μαέστρο δυστυχώς είναι αρκετά δύσκολη»

-Πώς είναι τα ελληνικά μουσικά πράγματα για ένα νέο μαέστρο;

Η σημερινή ελληνική πραγματικότητα για έναν νέο μαέστρο δυστυχώς είναι αρκετά δύσκολη. Ο λόγος είναι ότι ο πολιτισμός και συγκεκριμένα τα μουσικά σύνολα τα τελευταία χρόνια έχουν πληγεί λόγω της ακρίβειας και της πανδημίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι θέσεις αλλά και οι ευκαιρίες που μπορούν να δοθούν σε νέους αρχιμουσικούς να είναι αρκετά περιορισμένες.

-Έχουν αλλάξει τα πράγματα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά στους νέους καλλιτέχνες που ασχολουνται με την κλασκή μουσική ή είναι τελικά μονόδρομος το εξωτερικό;

Από την μία έχουν αρχίσει σιγά σιγά να δίνονται πιο πολλές ευκαιρίες στους νέους καλλιτέχνες στην χώρα μας, αλλά από την άλλη οι συνθήκες είναι ακόμα δύσκολες για να χτίσει ένας νέος καλλιτέχνης μία σημαντική καριέρα στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι στο εξωτερικό είναι μονόδρομος ή είναι πιο εύκολα απλά όλοι οι νέοι καλλιτέχνες πρέπει να παλεύουν για τα όνειρά τους και τους στόχους και να μην τα παρατάνε λόγω των δύσκολων συνθηκών γιατί όπως έχω ξαναπεί όταν είσαι καλός σε αυτό που κάνεις και το κάνεις με αγάπη, δεν θα χαθείς όπου και να βρίσκεσαι.

-Τελειώσατε το διδακτορικό που κάνατε στις ΗΠΑ;

Ναι, άρχισα το 2018 και παρόλες τις δυσκολίες που μεσολάβησαν λόγω της πανδημίας αποφοίτησα τον Μάϊο του 2021 με άριστα καταθέτοντας την διατριβή μου και ολοκληρώνοντας τα διδακτορικά μου ρεσιτάλ.

«Αν ο Βαφτιστικός είχε γραφτεί σε μία άλλη γλώσσα, θα παιζόταν στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου»

-Γιατί 104 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου, ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη υπήρξε και παραμένει η πιο αγαπητή ελληνική οπερέτα;

Ένας σημαντικός λόγος είναι σίγουρα τα τραγούδια του με τα οποία έχουν μεγαλώσει τέσσερις γενιές Ελλήνων. Τραγούδια που έχουμε τραγουδήσει σχεδόν όλοι κάποια στιγμή και έχουμε αγαπήσει. Ακόμη, οι έξυπνοι διάλογοι, οι χιουμοριστικές ατάκες αλλά και η πλοκή του έργου είναι άλλος ένας λόγος που αυτή η οπερέτα είναι τόσο δημοφιλής.

-Γιατί κατά τη γνώμη σας συγκινεί όχι  μόνο τους φιλόμουσους υπό τη στενή έννοια, αλλά και το ευρύτερο κοινό;

Ένας βασικός λόγος είναι οι όμορφες μελωδίες, αλλά και οι στίχοι οι οποίοι μένουν στην μνήμη του ακροατή και μπορούν να τραγουδηθούν εύκολα. Επίσης, η πλοκή του έργου παρόλο το ότι διαδραματίζεται στα τέλη των Βαλκανικών πολέμων είναι επίκαιρη ακόμη και σήμερα με ένα βαθύ αντιπολεμικό μήνυμα αλλά και με ένα μήνυμα ενότητας και αισιοδοξίας ανεξαρτήτως καταστάσεων το οποίο με καυστικό, πολύ έξυπνο και χιουμοριστικό ύφος αγγίζει το κοινό.

-Ποιά είναι η δική σας οπτική ως μαέστρος για το  έργο αυτό που έχει περάσει στην λαική κουλτούρα;

Το έχω ξαναπεί και το πιστεύω ακράδαντα ότι αν αυτό το έργο είχε γραφτεί σε μία άλλη γλώσσα, για παράδειγμα στα ιταλικά, θα παιζόταν στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου μάζι με άλλες σημαντικές οπερέτες του ρεπερτορίου, όπως η Νυχτερίδα του Στράους ή Ο Ορφέας στον Άδη του Όφενμπαχ.

Από μουσικής σκοπιάς ο Σακελλαρίδης έχει καταφέρει με περίτεχνο τρόπο να συνθέσει μελωδίες με την κομψότητα που οφείλει να έχει η οπερέτα και να το συνδυάσει με το ελληνικό στοιχείο. Επίσης, ένας ακόμη σημαντικός λόγος είναι ο έντονος ρομαντισμός του έργου το οποίο αντικατοπτρίζει τη μαγεία και το μεγαλείο του έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις οι οποίες είναι διαχρονικές. Ο συνδυασμός λοιπόν του χιουμοριστικού στοιχείου, των εύθυμων μελωδιών και του ρομαντισμού είναι το κλειδί για την δημοτικότητα αυτού του έργου στην λαϊκή κουλτούρα.

Η δική μου Κρήτη προσφέρει στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση ανοίγοντας νέους ορίζοντες
“Η δική μου Κρήτη προσφέρει στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση ανοίγοντας νέους ορίζοντες”

«Στο ΠΣΚΗ είναι σαν να βρίσκεσαι σε ένα μικρό Μέγαρο»

-Το Ηράκλειο απέκτησε το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο, στο οποίο ήδη έχετε εμφανιστεί. Πώς ήταν η εμπειρία;

Το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο είναι πραγματικά ένας εξαιρετικός χώρος υψηλών προδιαγραφών, τον οποίο είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε στον τόπο μας. Ανεβάζει το πολιτιστικό επίπεδο της πόλης αρκετά σκαλιά πάνω. Η εμπειρία του να παίζεις εκεί είναι φανταστική. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε ένα μικρό μΜέγαρο.

«Ο μαέστρος πρέπει είναι ηγέτης αλλά παράλληλα μέλος του συνόλου»

-Πού ζείτε τωρα; Θα μπορούσατε να ζήσετε και να εργαστείτε μόνιμα στην Ελλάδα;

Αυτή την στιγμή βρίσκομαι στην Ελλάδα και ζω μεταξύ Κρήτης και Αθήνας λόγω κυρίως δουλειάς. Αν υπάρξει προοπτική να δημιουργηθούν ευκαιρίες και θέσεις για νέους μουσικούς σαν και μένα με τις οποίες να έχεις την δυνατότητα να εργαστείς υπό αξιοπρεπείς συνθήκες θα μπορούσα να μείνω και να προσφέρω στην χώρα μου.

-Ποια είναι τα συστατικά ενός καλού διευθυντή ορχήστρας;

Για μένα το πιο βασικό συστατικό είναι να μπορεί να διαχειριστεί ο μαέστρος τον ανθρώπινο παράγοντα. Κάτι το οποίο έχει να κάνει αρκετά με την νοοτροπία και την ψυχοσύνθεση του κάθε ατόμου και δεν μπορεί να διδαχθεί από κάπου. Επίσης, ο μαέστρος πρέπει να είναι ένα άτομο το οποίο να εμπνέει τους γύρω και να κατακτάει τον σεβασμό τους μέσα από την δουλειά του. Να είναι ηγέτης αλλά παράλληλα μέλος του συνόλου με τον οποίο να νιώθουν οι μουσικοί σιγουριά και να θέλουν να τον ακολουθήσουν. Όσον αφορά τα τεχνικά συστατικά που θα πρέπει να έχει είναι σίγουρα το καλό μουσικό αυτί, μια καθαρή και σαφής κίνηση και η βαθειά κατανόηση του έργου που διευθύνει.

-Έχετε πρότυπα;

Το πρότυπό μου ως άνθρωπος, για την στάση ζωής του, αλλά και ως μουσικός είναι ο μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος, στον οποίο είναι πάνω και η διδακτορική μου διατριβή.  Ένας καταπληκτικός άνθρωπος και μαέστρος, με μοναδικές ερμηνείες ο οποίος αφιέρωσε πραγματικά όλη του την ζωή στην μουσική.

-Νιώθετε ότι η ενασχόληση με την μουσική αφαιρεί από την προσωπική σας ζωή;

Η δουλειά του μαέστρου είναι αρκετά μοναχική διότι απαιτεί συνεχή προσωπική προετοιμασία και πολύωρη μελέτη στο σπίτι με την παρτιτούρα. Πλέον, δεν νιώθω ότι στερούμαι στην προσωπική μου ζωή καθότι έχω μάθει να τα εξισορροπώ και να αφιερώνω χρόνο για μένα και τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

Όλα θέλουν μέτρο και ένα καλό προγραμματισμό.

-Ποιά είναι τα σχέδιά σας  για το μέλλον;

Να έχω μία ανοδική πορεία στο επάγγελμά μου με πολλές σημαντικές συνεργασίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

-Ποιά είναι η δική σας Κρήτη;

Η δική μου Κρήτη είναι μια Κρήτη η οποία προσφέρει στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση ανοίγοντας νέους ορίζοντες και δημιουργώντας υποδομές, ενώ παράλληλα επενδύει σε νέους ανθρώπους δίνοντάς τους την δυνατότητα να μπορούν να συνεισφέρουν στον τόπο τους.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει