Με προσωρινή απασχόληση η πτώση της ανεργίας

163

Μόλις το 11,2% των ανέργων παίρνει επίδομα.

Μπορεί με το άνοιγμα της αγοράς και την άρση των περιοριστικών μέτρων να αυξήθηκε ο αριθμός των απασχολουμένων (ανήλθε σε 3.915.253 άτομα) κατά 8% το δεύτερο τρίμηνο του 2021 σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 1,9%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, αλλά από την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει επίσης ότι αυτή η αύξηση, σε μεγάλο βαθμό, συνδέεται με θέσεις προσωρινής απασχόλησης.

Η προσωρινή απασχόληση έχει αυξηθεί σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (24%) και σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (5,7%).

Κι αυτή η προσωρινότητα της απασχόλησης οδηγεί σε μεγάλη επισφάλεια και ανεργία, όπως αποδεικνύεται και από τα στοιχεία της ίδιας της έρευνας, από την οποία συμπεραίνεται ότι για περισσότερους από 1 στους 3 ανέργους ο βασικός λόγος που σταμάτησαν να εργάζονται είναι γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (33,7%).

Επίσης, μπορεί και για τους ίδιους λόγους που σχετίζονται με το άνοιγμα της αγοράς ο δείκτης της ανεργίας να εμφανίζεται βελτιωμένος, καθώς μειώθηκε ο αριθμός των ανέργων (είναι 732.544 άτομα) κατά 1,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 4,7% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, αλλά περισσότεροι από τους 6 στους 10 ανέργους αναζητούν εργασία ένα ή περισσότερα χρόνια.

Αναλογία η οποία συμπίπτει με αυτήν που αντιστοιχεί στους ανέργους οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει μόνο τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (60,7%).

Συνολικά το ποσοστό ανεργίας το β’ τρίμηνο 2021 ανήλθε σε 15,8%. Το ποσοστό ανεργίας κατά το προηγούμενο τρίμηνο (Α’ 2021) ήταν 17,1% και κατά το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (Β’ 2020) ήταν 16,7%. Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 22%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 11,2%.

Επίσης, το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων (47,8%) δηλώνει ότι εργάστηκε 40-47 ώρες την εβδομάδα αναφοράς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (23,4%) δηλώνει ότι εργάστηκε 48 ή περισσότερες ώρες. Η πλειοψηφία των απασχολουμένων (79,9%) δηλώνει ότι εργάστηκε τις συνήθεις ώρες κατά την εβδομάδα αναφοράς.

Το 9,5% των απασχολουμένων δηλώνει ότι θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες, το 4,6% είναι απασχολούμενοι μερικής απασχόλησης οι οποίοι θα ήθελαν να εργάζονται περισσότερο, και θα μπορούσαν να αρχίσουν να εργάζονται περισσότερο μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, και το 1,8% έχει παραπάνω από μία εργασία. Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (21,9%) και οι επαγγελματίες (21,2%).

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει