…ου θνήσκουσι θανόντες, αμυνόμενοι περί πάτρης…

1,045

Αγαπητοί αναγνώστες, δημοσιεύουμε σήμερα 82 χρόνια από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, την ομιλία – παρουσίαση που έγινε την Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022 στο Παγκρήτιο Εκπαιδευτήριο τις εορταστικές εκδηλώσεις του Σχολείου για την επέτειο του’40:

´«Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά, τελεσίγραφο του δικτάτορα της Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ο Εμμανουέλε Γκράτσι κάθισε στην πολυθρόνα του σπιτιού του Ιωάννη Μεταξά και ο Μεταξάς στον καναπέ. Αφού ο Πρωθυπουργός άκουσε με προσοχή τα λόγια του Ιταλού πρέσβη, απάντησε:

Alors, c’est la guerre (αλόρ, σε λα γκερ)

που στα γαλλικά σημαίνει:

– Λοιπόν, έχουμε πόλεμο!

Αμέσως κηρύχθηκε γενική επιστράτευση. Οι Έλληνες έτρεχαν να καταταγούν, οι φαντάροι αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους και οι μανάδες τους γιους τους.

Στους στρατιώτες μας ήταν φανερός ο ενθουσιασμός, δεν υπήρχε ίχνος φόβου στα πρόσωπά τους, όλοι έφευγαν με τα τρένα για τα βόρεια σύνορα της χώρας μας έχοντας το χαμόγελο στα χείλη τους.

82 χρόνια από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου

Όλες οι εφημερίδες της εποχής, κυκλοφόρησαν με την είδηση του πολέμου στα πρωτοσέλιδά τους. Την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1940, η εφημερίδα των Αθηνών ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΜΕΛΛΟΝ, κυκλοφόρησε με άρθρο στην πρώτη της σελίδα με τίτλο:

ΟΧΙ!

Από τότε, ο πόλεμος του 1940 ονομάστηκε πόλεμος του ΟΧΙ, επέτειος του ΟΧΙ.

Από τις 28 Οκτωβρίου ως τις 13 Νοεμβρίου οι μάχες διεξάγονταν σε Ελληνικό έδαφος, στην οροσειρά της Πίνδου. Από τις 14 Νοεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου 1941, οι Έλληνες στρατιώτες μας με μια μεγάλη αντεπίθεση απώθησαν τους Ιταλούς στη γειτονική Αλβανία και οι μάχες γίνονταν πλέον σε αλβανικό έδαφος. Η περίοδος από 7 Ιανουαρίου ως 26 Μαρτίου 1941, ήταν η πιο σκληρή του πολέμου. Τότε χάθηκαν χιλιάδες Κρητικοί στρατιώτες μας, οι περισσότεροι στα στενά της Κλεισούρας και στις μάχες των υψωμάτων του βουνού Τρεμπεσίνα.

Τις νικηφόρες μάχες του Ελληνικού στρατού, ζωγράφισε ο σπουδαίος ζωγράφος Αλέξανδρος Αλεξανδράκης που πήρε μέρος κι αυτός στον πόλεμο ως στρατιώτης.

Οι δυσκολίες που συνάντησε ο Ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν:

  • Φαντάρος αποχαιρετά το μικρό παιδί του και αναχωρεί για το μέτωπο.
    Φαντάρος αποχαιρετά το μικρό παιδί του και αναχωρεί για το μέτωπο. (πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, ΔΙΣ)

    Ο πλήρως εξοπλισμένος Ιταλικός στρατός

  • Η λάσπη
  • Το χιόνι (τα κρυοπαγήγματα)
  • Οι ανεμοθύελλες και χιονοθύελλες
  • Το κρύο
  • Η βροχή
  • Ο δύσκολος ανεφοδιασμός (έλλειψη τροφής)

Τους στρατιώτες βοήθησαν οι ηρωίδες γυναίκες της Πίνδου κουβαλώντας πολεμοφόδια, αλλά και όλες οι Ελληνίδες γυναίκες που έπλεκαν ζεστά μάλλινα ρούχα γα τα φανταράκια μας.

Η Σοφία Βέμπο με τα τραγούδια της ενθουσίαζε τους Έλληνες, δίνοντας θάρρος στους στρατιώτες μας. Μαζί με τις Ελληνίδες νοσοκόμες, η Σοφία Βέμπο παρέμεινε στην ιστορία ως «η τραγουδίστρια της νίκης».

Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του

μ’ όλα τα φτερά.

Και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει

βρε, το φουκαρά.

Ωχ!

Τον τσολιά μας τον λεβέντη βρίσκει στα βουνά

και ταράζει τον αφέντη τον μακαρονά. ..

Ο Μουσολίνι έλεγε ότι σε τρεις μέρες από την έναρξη του πολέμου, θα πίνει καφέ στην Αθήνα. Γι’αυτό οι Έλληνες γελοιογράφοι της εποχής του αφιέρωσαν αρκετά χιουμοριστικά σκίτσα, όπως αυτό της πρωταπριλιάς που λέγονται τα ψέματα, του μικρού Έλληνα τσολιά που τον αιχμαλωτίζει, του τσολιά και του φαντάρου μας που παίζουν μπάλα με το σώμα του. Και αντί ο Μουσολίνι να πίνει καφέ σε τρεις μέρες στην Αθήνα, οι γενναίοι Έλληνες μαχητές νίκησαν τους Ιταλούς στρατιώτες του σ’αυτόν τον πόλεμο.

Ένας έξυπνος και με χιούμορ γελοιογράφος, δημιούργησε ένα μικρό τεύχος με ήρωα τον Καραγκιόζη. Του έδωσε τίτλο:

Ο Μπαρμπαγιώργος κι ο Καραγκιόζης βομβαρδίζουν τη Ρώμη

Όμως το Ελληνικό αεροπλάνο, αντί για βόμβες, ρίχνει στον Μουσολίνι και τη Ρώμη Ελληνικά τσαρούχια των ευζώνων μας.

Η Πέμπτη (V) Μεραρχία Κρητών που έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ήταν ένας στρατιωτικός σχηματισμός που αποτελούνταν αποκλειστικά από Κρήτες στρατιώτες. Στη δύναμή του είχαν ενταχθεί:

Το 14ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τα Χανιά.

Το 43ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα το Ρέθυμνο.

Το 44ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα του Ηράκλειο.

Το 5ο Σύνταγμα πυροβολικού με έδρα τη Σούδα.

Οι αξιωματικοί της Μεραρχίας ήταν 565

Οι στρατιώτες της ήταν 18.662. Τα υποζύγια, (άλογα και μουλάρια), ήταν 687.

Τα οχήματά της ήταν 81.

Η Πέμπτη Μεραρχία μεταφέρθηκε με πλοία στην Αθήνα.

Στις 29 Νοεμβρίου έφτασε με τρένα στο Αμύνταιο του νομού Φλώρινας.

Μετά από πεζοπορία, η Κρητική Μεραρχία βρέθηκε στα σύνορα με την Αλβανία.

Οι στρατιώτες μας πέρασαν τα σύνορα και μπήκαν στην Αλβανία στις 13 Δεκεμβρίου 1940. Στις 18 Ιανουαρίου πήραν το βάπτισμα του πυρός στα στενά της Κλεισούρας.

Από τότε ως το τέλος του πολέμου στις 26 Μαρτίου 1941, οι Κρητικοί στρατιώτες πολεμούσαν τους Ιταλούς στην οροσειρά της Τρεμπεσίνας.

Η Πέμπτη Μεραρχία Κρητών είχε τις μεγαλύτερες απώλειες από κάθε άλλον στρατιωτικό σχηματισμό του Ελληνικού στρατού.

1.141 νεκροί (αξιωματικοί και στρατιώτες).

2.025 τραυματίες (ανάπηροι και παγόπληκτοι).

Συνολικά, ο Ελληνικός στρατός είχε 7.968 νεκρούς (αξιωματικούς και στρατιώτες).

Ο πρώτος νεκρός Κρητικός του Ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν ο Ανθυπολοχαγός Μπριλλάκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου του 14ου Συντάγματος (Χανίων).

Γεννήθηκε στη Χαλέπα Χανίων το 1920. Σκοτώθηκε στην Τρεμπεσίνα στις 29 Ιανουαρίου 1941.

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Μπριλλάκη καταγράφεται και στο λαϊκό τραγούδι που δημιούργησε η Καλλιόπη Κοζυράκη από το χωριό Μουχτάρω Πεδιάδος με τους παρακάτω στίχους:

…το πρώτο θύμα των Κρητών, της 5ης Μεραρχίας,

Μπριλλάκης ονομάζεται κι έχει μεγάλη αξία. ..

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 ως τις 6 Απριλίου 1941. Ο πόλεμος με τους Ιταλούς τελείωσε, όταν οι σύμμαχοί τους Γερμανοί, επιτέθηκαν στην Ελλάδα από τα σύνορα με τη Βουλγαρία, στις 6 Απριλίου 1941. Τότε οι Έλληνες είπαν για δεύτερη φορά ΟΧΙ στους Γερμανούς.

Σ’αυτόν τον πόλεμο νικήσαμε τους Ιταλούς, αλλά αναγκαστήκαμε να συνθηκολογήσουμε μετά τη γερμανική επίθεση. Η συνθηκολόγηση υπογράφηκε στις 13 Απριλίου 1941, όπως λέει και το τραγούδι της Πέμπτης Μεραρχίας:

…ο Απρίλης είχε δεκατρείς, πού’ρθενε το μαντάτο

αφήστε τα δουλεύετε και πάρετ’ ίσα κάτω…

Η Ελληνική Ιστορία γράφεται από ανθρώπους που δρουν. Έχει επομένως πρόσωπο. Θα παρουσιάσουμε ενδεικτικά τέσσερις περιπτώσεις Κρητών στρατιωτών μας, που συνέβαλαν και αυτοί στο έπος του σαράντα’40.

Περίπτωση 1η: Νικόλαος Κριτσωτάκης του Ευσταθίου, από τη Νεάπολη Λασιθίου, δάσκαλος. Έπεσε στις 25 Ιανουαρίου 1941 στο χωριό Άρτζα Ντι Σόμπρα.

Ο Νίκος ήταν δάσκαλος και ψάλτης στην εκκλησία. Ο παππούς του Νικόλαος Κριτσωτάκης έγραψε γι’αυτόν το παρακάτω τραγούδι:

γελοιογράφος, δημιούργησε ένα μικρό τεύχος με ήρωα τον Καραγκιόζη. Του έδωσε τίτλο: «Ο Μπαρμπαγιώργος κι ο Καραγκιόζης βομβαρδίζουν τη Ρώμη».
Αντί ο Μουσολίνι να πίνει καφέ σε τρεις μέρες στην Αθήνα, όπως δήλωνε, οι γενναίοι Έλληνες μαχητές νίκησαν τους Ιταλούς στρατιώτες του σ’αυτόν τον πόλεμο. Ένας έξυπνος και με χιούμορ γελοιογράφος, δημιούργησε ένα μικρό τεύχος με ήρωα τον Καραγκιόζη. Του έδωσε τίτλο: «Ο Μπαρμπαγιώργος κι ο Καραγκιόζης βομβαρδίζουν τη Ρώμη». Όμως το Ελληνικό αεροπλάνο, αντί για βόμβες, ρίχνει στον Μουσολίνι και τη Ρώμη τσαρούχια των ευζώνων μας. (Πηγή: Μουσείο Μπενάκη)

Νίκο μας ψάλτη δάσκαλε, τι ήτανε γραφτό σου,

στης Αλβανίας τα βουνά, να βρεις το θάνατό σου.

Στης Αλβανίας τα βουνά, στους βράχους τα χαράκια,

επέσατε Νικάκι μου έντεκα χωριανάκια.

Στης Αλβανίας τα βουνά, στους βράχους και στα χόρτα,

θα κάνετε Νικάκι μου, Χριστούγεννα και Φώτα.

Αρχιμηνιά κι αποκριές, Χριστούγεννα και Πάσχα,

μονάχοι με τον ήλιο σας, φεγγάρι και με τ’ άστρα.

Εκεί θα ψάλλεις Νίκο μου και το Χριστός Ανέστη,

εκεί’ χτισες το σπίτι σου, χωρίς πέτρες κι ασβέστη.

…………………………..

Παρακαλούμε τον Θεό, Χριστό και Παναγία,

να μας σε δίνει υπομονή, αγάπη και υγεία.

Ώστε να σε θυμούμαστε, σε όλη τη ζωή μας,

για την Πατρίδα έπεσες και είναι προς τιμή μας.

Περίπτωση 2η: Γεώργιος Μπιτζαράκης του Δημητρίου από το χωριό Μπιτζαριανώ Πεδιάδος. Έπεσε στις 2 Μαρτίου 1941 στο χωριό Άρτζα Ντι Σόμπρα. Στην πλατεία του χωριού Μπιτζαριανώ, που ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Καστελλίου του Δήμου Μινώα Πεδιάδας, βρίσκεται η προτομή του παλικαριού Γεωργίου Μπιτζαράκη.

Ο Γεώργιος Μπιτζαράκης, πολεμούσε μαζί με τους συντρόφους του στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Στις 2 Μαρτίου 1941 το μεσημέρι, έπεσε δίπλα του μια οβίδα από τις χιλιάδες που έριχναν καθημερινά οι Ιταλοί. Το παλικάρι σκοτώθηκε.

Οι φίλοι του τον σκέπασαν με πέτρες μόλις νύχτωσε.

Την άλλη μέρα, μια νέα οβίδα έπεσε πάνω στο πρόχειρο μνήμα του και το παλικάρι διαμελίστηκε. Τα μέλη του σώματός του σκορπίστηκαν στην πλαγιά.

Τη νύχτα και πάλι οι φίλοι του μάζεψαν τις σάρκες του. Τις τοποθέτησαν σε ένα σεντόνι και τον έθαψαν για δεύτερη φορά στο ίδιο μέρος. Τοποθέτησαν κι ένα μικρό ξύλινο σταυρό. Όταν τελείωσαν, επέστρεψε ο καθένας στη θέση του, σε ένα χαντάκι μέσα στο χιόνι. Όλοι έκρυψαν τη λύπη και τη στενοχώρια τους, βαθιά στην ψυχή τους. Αυτό που δεν έκρυψαν, ήταν ένα δάκρυ για τον Μπιτζαρογιώργη. Ένα καυτό δάκρυ, που κύλησε κι έπεσε στο χιόνι.

Περίπτωση 3η: Λευτέρης Μπαλτζάκης του Γεωργίου από τον Καρδουλιανώ Πεδιάδος. Έπεσε στις 9 Μαρτίου 1941 στο ύψωμα Μετζγκοράνι της Τρεμπεσίνας. Στο κάλεσμα της πατρίδας την 28η Οκτωβρίου 1940, ο Λευτέρης παρουσιάστηκε και ήταν ένας από τους πρώτους επίστρατους. Όλοι οι στρατιώτες μας ήθελαν να πάνε αμέσως στο μέτωπο.

Έχοντας τον βαθμό του Λοχία, μεταφέρθηκε με την Πέμπτη Μεραρχία Κρητών στο μέτωπο. Ο Λευτέρης υπηρετούσε στο πυροβολικό. Στις 9 Μαρτίου 1941, ο Μουσολίνι εξαπέλυσε την μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών με την ονομασία PRIMAVERA. Την πρώτη ημέρα έναρξης της Ιταλικής επίθεσης, στις 9 Μαρτίου 1941, ο Λευτέρης σκοτώθηκε στον αυχένα του υψώματος Μετζγκοράνι από Ιταλική οβίδα. Ένας συμπολεμιστής του από το χωριό Σμάρι, ο Μανόλης Καλυκάκης του Αντωνίου, πολέμησε μαζί με τον Λευτέρη Μπαλτζάκη και διηγείται:

…μας εβάνανε οι Ιταλοί από τα Τρία Αυγά. Ο Λευτέρης επήγαινε και ήφερνε συσσίτιο στους στρατιώτες του πυροβόλου του. Ήτανε λοχίας. Του λέμε, Λευτέρη κάτσε! Μας ε λέει, δε σκοτώνουνε οι σφαίρες! Και ποιος σκοτώνει; Ο Θεός! μας ήλεγε. Στα τελευταία ήπεσε μια οβίδα και τόνε χτύπησε ένα βλήμα στη κοιλιά και τόνε σκότωσε. Άντρας πολύ ζωηρός, δεν εφοβούντανε τίποτα. Πιάνω και βρίσκω ένα κουτάκι που μας εφέρνανε τσι Κορινθιακές σταφίδες

το’ κοψα και ήκανα ένα σταυρό. Γράφω απάνω, Ελευθέριος Μπαλτζάκης, λοχίας του πυροβολικού από τη Κρήτη.

Εκειά θαν είναι ακόμη…

Περίπτωση 4η: Γεώργιος Χαραλαμπάκης του Μιχαήλ από το Καστέλλι Πεδιάδος.

Ο Γεώργιος Χαραλαμπάκης ήταν ανάπηρος στα κάτω άκρα από κρυοπαγήματα και διηγείται για το χειρουργείο που του έγινε και με ποιο τρόπο οι γιατροί του έκοψαν τα πόδια:

«…την άλλη μέρα βλέπω τα πόδια μου με επιδέσμους χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει. Την δεύτερη μέρα έρχεται το κλιμάκιο των γιατρών για αλλαγή. Ο νοσοκόμος μου βγάζει τους επιδέσμους και βλέπω τα πόδια μου σκισμένα με τρεις χαρακιές το καθένα. Ο νοσοκόμος με κάποιο ειδικό εργαλείο στην άκρη ενός ψαλιδιού, με καθαρίζει και τοποθετεί άλλες γάζες. Δεν θυμάμαι αν έγιναν τρεις ή τέσσερις αλλαγές, αλλά σε κάθε αλλαγή έβλεπα τα δάχτυλά μου να παίρνουν ένα μαύρο χρώμα.

Ένα πρωί έρχεται ένας γιατρός με δυο αδερφές και σέρνουν ένα καροτσάκι με τα ιατρικά εργαλεία. Έρχονται στο κρεβάτι μου. Οι αδερφές μου λύνουν τους επιδέσμους από τα πόδια. Ο γιατρός κάθεται στο κρεβάτι με την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα. Οι αδερφές κάθονται η μια από τα δεξιά και η άλλη από τα αριστερά και μου πιάνουν την κουβέντα. Πόσα αδέρφια είμαστε, πως λένε τον πατέρα μου, πως τη μάνα μου. Μια ψαλιδιά αισθάνομαι και δίδω ένα τίναγμα

 

στο πόδι μου χωρίς να ξέρω τι κάνει ο γιατρός. Η κουβέντα συνεχίζεται και οι ψαλιδιές το ίδιο. Εγώ να τινάσσω το πόδι μου μετά από κάθε ψαλιδιά. Η μια αδερφή πιάνει τους επιδέσμους και μου δένει τα πόδια. Φεύγουν ο γιατρός με τις νοσοκόμες. Δεν είδα τι έγινε αλλά εκατάλαβα.

Σκεπάζομαι από κορφής με τις κουβέρτες και έκλαψα, έκλαψα, έκλαψα. Και τώρα που το λέω, ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει από το στήθος μου…».

Σήμερα, όλοι εμείς που αποτελούμε την εκπαιδευτική κοινότητα, μαθητές και δάσκαλοι, ας αφιερώσουμε τους παρακάτω στίχους της ποιήτριας Ξένης Αγγελίδου στους νεκρούς μας του Ελληνοϊταλικού πολέμου αλλά και στους χιλιάδες τραυματίες και παγόπληκτους του έπους του σαράντα ’40:

ΣΤΕΡΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

Φύλαξε το κλειδί. Είναι του σπιτιού.

Όταν θα πας ν’ ανοίξεις.

Σε τόπο φύλαξέ το σίγουρο

και κάπου κάπου να το καθαρίζεις.

Δεν πρέπει να σκουριάσει.

Να’ ναι έτοιμο, μόλις σας πούνε

να γυρίσετε…

Έχω κλειδώσει δυο φορές την ξώπορτα.

Πρέπει να την τραβήξεις προς τα έξω,

μην ξεχάσεις…

Εγώ δε θα γυρίσω, όπως το λογάριαζα.

Εσύ θα πας.

Θα ξαναδείς το περιβόλι και την καρυδιά

που φύτεψα…

Πρόσεχε το κλειδί.

Η αυλή μας θα μοσκομυρίζει

γιασεμιά.

Το κλήμα θα’ χει σίγουρα καρπό…

Και μην ξεχάσεις τα βασιλικά στη γλάστρα.

Θα’ ναι όμορφα, χαρά Θεού μες στην αυλή μας.

Μην κλαις.

Μονάχα το κλειδί να το φυλάξεις καλά.

Ξέρεις τι δυσκολία θα’ χεις αν το χάσεις;

Που να’ βρεις μάστορα να σου αλλάξει κλειδαριά,

όταν στον τόπο σου γυρίσεις».

Μαρία Γ. Καλογεράκη

Δασκάλα, Παγκρήτιο Εκπαιδευτήριο

 

* Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού Πεδιάδος

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει