Ο σώζων εαυτόν σωθήτω…

148
Του Μαρίνου Παττακού

Από χθες με το άνοιγμα των σχολείων, πανεπιστημίων και τη λειτουργία των εσωτερικών χώρων των επιχειρήσεων καφέ και εστίασης, η χώρα εισέρχεται στη δυσκολότερη περίοδο της υγειονομικής κρίσης.

Σχεδόν ενάμιση εκατομμύριο μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί θα συναθροίζονται σε χώρους όπου είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστούν και να ελεγχθούν τα μέτρα για να εξασφαλιστεί η αποτροπή διασποράς του COVID-19.

Η δια ζώσης λειτουργία των σχολείων δίκαια θεωρήθηκε αναγκαία και αναπόφευκτη, όμως εξ ίσου πιθανός θεωρείται ο κίνδυνος μετάδοσης της νόσου, καθόσον η επαφή και ο συνωστισμός που αναμένεται να εκδηλωθεί, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών ισοδυναμεί για κάθε σχολείο με πολυάριθμες καθημερινές συναντήσεις κατοίκων από διαφορετικές πολεοδομικές περιοχές και συνοικίες.

Η αναφορά του συγκεκριμένου προβλήματος δεν αποτελεί προϊόν κινδυνολογίας, αλλά προμελετημένες προβλέψεις των ειδικών, που λένε ότι δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ για να διαπιστώσουμε την επαλήθευσή τους.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται υποθετικά και κανείς δεν μπορεί να κάνει δηλώσεις προδικάζοντας τις εξελίξεις διασποράς του κοροναϊού, όμως εκείνο που φαντάζει αρκετά πιθανό είναι ότι φέτος τα σχολεία δεν θα κλείσουν με κυβερνητική απόφαση, αλλά εφόσον αναφερόμενες προβλέψεις επαληθευτούν, τα σχολεία θα υπολειτουργήσουν και θα κλείσουν υποχρεωτικά από την ίδια την πραγματικότητα.

Όλα τα παραπάνω σχετικά με τις δυσοίωνες προβλέψεις θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί εφόσον το εμβολιαστικό πρόγραμμα στην ελληνική κοινωνία είχε πετύχει το σκοπό του σε ρυθμούς πάνω από 70-80% και όχι σε ποσοστά 45-55% σύμφωνα με τους οποίους κινείται μέχρι σήμερα.

Δεν είναι το πρόβλημα μόνο το μικρό ποσοστό του 10% ανθρώπων που δηλώνουν επίσημα, ενσυνείδητα και φανατικά αντίθετοι με τον εμβολιασμό, είναι επίσης ένα μεγαλύτερο ποσοστό εκείνων που συστηματικά αδιαφορούν ή φοβούνται να εμβολιαστούν, επηρεασμένοι από ακραίες φωνές της παραπληροφόρησης και τις διαδικτυακές θεωρίες συνωμοσίας.

Γυρίζοντας πίσω το χρόνο ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 που ήμασταν παιδιά με τον καθολικό εμβολιασμό κατά της πολιομυελίτιδας, ακόμη φαίνεται το σημάδι στο αριστερό μας μπράτσο από την περίφημη βατσίνα.

Αργότερα τη δεκαετία του ’80 στα δικά μας παιδιά με ένα «σωρό» εμβόλια εναντίον πολλών διαδεδομένων παιδικών ασθενειών, από τους παιδιάτρους που οργανωμένα πλέον λειτούργησαν το θεσμικό τους ρόλο για τα παιδιά της κάθε οικογένειας.

Όλα αυτά συνέβαιναν με τα εμβόλια κανονικά μέχρι σήμερα και κανείς δεν θυμάται την εποχή εκείνη ποιας εταιρείας ήταν αυτά τα εμβόλια, ούτε είχε ασχοληθεί κανείς με τις δοκιμές που είχαν γίνει ή αν υπήρχαν παρενέργειες. Ούτε ένας γονέας δεν θυμάμαι να είχε αρνηθεί ούτε καν να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα των εμβολίων.

Το ζήτημα είναι το ίδιο απλό και τότε και σήμερα. Ή αποδεχόμαστε την ιατρική επιστήμη και τις οδηγίες του ΕΟΔΥ χρησιμοποιώντας τα όπλα που μας παρέχουν, πόσο μάλλον όταν είναι δωρεάν ή κάνουμε εμείς τους ειδικούς λειτουργώντας επιπόλαια αρνούμενοι τα πάντα ακόμη και κάθε φαρμακευτική αγωγή, ακόμη και χειρουργικές επεμβάσεις.

Σ’ αυτό το σύγχρονο κοινωνικό θέατρο του παραλόγου εννοείται ότι σημαντικές ευθύνες έχει το ίδιο το κράτος. Αν οι έλεγχοι ήταν αυστηρότεροι τότε κανείς υγειονομικός, στρατιωτικός, αστυνομικός ή άλλος σημαντικός κρατικός λειτουργός δεν θα υπηρετούσε ανεμβολίαστος. Ούτε κανείς θα μπορούσε καν να το σκεφτεί να εκδώσει ή να προμηθευτεί πλαστό πιστοποιητικό COVID-19.

Μετά από τα παραπάνω η απόφαση επέκτασης της υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών σε όλους τους κλάδους της δημόσιας διοίκησης θεωρείται επιβεβλημένη, με την προϋπόθεση οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν κανονικά με αυστηρότερους ελέγχους, για να μην επαληθευτεί ο ιστορικός χρησμός του Μαντείου των Δελφών που έλεγε: «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει